Γενοκτονία των Ελλήνων: το μεγαλύτερο ατιμώρητο έγκλημα του 20ου αιώνα

111
  • Του Σταύρου Καλεντερίδη – διεθνολόγος

Ο 20ος αιώνας μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο σκοτεινός αιώνας των γενοκτονιών. Ένας αιώνας που κατέληξε με τις γενοκτονίες της Καμπότζης και της Ρουάντα, κορυφώθηκε με το Ολοκαύτωμα, αλλά που δυστυχώς ξεκίνησε με τη Γενοκτονία των Ελλήνων.

Το 1914 οι Νεότουρκοι και ξεκίνησαν το απεχθές έγκλημα της γενοκτονίας κατά των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης. Οι γενοκτονικές επιθέσεις των αιμοσταγών Νεοτούρκων, από το 1915 στράφηκαν παράλληλα κατά των Αρμενίων και των Ασσυρίων. Καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου 1914-1919, οι Νεότουρκοι, με την υποστήριξη Γερμανών και σοβιετικών συμβούλων, μεθόδευσαν την εξόντωση και την εξαφάνιση των χριστιανικών μειονοτήτων της γεωγραφικής επικράτειας της σημερινής Τουρκίας. Οι Έλληνες της Μ. Ασίας και του Πόντου θρήνησαν 353.000 ζωές. Το γενοκτονικό μένος των Νεοτούρκων και μετέπειτα Κεμάλ και των συμμοριτών του, κατέληξε στο ολοκαύτωμα και την Καταστροφή της Σμύρνης.

Η Γενοκτονία των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν η αρχή του κακού. Το πρώτο μεγάλο έγκλημα που αποσκοπούσε στον αφανισμό ενός ολόκληρου γένους. Για τον λόγο αυτό, μετά το τέλος του Β’ παγκοσμίου Πολέμου, ο Ραφαήλ Λέμκιν, χρησιμοποίησε τις ελληνικές λέξεις γένος + κτείνω (= φονεύω), για να περιγράψει και να κωδικοποιήσει για πρώτη φορά για λογαριασμό της ανθρωπότητας, το αποτρόπαιο έγκλημα της γενοκτονίας.

Μία ιστορία καταστροφής και αντίστασης

Οι Έλληνες του Πόντου και εν γένει της Μικράς Ασίας, ζούσαν για τρεις χιλιετίες στις πατρογονικές τους εστίες, κρατώντας υπερήφανο το ανάστημα και το πνεύμα του Ελληνισμού στην Ανατολία. Συνέχισαν να ακμάζουν ακόμα και μετά την πτώση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, το 1461, υπομένοντας σθεναρά τον αβάσταχτο Οθωμανικό ζυγό. Αναπτύχθηκαν και μεγαλούργησαν, πρωτοστατώντας στις επιστήμες, τις τέχνες, τα γράμματα και το εμπόριο.

Ο εύρωστος αυτός ελληνικός πληθυσμός, βρισκόμενος αντιμέτωπος με την θανάσιμη απειλή του Μουσταφά Κεμάλ, έλαβε την μόνη δυνατή απόφαση, που αρμόζει σε ελεύθερους και περήφανους ανθρώπους. Όντας κληρονόμοι της ανδρείας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, του ανυπόταχτου των αρχαίων Ελλήνων και της υψηλής διαχρονίας του Ελληνισμού, οι Πόντιοι ύψωσαν τη σημαία και διεξήγαγαν τον πρώτο αντάρτικο αγώνα στη σύγχρονη ιστορία της χώρας μας.

Το Αντάρτικο του Πόντου, φέροντας τα Ελληνικά λάβαρα στην καρδιά της Τουρκίας, εξασφάλισε την αυτοάμυνα των Ελλήνων και των λοιπών χριστιανικών πληθυσμών της περιοχής, καθώς και την τιμωρία των Τούρκων για τα εγκλήματα που διέπρατταν. Αιχμή του δόρατος υπήρξε ο Μητροπολίτης Αμασείας Γερμανός Καραβαγγέλης, ο οποίος μετέφερε τις εμπειρίες και τις διδαχές του Μακεδονικού Αγώνα στον Εύξεινο Πόντο. Οι επιτυχίες των ανταρτών, με την υποστήριξη των πολιτικών και της Εκκλησίας, οδήγησαν στην κήρυξη της Δημοκρατίας του Πόντου, το 1917, με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα.

Για να αντιμετωπίσει το Ελληνικό Αντάρτικο, στις 19 Μαΐου 1919, ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στην μαρτυρική Αμισό, οργανώνει τις ληστρικές συμμορίες του και κηρύσσει την κορύφωση της Γενοκτονίας.

Οι χριστιανικοί πληθυσμοί βρέθηκαν στο στόχαστρο της ανίερης τριανδρίας των Νεότουρκων σφαγέων, Αχμέτ Τζεμάλ, Ισμαήλ Ενβέρ, Μεχμέτ Ταλαάτ, και των αρχιμακελάρηδων του Κεμάλ, Τοπάλ Οσμάν και Νουρετίν Πασά. Οι κρατικοί φονιάδες της Τουρκίας, επιδόθηκαν σε κάθε είδους εγκλήματα κατά των Ελλήνων, μεταξύ των οποίων, εκτοπίσεις, εξορίες, διωγμοί, δημογραφική αλλοίωση, κακουχίες, καταναγκαστικά εργατικά τάγματα (αμελέ ταμπουρού), βασανιστήρια, βιασμοί, απαγωγή παιδιών και παράδοσή τους σε χαρέμια, πυρπολήσεις χωριών, πορείες θανάτου στην έρημο στο βαρύ χειμώνα, υποβολή σε λοιμό, λιμό και δίψα, σκηνοθετημένες ενέδρες από τους τσέτες καθ’ οδόν, και εν ψυχρώ δολοφονίες ή εκτελέσεις. Πρόκειται για τα βάρβαρα και στυγνά εγκλήματα που συνέθεσαν την Γενοκτονία κατά των Ελλήνων.

Οι Νεότουρκοι έτρεφαν αστείρευτο μίσος ιδίως εναντίον της Ελληνικής κοινότητας, και αυτό διότι οι Έλληνες τόλμησαν να αντισταθούν στη γενοκτονία, διεξάγοντας ηρωικό Αντάρτικο στα βουνά του Πόντου. Το αντάρτικο που διασφάλισε την επιβίωσή τους από τη Γενοκτονία.

Η γενοκτονία που γέννησε τον Χίτλερ

Η ατιμώρητη Γενοκτονία του Κεμάλ, ενέπνευσε με σαφή και άμεσο τρόπο τον ιδεολογικό του κληρονόμο στη ναζιστική Γερμανία, Αδόλφο Χίτλερ. Οι ομοιότητες των δύο γενοκτονιών είναι συγκλονιστικές.

Τον Ιούνιο του 1915, ο Μεχμέτ Ταλαάτ του εθνικιστικού κινήματος των Νεοτούρκων, ενημέρωσε την γερμανική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη ότι σκοπεύουν να προχωρήσουν στην «εκκαθάριση» των εσωτερικών εχθρών, εννοώντας τους Χριστιανικούς πληθυσμούς της Τουρκίας. Μόλις 25 χρόνια αργότερα, το 1941, ο Γιόζεφ Γκέμπελς έγραψε στο ημερολόγιό του ότι «για το εβραϊκό ζήτημα, ο Φύρερ αποφάσισε να πραγματοποιήσει εκκαθάριση».

Ομοίως, επικαλούμενοι «απειλές για την ασφάλεια και υποψίες πιθανής συνεργασίας με τους Ρώσους», το 1916, οι Οθωμανοί διέταξαν τους διωγμούς και τον βίαιο εκτοπισμό των Ελλήνων του Πόντου. Αντιγράφοντας τις γενοκτόνες πρακτικές των Τούρκων, ο Χίτλερ, επικαλούμενος «απειλές για την ασφάλεια και υποψίες πιθανής κομμουνιστικής επανάστασης», ανέστειλε τα βασικά δικαιώματα στη Γερμανία και έγινε δικτάτορας το 1933.

Η «εξημέρωση του θηρίου»

Η περίοδος που ακολούθησε ήταν καταστροφική για τους Έλληνες πρόσφυγες. Η ανταλλαγή των πληθυσμών αποτέλεσε ιστορική αδικία για τα θύματα της Γενοκτονίας, οι οποίοι κατέφθασαν στην μητέρα Ελλάδα για να δουν το ελληνικό κράτος να τους εγκαταλείπει, οδηγώντας τους στην εξαθλίωση.

Οι πρόσφυγες υπέφεραν τα πάνδεινα, ιδίως με την εγκληματική απόφαση της Αθήνας να εγκαταλείψει τις αποζημιώσεις για τις περιουσίες που έχασαν οι Έλληνες στην Πατρίδα, χαρίζοντάς τες στην Τουρκία. Πολλές φορές μάλιστα οι ανταλλάξιμες περιουσίες που τους αναλογούσαν, διανεμήθηκαν από το Βενιζελικό κράτος σε ντόπιους Ελλαδίτες, για πελατειακούς και ψηφοθηρικούς λόγους. Οι πράξεις αυτές στέρησαν από την Ελλάδα τη δυναμική και την ώθηση που θα μπορούσαν να προσφέρουν οι πρόσφυγες, αν τους είχε αγκαλιάσει το ελληνικό κράτος.

Έκτοτε, οι Πόντιοι παρακολουθούν στωικά την εγκατάλειψη του ζητήματος της Γενοκτονίας που υπέστησαν, από την πρόταση Βενιζέλου να τιμηθεί ο σφαγέας των Ελλήνων, Κεμάλ, με το Νόμπελ Ειρήνης το 1934, μέχρι την κίβδηλη ελληνοτουρκική φιλία των ημερών μας, η οποία ξεπλένει τα εγκλήματα των Τούρκων, εξισώνοντας τον θύτη με το θύμα.

Χρειάστηκαν 75 χρόνια για να υπάρξει μια χαραμάδα ελπίδας, με την αναγνώριση της Γενοκτονίας από τη Βουλή των Ελλήνων, ορίζοντας τη 19η Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης. Η απόφαση αυτή οδήγησε στην διεθνοποίηση του ζητήματος, με αντίστοιχη αναγνώριση της Γενοκτονίας από την Κύπρο, την Αρμενία, την Ολλανδία, 13 πολιτείες του Καναδά και 12 των ΗΠΑ, αλλά και από διεθνείς οργανισμούς, όπως η Διεθνής Ένωση Ακαδημαϊκών για τη Μελέτη των Γενοκτονιών. Ομοίως υπήρξε ψήφισμα αναγνώρισης από τη Σουηδική Βουλή και προσφάτως, από το Κογκρέσο των ΗΠΑ, τον Δεκέμβριο του 2019, το οποίο έκανε ρητή αναφορά την οποία όμως απέκρυψαν τα Ελληνικά ΜΜΕ και το κράτος.

Έκτοτε όμως το ζήτημα εγκαταλείφθηκε από την ελληνική πολιτεία, η οποία όπως απεδείχθη, έλαβε την απόφαση αναγνώρισης της Γενοκτονίας καθαρά για επικοινωνιακούς λόγους, ενώ ουδέποτε σκόπευε να καταγγείλει την Τουρκία και να διεκδικήσει τη δικαίωση των θυμάτων.

Η τραγική αλήθεια είναι πως οι Έλληνες πρωθυπουργοί, υπουργοί και αξιωματούχοι δεν τόλμησαν ποτέ να προωθήσουν το ζήτημα στους αρμόδιους οργανισμούς και τα διεθνή φόρα, επιδιώκοντας αντιθέτως τη χίμαιρα της ελληνοτουρκικής προσέγγισης, θυσιάζοντας ως «Ιφιγένεια» τη μνήμη των θυμάτων της Γενοκτονίας, στον «βωμό» του τάφου του Κεμάλ, στον οποίο καταθέτουν στεφάνια.

Μια συνεχιζόμενη Γενοκτονία

Το αποτρόπαιο έγκλημα της Γενοκτονίας, βαραίνει την ιστορία της γειτονικής μας χώρας, καθώς τα θεμέλια του σύγχρονου τουρκικού κράτους βασίζονται στο ψέμα, τις στάχτες και το αίμα. Η άρνηση της Γενοκτονίας και της αλήθειας είναι αυτή που οδηγεί στον σταδιακό εκβαρβαρισμό της γείτονος.

Αυτός είναι ο κύριος λόγος που έχει επικρατήσει ο μιλιταρισμός, ο φασισμός και η επιθετικότητα στην πολιτική ζωή αλλά και την κοινωνική της συνείδηση.

Αυτός είναι ο λόγος που ο Ελληνισμός υπέστη διαρκή εγκλήματα όλα αυτά τα χρόνια, από τον εξοντωτικό φόρο περιουσίας στην Κωνσταντινούπολη το 1942, τα Σεπτεμβριανά του 1955, τις μαζικές απελάσεις από την Πόλη το 1964, τον αφανισμό των Ελλήνων της Ίμβρου και της Τενέδου, και τους δύο Αττίλες στην Κύπρο το 1974, οι οποίοι συνεχίζεται μέχρι σήμερα στα Κατεχόμενα με τον εποικισμό, την καταστροφή ναών και μνημείων και τις παραβιάσεις των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ταυτόχρονα, οι σφαγείς των Ποντίων ηρωοποιούνται στην Τουρκία, με ονοματοδοσίες οδών και αγάλματα στον τόπο τέλεσης των εγκλημάτων τους.

Αυτός είναι ο λόγος που η νεο-οθωμανική Τουρκία διεξάγει επεκτατικούς πολέμους μέχρι σήμερα και διαπράττει σφαγές και εγκλήματα πολέμου κατά των Αρμενίων στο Αρτσάχ, και των Κούρδων στο βόρειο Ιράκ, την Ροζάβα (ΒΑ Συρία), το Ντιγιαρμπακίρ και τις λοιπές Κουρδικές επαρχίες της ΝΑ Τουρκίας.

Η ιστορική μνήμη και ο πολιτισμός των Ποντίων διατηρούνται αναλλοίωτα. Οι απόγονοι των θυμάτων διατηρούν άσβεστη τη φλόγα, καθώς η μνήμη της Γενοκτονίας κυλά ζωντανή στις φλέβες τους. Διεξάγουν όμως μόνοι τους τον αγώνα για τη διεθνή αναγνώριση και ο αγώνας των πολιτών δεν αρκεί.

Το ελληνικό κράτος οφείλει να σταθεί αντάξιο στην ιστορική του ευθύνη και να προωθήσει την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων. Αυτό πρέπει να το πράξει σε κάθε σχετικό διεθνές βήμα που μας δίνεται. Μία μεγάλη χαμένη ευκαιρία ήταν το Φόρουμ των Δελφών, που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα. Εκεί, αντί να προβάλλουμε τα δίκαια αιτήματα του ελληνισμού, οι Έλληνες αξιωματούχοι επιδόθηκαν στον γνωστό και μάταιο κατευνασμό του δικτάτορα Ερντογάν. Παρόμοια ευκαιρία χάθηκε και στις 24 Απριλίου, ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Αρμενίων, όταν ένας Αρμένιος βουλευτής του φιλοκουρδικού Κόμματος του Λαού (HDP) της Τουρκίας, πρότεινε την αναγνώριση της Γενοκτονίας και των Ελλήνων στην γειτονική χώρα, αλλά η Ελληνική βουλή και κυβέρνηση αδιαφόρησαν επιδεικτικά. Ομοίως, σε κάθε διμερής επαφή του εκάστοτε Έλληνα υπουργού Εξωτερικών με τον Τούρκο ομόλογό του, οι Έλληνες πολιτικοί αμελούν να εγείρουν το ζήτημα της Γενοκτονίας, παρ’ όλο που υπάρχει σχετικό δεσμευτικό ψήφισμα του ελληνικού κοινοβουλίου.

Οι 353.000 χαμένοι προγονοί μας ζητούν δικαίωση. Απαιτούν να ακουστεί σε ολόκληρο τον κόσμο το απάνθρωπο έγκλημα που διαπράχθηκε εναντίον τους.

Η ελληνική πολιτεία οφείλει επιτέλους να εφαρμόσει την ποινικοποίηση της άρνησης της Γενοκτονίας και να ξεκινήσει παράλληλα μια ενημερωτική εκστρατεία στο εξωτερικό, η οποία θα στριμώξει την Τουρκία, θέτοντάς την προ των ευθυνών της. Ταυτόχρονα, απαιτείται η θεσμοθέτηση σχετικών μαθημάτων στην παιδεία της χώρας μας, έτσι ώστε να μάθουν τα Ελληνόπουλα την ιστορία μας, δίχως στρογγυλέματα που εξυπηρετούν μονάχα τις ελίτ του τόπου και όσων βρίσκονται από πίσω τους.

Τέλος, η Ελλάδα έχει χρέος να ζητήσει με κάθε πολιτικό και διπλωματικό μέσο την αναγνώριση της Γενοκτονίας από την Τουρκία, και να εγείρει αξιώσεις εναντίον της για τις πολεμικές, περιουσιακές, εδαφικές και οικονομικές ζημίες που επέφερε στον Ελληνισμό.

Η αναγνώριση της Γενοκτονίας αποτελεί ένα μείζον ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το οποίο δύναται όχι μόνο να βελτιώσει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και να διασώσει την ψυχή της σύγχρονης τουρκικής κοινωνίας, επιφέροντας την ειρήνη και την ασφάλεια στους λαούς της Ανατολικής Μεσογείου.