“Ζητήματα του δικαίου της απόδειξης κατά τον ΚΠολΔ (μετά το Ν. 4335/2015)” [Εισήγηση του Κων/νου Ρήγα, Πρωτοδίκη Πατρών]

52

Α. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Στο δίκαιο της απόδειξης του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), όπως έχει διαμορφωθεί κατόπιν του Ν. 4335/23-7-2015, ανακύπτουν θεμελιώδη ερμηνευτικά ζητήματα, τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερο δογματικό και πρακτικό ενδιαφέρον. Τα σημαντικότερα από τα περί ων ο λόγος ζητήματα εξετάζονται εν συνεχεία[1], ενώ επιχειρείται η προσέγγιση αυτών υπό το φως της συνταγματικής κατοχύρωσης του δικαιώματος απόδειξης, το οποίο απορρέει από το προστατευόμενο μέσω της ρύθμισης του άρθρου 20§1 του Συντάγματος (Σ.) δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας. Η επίλυσή τους επιδιώκεται κατ’ επέκταση με γνώμονα την πληρέστερη πραγμάτωση της πρωταρχικής τελολογίας του εν γένει δικονομικού δικαίου, η οποία συνίσταται, σύμφωνα ιδίως με τις διατάξεις των άρθρων 20§1, 25, 93 επ. Σ., 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., 6§1 ΕΣΔΑ και 2§3 του κυρωθέντος μέσω του Ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, στη διασφάλιση της ορθής και ταχείας εφαρμογής του ουσιαστικού δικαίου για τη διευθέτηση των αγόμενων προς κρίση διαφορών, με απώτερο σκοπό την κοινωνική ευρυθμία και ευημερία.
Β. Οι ευρύτερης εμβέλειας τροποποιήσεις του δικαίου της απόδειξης μέσω του Ν. 4335/2015
Ι. Η αποδεικτική διαδικασία

1. Η υποχώρηση των αρχών της προφορικότητας και της αμεσότητας στην τακτική διαδικασία
Δυνάμει της ρύθμισης της έκτης παραγράφου του νέου άρθρου 237 ΚΠολΔ, το οποίο ισχύει για τις κατατιθέμενες μετά την 1-1-2016 αγωγές (βλ. την πρώτη παράγραφο του άρθρου ένατου του Ν. 4335/2015), στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας δε λαμβάνει κατά κανόνα χώρα διεξαγωγή μαρτυρικής απόδειξης, παρά μόνον εφόσον κρίνεται από το δικαστήριο απολύτως αναγκαία συνεπεία της μελέτης του φακέλου της δικογραφίας (βλ. και την πέμπτη παράγραφο του άρθρου 237). Εκδίδεται προς τούτο, είτε, στην περίπτωση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, από τον πρόεδρο αυτού είτε, επί Μονομελούς Πρωτοδικείου ή Ειρηνοδικείου, από το δικάζοντα δικαστή, διάταξη για την επανάληψη της (ενιαίας) συζήτησης της υπόθεσης, στο ακροατήριο και σε μη συντομότερο των δεκαπέντε ημερών χρόνο, ώστε να εξετασθεί, ενώπιον του ήδη ορισθέντος εισηγητή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ή δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή του Ειρηνοδικείου (βλ. επιπροσθέτως το ά. 237§4 ΚΠολΔ), ένας συγκεκριμένος μάρτυρας ανά διάδικη πλευρά (βλ. και το ά. 396 του ίδιου κώδικα), στον τόπο, κατά την ημέρα και την ώρα που προβλέπει η προειρημένη διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, εντός του ίδιου δικαστικού έτους, εκτός αν αυτό τυγχάνει χρονικά αδύνατο. Όταν λοιπόν οι διάδικοι έχουν προσκομίσει ένορκες βεβαιώσεις (βλ. επιπλέον τις §§1,2 του άρθρου 237), δεν επιτρέπεται η εν θέματι εξέταση τρίτου προσώπου, διότι οι μάρτυρες προέρχονται τότε υποχρεωτικά από τους ενόρκως βεβαιώσαντες, αλλά η επιλογή των εξεταστέων στο ακροατήριο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (βλ. και το ά. 107 ΚΠολΔ). Στην περίπτωση αντιθέτως της μη προσκόμισης ένορκων βεβαιώσεων, η εξέταση μάρτυρα προϋποθέτει σωρευτικά ότι προτείνεται από το διάδικο τέτοιος και το δικαστήριο την αξιολογεί ως σκόπιμη, οπότε πρέπει να καταθέσει ο προτεινόμενος μάρτυρας (βλ. το ά. 106 ΚΠολΔ). Η καταχώριση της διάταξης για την επανάληψη της συζήτησης στο οικείο βιβλίο του δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων. Η καταχώριση αυτή δύναται επίσης να γνωστοποιείται, ύστερα από πρωτοβουλία του γραμματέα του δικαστηρίου, μέσω της αποστολής ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων. Εντός προθεσμίας οκτώ εργάσιμων ημερών από την εξέταση των μαρτύρων, οι διάδικοι δικαιούνται μάλιστα με προσθήκη να προβούν στην αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, αλλά νέοι ισχυρισμοί και προσκομιζόμενα για πρώτη φορά αποδεικτικά μέσα (π.χ. ένορκες βεβαιώσεις) δε λαμβάνονται υπόψη (ά. 237§7 ΚΠολΔ).
Τα προαναφερθέντα δεν ισχύουν στην τακτική διαδικασία ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ά. 524§1 ΚΠολΔ), δηλαδή του δικάζοντος κατ’ έφεση Μονομελούς Πρωτοδικείου, του Μονομελούς ή του Τριμελούς Εφετείου (ά. 17Α και 19 ΚΠολΔ), παρά μόνον όταν η έφεση έχει ασκηθεί από τον ερημοδικασθέντα στον πρώτο βαθμό διάδικο (ά. 524§2εδ.α και 528 ΚΠολΔ). Αν πάλι η πρωτόδικη απόφαση εκδόθηκε, με την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, η ενδεχόμενη εξέταση μαρτύρων στο δεύτερο βαθμό γίνεται ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου κατά την ίδια συζήτηση, όπως συνέβαινε πριν από τη θέση σε εφαρμογή του Ν. 4335/2015 (ά. 529 ΚΠολΔ).
Επί πολυμελών δικαστηρίων, των διαδικαστικών ζητημάτων της απόδειξης επιλαμβάνεται ειδικότερα, στο πλαίσιο της νέας δομής της τακτικής διαδικασίας, ο εισηγητής (ά. 237§6εδ.δ ΚΠολΔ), αλλά ως προς την αναγκαιότητα της εξέτασης μαρτύρων αποφαίνεται η σύνθεση μετά από διάσκεψη (αναλογία από το ά. 235εδ.α του ίδιου κώδικα). Η εν λόγω εξέταση διενεργείται, σύμφωνα με τα προμνημονευθέντα, από τον εισηγητή και ενώπιον αυτού, ο οποίος επιφορτίζεται με τα καθήκοντα του διευθύνοντος τη συζήτηση (ά. 233 και 234 ΚΠολΔ, πρβλ. το ά. 235εδ.β του ίδιου κώδικα).
Η προειρημένη διάταξη του προέδρου ή του δικαστή δε συνιστά εξάλλου απόφαση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προσβληθεί αυτοτελώς με ένδικα μέσα. Συμπροσβάλλεται ωστόσο με την εκδοθησόμενη για την υπό κρίση διαφορά οριστική απόφαση (επιχ. από το ά. 513§2 ΚΠολΔ), οπότε είναι δυνατό να προβληθεί ως λόγος έφεσης κατά της τελευταίας η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (πρβλ., για την αναίρεση, το ά. 561§1 ΚΠολΔ). Δεν αποκλείεται πάντως ο έλεγχος της εν θέματι διάταξης ως διαδικαστικής πράξης, κατόπιν άσκησης της γενικής ανακοπής των άρθρων 583 επ. (σε συνδ. με τα ά. 159 επ.) ΚΠολΔ.
Επέρχεται, ενόψει των προαναφερθέντων, σημαντική κάμψη των αρχών της προφορικότητας και, περαιτέρω, της αμεσότητας των αποδείξεων στην τακτική διαδικασία, ένεκα ακριβώς τόσο των προπεριγραφέντων θεσπιζόμενων μέσω του Ν. 4335/2015 περιορισμών σχετικά με την εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο ως κύρια έκφανση των προμνημονευθεισών θεμελιωδών αρχών όσο και της συνακόλουθης διεύρυνσης της χρήσης ένορκων βεβαιώσεων. Οι αρχές αυτές συνιστούν εντούτοις conditiones sine quibus non της άσκησης του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος απόδειξης και της πραγμάτωσης της υπερνομοθετικής επιταγής για δημόσια, ταχεία και δίκαιη διεξαγωγή της δίκης (ά. 20§1, 93 Σ. και 6§1 ΕΣΔΑ). Καθιστούν κατ’ επέκταση ευχερέστερες, εξαιτίας της αναγόμενης στην εντεύθεν προσωπική αντίληψη των δικαστών πληρέστερης αξιολόγησης του εμμάρτυρου μέσου, τη διασάφηση των ισχυρισμών των διαδίκων και την εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, προκειμένου να επιτυγχάνεται η ορθότερη και ταχύτερη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματος. Η προειρημένη νέα ρύθμιση του άρθρου 237§6 ΚΠολΔ πρέπει επομένως να ερμηνεύεται προς την κατεύθυνση της ευρύτερης δυνατής αξιοποίησης του εμμάρτυρου μέσου, εφόσον κάτι τέτοιο αποβαίνει in concreto, κατόπιν στάθμισης των προαναφερθέντων υπό το φως των συνθηκών της ατομικής περίπτωσης, απολύτως αναγκαίο, λαμβανομένης επιπροσθέτως υπόψη της παραμέτρου ότι η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο δεν αποτελεί την κύρια αιτία καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης.
Επιτρέπεται μολαταύτα, σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ, η προμνημονευθείσα νόμιμη προθεσμία προσδιορισμού της δικασίμου της επαναλαμβανόμενης συζήτησης να συντμηθεί, ώστε να μεσολαβεί από την έκδοση της προειρημένης διάταξης του προέδρου ή του δικαστή μέχρι την εξέταση των μαρτύρων στο ακροατήριο χρονικό διάστημα μικρότερο των δεκαπέντε ημερών. Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι η περί ης ο λόγος εξέταση μπορεί τότε, για την οικονομία της δίκης, να λάβει χώρα ακόμη και κατά την ίδια συζήτηση, ήτοι στην αρχική δικάσιμο και δίχως επανάληψή της, αν αφενός εκδοθεί εγκαίρως, έστω και με καταχώριση στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης, η διάταξη του προέδρου ή του δικαστή (επιχ. από τα ά. 691§3, 691Α§1 και 781§1 ΚΠολΔ) και αφετέρου ληφθεί η προβλεπόμενη από τη ρύθμιση του άρθρου 150§1 ΚΠολΔ απόφαση ή καταχωρισθεί στα πρακτικά η οικεία συμφωνία των διαδίκων. Επί πολυμελούς δικαστηρίου, οι μάρτυρες είναι μάλιστα δυνατό να εξετάζονται, σε κάθε περίπτωση, ενώπιον της σύνθεσης και όχι απλώς του εισηγητή, πράγμα το οποίο αφενός έχει ως απότοκο ότι τα διαδικαστικά ζητήματα της απόδειξης επιλύονται τότε από το δικαστήριο και αφετέρου ανταποκρίνεται πληρέστερα στη ratio του δικαίου της απόδειξης για την έγκαιρη και ευστοχότερη αναζήτηση της αλήθειας μέσω της αξιοποίησης οποιασδήποτε αποδεικτικής ευχέρειας ως προς τη διαπίστωση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών (βλ. λ.χ. τα ά. 107, 113§1εδ.α, 116, 235, 236, 335 και 340 ΚΠολΔ).
Όταν άλλωστε είτε επιβάλλεται η διενέργεια αυτοψίας (ά. 355 επ. ΚΠολΔ), πραγματογνωμοσύνης (ά. 368 επ. του ίδιου κώδικα) ή εξέτασης των διαδίκων στο ακροατήριο (ά. 415 επ. ΚΠολΔ) είτε προκύπτουν, κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, κενά ή αμφίβολα σημεία χρήζοντα συμπλήρωσης ή επεξήγησης, το πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 254 ΚΠολΔ, να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης της διαφοράς που έχει κηρυχθεί περατωμένη. Εκδίδει στις προαναφερθείσες περιπτώσεις μη οριστική απόφαση, όπου απαιτείται να παρατίθενται τα ειδικά ζητήματα που συνιστούν το αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης, η οποία αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης. Αν περαιτέρω κρίνεται στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας απολύτως αναγκαία επιπλέον η εξέταση μαρτύρων, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση στο ακροατήριο, εκ των μνημονευομένων στην προειρημένη ρύθμιση του άρθρου 237§6 ΚΠολΔ (πρβλ., για την έφεση, το ά. 524§§1,2 του ίδιου κώδικα), αποβαίνει δυνατό να διατάσσεται αυτή μέσω της ίδιας μη οριστικής απόφασης. Άρα, η εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 254 ΚΠολΔ ως προς την εξέταση μαρτύρων στην τακτική διαδικασία δεν αποκλείεται από εκείνη του άρθρου 237 του ίδιου κώδικα, αλλά προϋποθέτει ότι με την εκδιδόμενη μη οριστική απόφαση διατάσσεται επίσης, δηλαδή πέραν της εξέτασης των μαρτύρων στο ακροατήριο, η διενέργεια έτερης αναγκαίας διαδικαστικής πράξης, ώστε, ένεκα της αρχής της οικονομίας της δίκης, να γίνονται uno actu και να μην απαιτείται η έκδοση της προπεριγραφείσας διάταξης από τον πρόεδρο της πολυμελούς σύνθεσης ή το δικαστή του μονομελούς δικαστηρίου. Στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, η οποία προσδιορίζεται το συντομότερο εφικτό, οι διάδικοι κλητεύονται τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν απ’ αυτήν και η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή ή, σε περίπτωση πολυμελούς δικαστηρίου, την αυτή σύνθεση, εκτός αν κάτι τέτοιο τυγχάνει, εξαιτίας φυσικών ή νομικών λόγων, αδύνατο.
2. Η διατήρηση της φυσιογνωμίας της δικονομικής απόδειξης στις ειδικές διαδικασίες
Οι αρχές της προφορικότητας και της αμεσότητας των αποδείξεων εξακολουθούν, ακόμη και ύστερα από την ισχύ του Ν. 4335/2015, να εκδηλώνονται με ευρύτητα στις ειδικές διαδικασίες (ά. 591 επ. και 524§§1,2 ΚΠολΔ). Η εξέταση των μαρτύρων και των διαδίκων διεξάγεται ως εκ τούτου στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της ένδικης διαφοράς (ά. 591§§1 επ., 524§§1,2, 529 και 530 ΚΠολΔ), ενώ δεν εφαρμόζεται το προαναφερθέν άρθρο 237 ΚΠολΔ (βλ. το ά. 591§1εδ.α in fine του ίδιου κώδικα). Αντίστοιχα ισχύουν τόσο στις δίκες περί μικροδιαφορών (ά. 468 επ. ΚΠολΔ) όσο και στις διαδικασίες των ασφαλιστικών μέτρων (ά. 686, 690§1 και 691 ΚΠολΔ) και της εκουσίας δικαιοδοσίας (ά. 744, 759 και 760 επ. ΚΠολΔ). Δεν αποκλείεται όμως η εφαρμογή του προμνημονευθέντος άρθρου 254 (σε συνδ., για τις ειδικές διαδικασίες και την εκουσία δικαιοδοσία, προς τα ά. 591§1εδ.α και 741 αντιστοίχως) ΚΠολΔ (πρβλ. τα ά. 591§4 και 759§2 του ίδιου κώδικα).
ΙΙ. Η προαπόδειξη
1. Τακτική διαδικασία

Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των νέων άρθρων 237§1 και 238 ΚΠολΔ, τα οποία ισχύουν για τις κατατιθέμενες μετά την 1-1-2016 αγωγές (βλ. την πρώτη παράγραφο του άρθρου ένατου του Ν. 4335/2015), οι διάδικοι υποχρεούνται στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας τακτικής διαδικασίας να προσκομίσουν το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και των διαδικαστικών εγγράφων, τα οποία επικαλούνται κατά τρόπο αποκλειστικό με τις προτάσεις τους, προαποδεικτικώς, ήτοι εντός εκατό κατ’ αρχήν ημερών από την κατάθεση της αγωγής (πρβλ. τα ά. 524§§1,2 και 528 ΚΠολΔ). Η προειρημένη προθεσμία αφορά τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται τόσο για κύρια απόδειξη όσο και προς το σκοπό της ανταπόδειξης.
Ύστερα από την παρέλευση της εν θέματι προθεσμίας, η προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων επιτρέπεται μόνο με επίκληση στην εμπροθέσμως κατατιθέμενη προσθήκη και για την αντίκρουση ισχυρισμών περιεχόμενων στις προτάσεις (ά. 237§2 ΚΠολΔ). Απαραδέκτως προσκομίζονται αντιθέτως με την προσθήκη στις προτάσεις αποδεικτικά μέσα, όπως ένορκες βεβαιώσεις, απλώς προς αντίκρουση προσκομισθέντων με τις προτάσεις αποδεικτικών μέσων, όταν η προσκόμιση των νέων δε συνδυάζεται με την αντίκρουση προβληθέντος μέσω των προτάσεων, αυτοτελούς ή μη, ισχυρισμού. Όσα προσκομίζονται εκπροθέσμως δε λαμβάνονται μάλιστα υπόψη, ένεκα του προπεριγραφέντος αυστηρού συστήματος προαπόδειξης, ούτε ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (βλ. ωστόσο την παρεχόμενη από το ά. 529§1εδ.α ΚΠολΔ δυνατότητα).
2. Ειδικές διαδικασίες
Δυνάμει του πέμπτου στοιχείου της πρώτης παραγράφου του νέου άρθρου 591 ΚΠολΔ, το οποίο ισχύει για τις κατατιθέμενες μετά την 1-1-2016 αγωγές (βλ. τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου ένατου του Ν. 4335/2015), οι διάδικοι προσκομίζουν παραδεκτώς στις ειδικές διαδικασίες το σύνολο των αποδεικτικών μέσων αυτών προαποδεικτικώς, δηλαδή έως το πέρας της συζήτησης της υπό κρίση υπόθεσης στο ακροατήριο. Η εν λόγω υποχρέωση προαπόδειξης άπτεται τόσο της κύριας απόδειξης όσο και της ανταπόδειξης (π.χ. με ένορκες βεβαιώσεις) (ά. 591§5 ΚΠολΔ). Η απαιτούμενη επίκληση των προδιαληφθέντων αποδεικτικών μέσων γίνεται με τις κατατιθέμενες επί της έδρας προτάσεις (ά. 591§1στοιχ.γ και 524§§1,2 ΚΠολΔ), χωρίς να υφίσταται πλέον ευχέρεια προφορικής μόνον επίκλησής τους, η οποία ήταν συνυφασμένη με την καταργηθείσα μέσω του Ν. 4335/2015 προαιρετική σε ορισμένες ειδικές διαδικασίες κατάθεση προτάσεων (ά. 115§3 ΚΠολΔ, πρβλ. τα ά. 686, 745 και 759 του ίδιου κώδικα).
Κατόπιν της συζήτησης της υπό κρίση διαφοράς, επιτρέπεται η προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων μόνο με επίκληση στην εμπροθέσμως κατατιθέμενη προσθήκη και για την αντίκρουση των προταθέντων στο ακροατήριο ισχυρισμών (ά. 591§1στοιχ.στ και 524§§1,2 ΚΠολΔ). Ως τέτοιοι νοούνται τα περιεχόμενα στις προτάσεις και προφορικοποιηθέντα, επί ποινή απαραδέκτου, μέσα επίθεσης και άμυνας (ά. 591§1στοιχ.δ ΚΠολΔ), ήτοι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι εισάγονται στη δίκη υπό τη μορφή της ένστασης, της αντένστασης και της επαντένστασης. Δεν αρκούν επομένως η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση και η επίκληση απλών πραγματικών ή νομικών επιχειρημάτων, προκειμένου να μπορούν να προσκομισθούν παραδεκτώς νέα αποδεικτικά μέσα με την προσθήκη στις προτάσεις.
Το δικαστήριο διαθέτει εξάλλου, στο πλαίσιο της επ’ ακροατηρίου διαδικασίας, τη διακριτική ευχέρεια αφενός να ζητά τις αναγκαίες πληροφορίες και διασαφήσεις από τους διαδίκους ή τους εκπροσώπους αυτών (ά. 236 και 245 ΚΠολΔ) και αφετέρου να τους εξετάζει σύμφωνα με τα άρθρα 415 επ. ΚΠολΔ (ά. 591§3 του ίδιου κώδικα, πρβλ. τα ά. 529 επ. ΚΠολΔ). Αποδεικτικό μέσο δε συνιστά εντούτοις η παροχή των προαναφερθεισών διευκρινήσεων παρά η εξέταση των διαδίκων με ή δίχως όρκο. Αν οι πρώτες ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικό μέσο στοιχειοθετείται ο αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559αρ.11 ΚΠολΔ.
Όσον αφορά την αυτοψία (ά. 355 επ. ΚΠολΔ) και την πραγματογνωμοσύνη (ά. 368 επ. ΚΠολΔ, βλ. λ.χ. το νέο ά. 607 του αυτού κώδικα), διατάσσονται, στο πλαίσιο των ειδικών διαδικασιών, είτε με καταχωριζόμενη στα πρακτικά προφορική ανακοίνωση του πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία περιέχει τα οριζόμενα από τη ρύθμιση του άρθρου 591§4 ΚΠολΔ στοιχεία και δεν προβλέπεται πια στην τακτική διαδικασία, είτε μέσω της εκδιδόμενης κατ’ άρθρο 254 (σε συνδ. προς τα ά. 591§1εδ.α και 524§1εδ.α) ΚΠολΔ προμνημονευθείσας μη οριστικής απόφασης, ώστε να προσκομισθεί στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση η έκθεση αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης. Με την ίδια προειρημένη μη οριστική απόφαση είναι πάντως δυνατό να διατάσσονται επιπροσθέτως, inter alia, η εξέταση μαρτύρων και διαδίκων καθώς και η προσκόμιση αναγκαίων εγγράφων (βλ. και τα ά. 529 επ. ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Τα μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα και τα δικαστικά τεκμήρια
Η νέα ρύθμιση του άρθρου 340§1 ΚΠολΔ ορίζει πλέον ρητώς ότι τα μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία υπάγονται μάλιστα σε προαπόδειξη, λαμβάνονται υπόψη σωρευτικά σε σχέση με τα νομοτύπως παραχθέντα και εκτιμώνται ελεύθερα, εφόσον όμως δε συντρέχουν in casu οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις των άρθρων 393 και 394 του ίδιου κώδικα περιορισμοί του εμμάρτυρου μέσου (πρβλ. το καταργηθέν ά. 270§2εδ.β ΚΠολΔ). Ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου εκλαμβάνονται τα υποστατά επώνυμα αποδεικτικά μέσα, για την παραγωγή των οποίων δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτών ή οι διαδικαστικοί όροι του κύρους και της αποδεικτικής τους ισχύος, όπως είναι ιδίως τα ανυπόγραφα ή αχρονολόγητα έγγραφα, τα αμετάφραστα αλλόγλωσσα, οι καταθέσεις μη ορκισθέντων, παρατύπως ορκισθέντων, ανεπιτήδειων και εξαιρετέων μαρτύρων και οι ημιτελείς καταθέσεις μαρτύρων. Δε συνιστούν όμως τέτοια τα ανυπόστατα, τα μη επιτρεπόμενα καθώς και τα αθεμίτως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα (λ.χ. τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα).
Αντίστοιχη ρύθμιση περιέχει το άρθρο 395 ΚΠολΔ αναφορικά με το κατ’ άρθρο 339 του αυτού κώδικα διακριτό αποδεικτικό μέσο των επίσης προαποδεικτικώς προσκομιστέων δικαστικών τεκμηρίων (πρβλ. το ά. 336§3 ΚΠολΔ περί της αποκαλούμενης έμμεσης απόδειξης). Ως δικαστικά τεκμήρια νοούνται τα ανώνυμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μπορούν να συμβάλουν στην αποκάλυψη της αλήθειας, αλλά δεν εντάσσονται στις κατηγορίες των επώνυμων αποδεικτικών μέσων. Τέτοια δικαστικά τεκμήρια αποτελούν επί παραδείγματι αφενός καταθέσεις μαρτύρων σε έτερη πολιτική ή ποινική δίκη, πραγματογνωμοσύνη διεξαχθείσα στο πλαίσιο άλλης δίκης, ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν σε ανύποπτο χρόνο πριν από τη δίκη ή σε έτερη διαδικασία, αποφάσεις πολιτικών, ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων και αφετέρου ανώμοτες μαρτυρίες τρίτων (εκμαρτύρια), όπως είναι επιστολές, δηλώσεις και βεβαιώσεις τρίτων, ακόμη και με τον τύπο του άρθρου 8 Ν. 1599/1986, εφόσον ωστόσο τα εν θέματι εκμαρτύρια δεν έχουν παραχθεί προς το σκοπό της χρήσης τους στη συγκεκριμένη δίκη.
Συνεπεία της κατάργησης των άρθρων 650§1 και 671§1 ΚΠολΔ με το Ν. 4335/2015, οι προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 340§1 και 395 του ίδιου κώδικα επεκτείνονται πλήρως στις ειδικές διαδικασίες, όπου ισχύουν πια οι προμνημονευθέντες για το εμμάρτυρο μέσο περιορισμοί των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ (ά. 591§1εδ.α του αυτού κώδικα). Η διάκριση των μη πληρούντων τους όρους του νόμου αποδεικτικών μέσων από τα δικαστικά τεκμήρια ως ανώνυμα αποδεικτικά μέσα εξακολουθεί εν κατακλείδι να διατηρεί τη σημασία αυτής, έστω κι αν τα όρια τους τυγχάνουν ενίοτε δυσεξακρίβωτα.
Γ. Τα κατ’ ιδίαν αποδεικτικά μέσα
Ι. Οι ένορκες βεβαιώσεις
1. Εισαγωγικές επισημάνσεις

Οι αναχθείσες με το Ν. 3994/2011 σε επώνυμο αποδεικτικό μέσο ένορκες βεβαιώσεις (ά. 339 ΚΠολΔ) υπόκεινται για πρώτη φορά, με το Ν. 4335/2015, σε συνολική και αναλυτική ρύθμιση, η οποία περιλαμβάνεται στα νέα άρθρα 421-424 ΚΠολΔ, που είχαν καταργηθεί με το Ν. 2915/2001 και άπτονταν του όρκου ως αποδεικτικού μέσου. Η εξεταζόμενη ρυθμιστική αναβάθμιση των ένορκων βεβαιώσεων λειτουργεί ως αντιστάθμισμα των προπεριγραφέντων περιορισμών της εμμάρτυρης απόδειξης, οι οποίοι έχουν θεσπισθεί μέσω του Ν. 4335/2015 και προβλέπονται κυρίως στο αναλυθέν άρθρο 237 ΚΠολΔ (βλ. συναφώς το ά. 544αρ.6 του ίδιου κώδικα για τη θεμελίωση λόγου αναψηλάφησης επί ψευδούς ένορκης βεβαίωσης). Ανακύπτει έτσι το αναγόμενο στη σφαίρα του διαχρονικού δικαίου ζήτημα εάν οι κανόνες των άρθρων 421 επ. ΚΠολΔ καταλαμβάνουν, σύμφωνα με το άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015, τις εκκρεμείς κατά την 1-1-2016 υποθέσεις, το οποίο θα εξετασθεί κατόπιν της ολοκλήρωσης της ανάπτυξης περί των κατ’ ιδίαν αποδεικτικών μέσων, αφού τίθεται γενικότερα ως προς τις τροποποιήσεις του δικαίου της απόδειξης με το Ν. 4335/2015.
2. Το ενιαίο νομοθετικό πλαίσιο των ένορκων βεβαιώσεων στην τακτική και τις ειδικές διαδικασίες
Οι διατάξεις των άρθρων 421 επ. ΚΠολΔ για τις ένορκες βεβαιώσεις τυγχάνουν εφαρμογής τόσο στην τακτική διαδικασία όσο και, ελλείψει σχετικής ρύθμισης στα άρθρα 591 επ. του ίδιου κώδικα, επί των ειδικών (ά. 591§1εδ.α ΚΠολΔ). Στις διαδικασίες των ασφαλιστικών μέτρων και της εκουσίας δικαιοδοσίας, πρέπει, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 347, 690§1, 691, 744 και 759 ΚΠολΔ, να γίνει δεκτό ότι λαμβάνονται παραδεκτώς υπόψη ένορκες βεβαιώσεις, επί των οποίων εφαρμόζονται εντούτοις μόνον όσες από τις ρυθμίσεις των άρθρων 421-424 του αυτού κώδικα συμβιβάζονται με τη ratio των εν λόγω διαδικασιών. Στις τελευταίες, οι οποίες διέπονται από το ανακριτικό σύστημα, στερούνται ως εκ τούτου εφαρμογής κατ’ αρχήν, επί παραδείγματι, οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ περιορισμοί (πρβλ. το ά. 423§1 του ίδιου κώδικα), όπως επίσης η οριζόμενη από τη ρύθμιση του άρθρου 424 ΚΠολΔ κύρωση του απαραδέκτου της ένορκης βεβαίωσης σε περίπτωση μη τήρησης των προϋποθέσεων των άρθρων 421 επ. του αυτού κώδικα.
3. Η ανάλογη εφαρμογή διατάξεων της εμμάρτυρης απόδειξης
Στις ένορκες βεβαιώσεις εφαρμόζονται κατ’ αρχήν, τόσο στην τακτική όσο και στις ειδικές διαδικασίες, mutatis mutandis οι ρυθμίσεις των άρθρων 393, 394, 398§2, 399, 400, 402, 405, 407, 408, 409§2, 411 και 413 ΚΠολΔ περί του εμμάρτυρου μέσου (ά. 423§1 του ίδιου κώδικα). Τούτο δεν οφείλεται αποκλειστικά στη διεύρυνση της χρήσης των ένορκων βεβαιώσεων στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης και στην καθιέρωση αυτών ως ιδιόρρυθμου προσταδίου της μαρτυρικής κατάθεσης κατά την τακτική διαδικασία (βλ. το ά. 237§6 ΚΠολΔ), αλλά συνάμα στη σημαντική ομοιότητα των υπό εξέταση αποδεικτικών μέσων. Η παραβίαση των προειρημένων διατάξεων δεν επιφέρει επομένως, δυνάμει συσταλτικής ερμηνείας της ρύθμισης του άρθρου 424 ΚΠολΔ υπό το φως των διατάξεων των άρθρων αφενός 4§1 και 20§1 Σ. και αφετέρου 25§1εδ.δ Σ. για την αρχή της αναλογικότητας, το απαράδεκτο της οικείας ένορκης βεβαίωσης. Έχει λοιπόν συνέπειες αντίστοιχες μ’ αυτές που επέρχονται αναφορικά με τη μαρτυρική κατάθεση επί μη τήρησης των ίδιων ρυθμίσεων. Τέτοια συνέπεια συνιστά κυρίως, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, η λήψη υπόψη του επίμαχου αποδεικτικού μέσου ως μη πληρούντος τους όρους του νόμου ή δικαστικού τεκμηρίου (ά. 340§1 και 395 του αυτού κώδικα).
4. Ο ποσοτικός περιορισμός των προσκομιζόμενων ένορκων βεβαιώσεων
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 422§3 ΚΠολΔ, ο αριθμός των επιτρεπόμενων ένορκων βεβαιώσεων έγκειται, κατά την τακτική και τις ειδικές διαδικασίες, σε πέντε για κάθε διάδικο και σε επιπλέον τρεις ως προς την αντίκρουση ισχυρισμών. Άρα, η με επίκληση προσκόμιση ένορκης βεβαίωσης για την αντίκρουση άλλης τέτοιας γίνεται παραδεκτώς, μόνον όταν συνδυάζεται με την αντίκρουση προβληθέντος μέσω των προτάσεων ισχυρισμού (ά. 237§2εδ.β και 591§1στοιχ.στ ΚΠολΔ).
Ως διάδικος υπό την έννοια της ερμηνευόμενης ρύθμισης θεωρείται έκαστος ομόδικος, ανεξάρτητα από την ιδιότητά του ως ενάγοντος, εναγομένου ή κυρίως παρεμβαίνοντος, όπως επίσης ο αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνων, ο οποίος εκλαμβάνεται κατ’ άρθρο 83 ΚΠολΔ ως αναγκαίος ομόδικος του υπέρ ου η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση διαδίκου. Αντιθέτως, ο απλώς προσθέτως παρεμβαίνων, ο οποίος δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του κύριου διαδίκου, καταλαμβάνεται από τον προμνημονευθέντα ποσοτικό περιορισμό των ένορκων βεβαιώσεων του υπέρ ου η απλή πρόσθετη παρέμβαση διαδίκου.
Επί απλής ομοδικίας, δεν αποκλείεται μάλιστα να προβεί ένας από τους ομοδίκους σε ένορκη βεβαίωση στο πλαίσιο της υποκειμενικώς σωρευόμενης δίκης έτερου ομοδίκου αυτού. Η παράλειψη κλήτευσης απλού ομοδίκου από ομόδικο ή αντίδικο στη λήψη ένορκης βεβαίωσης δε συνεπάγεται άλλωστε κατ’ αρχήν το απαράδεκτό της (ά. 75§1 ΚΠολΔ). Στις περιπτώσεις της αναγκαίας ομοδικίας, πρέπει όμως να καλούνται, επί ποινή απαραδέκτου, όλοι οι αναγκαίοι ομόδικοι από τον επισπεύδοντα αντίδικο (ά. 76§1, 83, 422 και 424 ΚΠολΔ).
Τυχόν υπερβαίνουσες τον υπό εξέταση ποσοτικό περιορισμό ένορκες βεβαιώσεις αποκρούονται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτες, χωρίς να μπορούν να ισχύσουν ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή δικαστικά τεκμήρια (ά. 424 ΚΠολΔ). Αν ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559αρ.11 ΚΠολΔ. Η επιλογή των ευρισκόμενων εντός του εν θέματι περιορισμού ένορκων βεβαιώσεων πραγματοποιείται τότε από το δικαστήριο της ουσίας, επί τη βάσει του επικρατούντος στη νομολογία και τη θεωρία κριτηρίου της σειράς επίκλησης αυτών στις προτάσεις και στην προσθήκη-αντίκρουση του περί ου πρόκειται διαδίκου (βλ. πάντως και το ά. 236 ΚΠολΔ, σχετικά με την ανέλεγκτη δυνατότητα του δικαστηρίου να ζητήσει προηγουμένως απ’ αυτόν να επιλέξει τις τελικώς προσκομιζόμενες). Λαμβάνονται έτσι παραδεκτώς υπόψη κατ’ αρχήν αποκλειστικά οι με σαφή επίκληση προσκομιζόμενες αφενός, προαποδεικτικώς (ά. 421 ΚΠολΔ), μέσω των προτάσεων κάθε διαδίκου πέντε πρώτες και αφετέρου με την προσθήκη του τρεις πρώτες προς αντίκρουση, κατά τη σειρά της επίκλησης των εν λόγω ένορκων βεβαιώσεων στα προαναφερθέντα διαδικαστικά έγγραφα του διαδίκου. Δοθέντος ότι οι ένορκες βεβαιώσεις συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται ειδική μνεία στη δικαστική απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο εκ του άρθρου 559αρ.11 λόγος αναίρεσης.
5. Τα στοιχεία της επιδιδόμενης κλήσης για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης
Η κλήση, η οποία επιδίδεται (ά. 122 επ. ΚΠολΔ) στον αντίδικο ή τον υπογράφοντα το ένδικο βοήθημα ή μέσο πληρεξούσιο δικηγόρο αυτού (ά. 143 του ίδιου κώδικα), ώστε ο αντίδικος να παρασταθεί στη λήψη ένορκης βεβαίωσης, είναι επί ποινή απαραδέκτου αναγκαίο να περιέχει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η ένορκη βεβαίωση, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα (ά. 422§1 και 424 ΚΠολΔ). Στην εν θέματι κλήση πρέπει να παρατίθενται επιπροσθέτως τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 118 ΚΠολΔ στοιχεία, δεδομένου ότι αυτή αποτελεί δικόγραφο. Μπορεί ως εκ τούτου να σωρεύεται σε δικόγραφο περιέχον έτερη διαδικαστική πράξη (λ.χ. αγωγή ή ένδικο μέσο) ή να γίνεται, όταν η ένορκη βεβαίωση πρόκειται να προσκομισθεί νομίμως με την προσθήκη, ακόμη και μέσω δήλωσης στο ακροατήριο, καταχωριζόμενης στα πρακτικά.
Η προειρημένη κλήση υπογράφεται, ως διαδικαστική πράξη της επίσπευσης της λήψης της ένορκης βεβαίωσης, από πληρεξούσιο δικηγόρο (ά. 94 επ. ΚΠολΔ), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες με τη διάταξη του άρθρου 94§2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις, οπότε επιτρέπεται να υπογράφεται από τον ίδιο τον επισπεύδοντα διάδικο.
Δεν αποκλείεται εξάλλου η προαναφερθείσα κύρωση του απαραδέκτου της ένορκης βεβαίωσης να τυγχάνει in concreto δυσανάλογη, εφόσον πληρούται ο σκοπός της επίδοσης κλήσης για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, ο οποίος συνίσταται στην πληροφόρηση του αντιδίκου ως προς αυτήν και το περιεχόμενό της, για να έχει τη δυνατότητα να το αντικρούσει. Τούτο συμβαίνει, όταν στην προμνημονευθείσα επιδιδόμενη κλήση δε διαλαμβάνεται ή δεν αναγράφεται ορθά ορισμένο από τα προειρημένα στοιχεία του άρθρου 422§1 ΚΠολΔ, αλλά προκύπτει από έτερα στοιχεία της κλήσης, έστω και σε συνδυασμό με άλλα έγγραφα, ο αντίδικος παραστάθηκε κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης (ά. 422§2 του ίδιου κώδικα) ή δεν προβάλλει, επικαλούμενος μέσω ένστασης δικονομική του βλάβη, το ελάττωμα. Αυτό δε λαμβάνεται τότε αυτεπαγγέλτως υπόψη, όπως ισχύει αντιθέτως κατά κανόνα αναφορικά με τον έλεγχο των προϋποθέσεων νομότυπης σύνταξης της ένορκης βεβαίωσης, και, αν δε γίνει δεκτή σχετική ένσταση, καλύπτεται (βλ. επίσης τα ά. 116 και 262§1 ΚΠολΔ). Στις περί ων ο λόγος περιπτώσεις απαιτείται επομένως, ενόψει της συνταγματικής κατοχύρωσης του δικαιώματος απόδειξης (ά. 20§1 Σ.) και της αρχής της αναλογικότητας (ά. 25§1εδ.δ Σ.), να λαμβάνονται παραδεκτώς υπόψη, μέσω συσταλτικής ερμηνείας της ρύθμισης του άρθρου 424 ΚΠολΔ, οι επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις ως τέτοιες ή τουλάχιστον ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή δικαστικά τεκμήρια, ώστε να μη θίγεται στον πυρήνα αυτού το θεμελιώδες δικαίωμα απόδειξης επί απόρριψης ως απαράδεκτων κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων των διαδίκων (βλ. και το ά. 346 ΚΠολΔ περί της αρχής της κοινότητας των αποδεικτικών μέσων).
6. Η προθεσμία κλήτευσης ως προς τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης
Ο αντίδικος πρέπει, στο πλαίσιο τόσο της τακτικής όσο και των ειδικών διαδικασιών, να κλητεύεται στη λήψη της ένορκης βεβαίωσης δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση (ά. 422§1 ΚΠολΔ). Αλλιώς, η ένορκη βεβαίωση τυγχάνει απορριπτέα, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, εκτός αν ο αντίδικος παραστάθηκε κατά τη λήψη αυτής και δεν προβάλλει με ένσταση, επικαλούμενος και αποδεικνύοντας δικονομική του βλάβη, την παρατυπία (ά. 116, 262§1, 422§2 και 424 ΚΠολΔ).
Για τον υπολογισμό της προμνημονευθείσας προπαρασκευαστικής προθεσμίας δεν προσμετρώνται η ημέρα λήψης της ένορκης βεβαίωσης και εκείνη της επίδοσης της προειρημένης σχετικής κλήσης στον αντίδικο ως αφετήριο χρονικό σημείο, ενώ το Σάββατο δε συνυπολογίζεται, διότι αποτελεί μη εργάσιμη ημέρα. Αν λοιπόν η προτεραία της λήψης της ένορκης βεβαίωσης συνιστά αργία ή εξαιρετέα ημέρα, η λήξη της υπό εξέταση προθεσμίας μετατίθεται στην αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα.
7. Η καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητα για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης
Οι ένορκες βεβαιώσεις παρέχονται εν πρώτοις ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, είτε της έδρας του δικαστηρίου της κύριας δίκης είτε της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα. Ο εν λόγω συμβολαιογράφος μπορεί να ασκεί τα καθήκοντα αυτού στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή. Επιτρέπεται επιπροσθέτως η λήψη ένορκης βεβαίωσης από πρόξενο της Ελλάδας, ο οποίος ασκεί τα καθήκοντά του στην αλλοδαπή και πιο συγκεκριμένα στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα (ά. 421 ΚΠολΔ).
Η καθ’ ύλην αναρμοδιότητα του οργάνου, ενώπιον του οποίου παρέχεται η ένορκη βεβαίωση, έχει ως συνέπεια να μη λαμβάνεται αυτή παραδεκτώς υπόψη κατ’ αρχήν ούτε ως μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο ή δικαστικό τεκμήριο και άρα να απορρίπτεται, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (ά. 424 ΚΠολΔ). Η ανυπαρξία κατά τόπον αρμοδιότητας επιφέρει αντιθέτως, με συσταλτική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 424 ΚΠολΔ, το απαράδεκτο της οικείας ένορκης βεβαίωσης, μόνον εφόσον ο αντίδικος επικαλείται κατ’ ένσταση και αποδεικνύει εντεύθεν δικονομική του βλάβη (ά. 116, 262§1 και 424 του αυτού κώδικα).
8. Η παράσταση του αντιδίκου κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης
Σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 422§2 ΚΠολΔ, οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να παρίστανται κατά την ένορκη βεβαίωση, είτε αυτοπροσώπως είτε μετά ή διά πληρεξουσίου δικηγόρου (πρβλ. τα ά. 94 επ. του ίδιου κώδικα). Ως τέτοιοι δε νοούνται αποκλειστικά ο επισπεύδων διάδικος και οι κλητευθέντες αντίδικοι αυτού, αλλά και οι ομόδικοί του.
Ο παριστάμενος διάδικος δε δικαιούται ωστόσο να απευθύνει ερωτήσεις προς τον ενόρκως βεβαιούντα (πρβλ. το ά. 6 ΕΣΔΑ). Διαθέτει πάντως το δικαίωμα να προβάλει αφενός ενστάσεις αναφορικά με τη διαδικασία λήψης της ένορκης βεβαίωσης, όπως επί παραδείγματι ως προς την κλήση και την κατά τόπον αρμοδιότητα του οργάνου, και αφετέρου αιτήσεις εξαίρεσης του προσώπου που παρέχει τη βεβαίωση. Οι προμνημονευθείσες ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης (ά. 400 και 423§1 ΚΠολΔ) ή ανεπιτηδειότητας (ά. 399 και 423§1 του αυτού κώδικα) καταχωρίζονται υποχρεωτικά από το όργανο, το οποίο λαμβάνει την ένορκη βεβαίωση, στο προοίμιό της, προκειμένου να καταγράφονται σαφώς και εγκαίρως, αλλά κρίνονται από το δικαστήριο, όπου εκκρεμεί η σχετική διαφορά (ά. 423§2 ΚΠολΔ).
Ακόμη εντούτοις κι αν ο διάδικος δεν παρασταθεί κατά την παροχή της ένορκης βεβαίωσης ή παρασταθεί δίχως καταχώριση των προειρημένων ενστάσεων και αιτήσεων εξαίρεσης ή ανεπιτηδειότητας, αυτές δεν καλύπτονται κατ’ αρχήν. Δύνανται να προβληθούν σε μεταγενέστερο στάδιο, αλλά με όριο το άρθρο 116 ΚΠολΔ για την αρχή της καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης.
9. Η κύρωση του απαραδέκτου των ελαττωματικών ένορκων βεβαιώσεων
Οι ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν δοθεί κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 421, 422 και 423§2 ΚΠολΔ, δε λαμβάνονται, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 424 του ίδιου κώδικα, υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, ως προς την οποία παρασχέθηκαν, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή, πολλώ μάλλον (arg. a maiore ad minus), ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα. Η απαγγελλόμενη δικονομική κύρωση για τις εν θέματι ελαττωματικές ένορκες βεβαιώσεις έγκειται στην απόρριψη αυτών ως απαράδεκτων. Το περί ου ο λόγος απαράδεκτο λαμβάνεται κατ’ αρχήν αυτεπαγγέλτως υπόψη, όπως επί καθ’ ύλην αναρμοδιότητας του οργάνου, ενώπιον του οποίου παρέχεται η ένορκη βεβαίωση, ή υπέρβασης του επιτρεπόμενου αριθμού των προσκομιζόμενων ένορκων βεβαιώσεων. Η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 423§1 ΚΠολΔ και των εκεί διαλαμβανόμενων, αναλόγως εφαρμοζόμενων από το πεδίο της μαρτυρικής κατάθεσης, ρυθμίσεων δεν επιφέρει ωστόσο, επί τη βάσει των προμνημονευθέντων για τη συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 424 ΚΠολΔ, το απαράδεκτο της επίμαχης ένορκης βεβαίωσης, αλλά τις προειρημένες συνέπειες που επέρχονται ως προς την αντίστοιχη μαρτυρική κατάθεση.
Ενδέχεται περαιτέρω η αναλυόμενη κύρωση του απαραδέκτου να μη συμβαδίζει in concreto με τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη κανονιστική αρχή της αναλογικότητας (ά. 25§1εδ.δ Σ.) και να θίγει έτσι τον πυρήνα του συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος απόδειξης (ά. 20§1 Σ.). Τούτο συμβαίνει, κυρίως όταν πληρούται in casu η βασική ratio των διατάξεων για τη διαδικασία της λήψης ένορκης βεβαίωσης, που συνίσταται στην πληροφόρηση του αντιδίκου ως προς αυτήν και το περιεχόμενό της, προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να το αντικρούσει. Στις υπό εξέταση περιπτώσεις πρέπει επομένως, ανακεφαλαιώνοντας όσα έχουν ήδη αναφερθεί για το εγγύτερα αναπτυσσόμενο ζήτημα, να γίνεται δεκτό, μέσω σύμφωνης προς το Σύνταγμα συσταλτικής ερμηνείας της ρύθμισης του άρθρου 424 ΚΠολΔ, ότι η κύρωση του απαραδέκτου της ελαττωματικής ένορκης βεβαίωσης καλύπτεται, εφόσον επί παραδείγματι, ανάλογα με τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ο αντίδικος παραστάθηκε κατά την ένορκη βεβαίωση ή/και δεν προβάλλει την παρατυπία αυτής, επικαλούμενος και αποδεικνύοντας εντεύθεν δικονομική του βλάβη. Το ελάττωμα της ένορκης βεβαίωσης δε λαμβάνεται τότε αυτεπαγγέλτως υπόψη, αλλά μόνον κατόπιν πρότασης εκ μέρους του αντιδίκου σχετικής ένστασης (ά. 262§1 ΚΠολΔ), η οποία μπορεί να έχει ως δικαιοθετική βάση τις διατάξεις των άρθρων 116 και 424 ΚΠολΔ (πρβλ. τα ά. 159 επ. του ίδιου κώδικα) και να προβάλλεται με καταχώριση στο προοίμιο της οικείας ένορκης βεβαίωσης κατά τη λήψη αυτής (ά. 423§2 ΚΠολΔ), τις προτάσεις (ά. 237§1 και 591§1στοιχ.γ,δ ΚΠολΔ), την προσθήκη-αντίκρουση (ά. 237§2 και 591§1στοιχ.στ ΚΠολΔ) ή στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης (ά. 256 ΚΠολΔ), με όριο το άρθρο 116 ΚΠολΔ. Όταν λοιπόν η παρατυπία του αναλυόμενου αποδεικτικού μέσου θεραπεύεται σύμφωνα με τα προμνημονευθέντα, η ένορκη βεβαίωση συνεκτιμάται, υπό την επιφύλαξη των ρυθμίσεων των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, ως τέτοια ή τουλάχιστον ως μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο ή δικαστικό τεκμήριο, ανάλογα με τη φύση και τη βαρύτητα του οικείου ελαττώματος αυτής.
Η λήψη υπόψη απαράδεκτης ένορκης βεβαίωσης και η μη συνεκτίμηση παραδεκτής στοιχειοθετούν εν κατακλείδι το λόγο έφεσης για την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και τον αναιρετικό εκ του άρθρου 559αρ.11 ΚΠολΔ. Απαιτείται συνεπώς αφενός οι παραδεκτές ένορκες βεβαιώσεις να εξατομικεύονται στη δικαστική απόφαση και αφετέρου, επί συνδρομής οποιουδήποτε ελαττώματος προσκομιζόμενης ένορκης βεβαίωσης, να αιτιολογείται ειδικά από το δικαστήριο της ουσίας, είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από σχετική ένσταση σύμφωνα με τις προειρημένες διακρίσεις, το παραδεκτό ή το απαράδεκτό της.
ΙΙ. Οι μάρτυρες
1. Οι περιορισμοί του εμμάρτυρου μέσου κατά τα άρθρα 393 και 394 ΚΠολΔ

Όσον αφορά τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ περιορισμούς της εμμάρτυρης απόδειξης, οι οποίοι ισχύουν επιπλέον, μετά το Ν. 4335/2015, ως προς τις ένορκες βεβαιώσεις (ά. 423§1 ΚΠολΔ) και τις ειδικές διαδικασίες (ά. 591§1εδ.α ΚΠολΔ), επέρχονται με τον προμνημονευθέντα νόμο περιορισμένες τροποποιήσεις. Διατηρείται λοιπόν η απαγόρευση της απόδειξης μέσω μαρτύρων της κατάρτισης συμβάσεων και συλλογικών πράξεων, αλλά αυξάνεται το ανώτατο ποσοτικό όριο του επιτρεπτού της εν θέματι απόδειξης από το ποσό των 20.000 ευρώ σ’ αυτό των 30.000 ευρώ (ά. 393§1 ΚΠολΔ). Όταν το δικαστήριο πρέπει στην τακτική διαδικασία να αποφανθεί για το εάν είναι απολύτως αναγκαία η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο (βλ. το ά. 237§6 ΚΠολΔ), απαιτείται κατόπιν τούτων να σταθμίζεται επίσης το in concreto επιτρεπτό του εμμάρτυρου μέσου σύμφωνα με τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις. Αν εξετασθεί μάρτυρας κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 393§§1,2 και 394§2 ΚΠολΔ, χωρίς να συντρέχει in casu κάποια από τις προβλεπόμενες μέσω της ρύθμισης του άρθρου 394§1 του ίδιου κώδικα εξαιρέσεις, θεμελιώνονται ο λόγος έφεσης για την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ο αναιρετικός εκ του άρθρου 559αρ.11 ΚΠολΔ.
Στον εισαγόμενο με τη διάταξη του άρθρου 393§1 ΚΠολΔ περιορισμό εμπίπτουν όλες οι μορφές συμβάσεων (π.χ. εμπράγματες και ενοχικές, ετεροβαρείς και αμφοτεροβαρείς) και συλλογικών πράξεων (λ.χ. αποφάσεις ένωσης προσώπων ή οργάνου νομικού προσώπου), τα προσύμφωνα και τα πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας καταρτισθείσας εγγράφως, εφόσον η συνολική αξία του αντικειμένου τους (ά. 7 επ. ΚΠολΔ) υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ. Στην περίπτωση των αμφοτεροβαρών συμβάσεων λαμβάνεται εντούτοις υπόψη η αξία της ένδικης παροχής.
Ο εν λόγω ποσοτικός περιορισμός καταλαμβάνει τόσο τα δημιουργικά όσο και τα καταργητικά της σύμβασης γεγονότα, εφόσον διαθέτουν συμβατική φύση. Υπάγονται επομένως σ’ αυτόν επί παραδείγματι η καταβολή (ΑΚ 416), όταν έγκειται στη μεταβίβαση της κυριότητας χρημάτων (εξόφληση) ή έτερων πραγμάτων (εκπλήρωση) (ΑΚ 1033 επ.), η δόση και η υπόσχεση αντί καταβολής (ΑΚ 419 και 421), η ανανέωση (ΑΚ 436), η άφεση χρέους (ΑΚ 454) και ο συμβατικός συμψηφισμός (ΑΚ 361). Δεν εμπίπτουν αντιθέτως οι παράνομες πράξεις (λ.χ. αδικοπραξίες), οι υλικές πράξεις, οι μονομερείς δικαιοπραξίες (π.χ. ο μονομερής συμψηφισμός, ΑΚ 440 επ.), οι οιονεί δικαιοπραξίες καθώς και όσα πραγματικά περιστατικά αποτελούν είτε λόγους ακυρότητας ή ακυρωσίας σύμβασης ή συλλογικής πράξης είτε προϋποθέσεις ευθύνης από διαπραγματεύσεις (ΑΚ 197-198), διοίκηση αλλοτρίων (ΑΚ 730 επ.) ή αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 904 επ.).
Ο προπεριγραφείς περιορισμός αφορά μόνον τους συναλλασσομένους και τα ταυτιζόμενα μ’ αυτούς πρόσωπα, δηλαδή τους αντιπροσώπους και τους διαδόχους τους. Δεν καταλαμβάνει τρίτα πρόσωπα, όπως είναι οι μη δικαιούχοι ή μη υπόχρεοι διάδικοι (π.χ. ο πλαγιαστικώς ενάγων κατ’ άρθρο 72 ΚΠολΔ δανειστής και ο σύνδικος της πτώχευσης). Δεν ισχύει επιπροσθέτως, δυνάμει ρητής πρόβλεψης (ά. 11 και 29 Ν. 2532/1997), στη διεθνή πώληση κινητών πραγμάτων.
2. Η δυνατότητα εξέτασης μαρτύρων μέσω τηλεδιάσκεψης
Σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 393§3 ΚΠολΔ, οι μάρτυρες μπορούν, στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαδικασίας, να εξετασθούν και μέσω τηλεδιάσκεψης. Πρέπει προς τούτο να εκδοθεί από το δικάζον δικαστήριο μη οριστική απόφαση (βλ. επίσης το ά. 237§11 ΚΠολΔ), οπότε ενδέχεται όμως να επέλθει, αντί για την επιτάχυνση, η παρέλκυση της δίκης.
3. Η κατάργηση ως λόγου εξαίρεσης μάρτυρα της εξάρτησης συμφέροντος αυτού από την έκβαση της δίκης
Μέσω του Ν. 4335/2015 καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 400αρ.3 ΚΠολΔ, η οποία όριζε ότι δεν εξετάζονται ως μάρτυρες «πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη». Ακόμη ωστόσο και πριν από την κατάργηση της προειρημένης απαγόρευσης, η εξέταση εξαιρετέων μαρτύρων είχε ως συνέπεια να λαμβάνονται οι οικείες μαρτυρικές καταθέσεις υπόψη ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα.
4. Η εξέταση ενός τουλάχιστον μάρτυρα ανά διάδικη πλευρά
Δυνάμει της ρύθμισης του άρθρου 396 ΚΠολΔ, το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάσει έναν τουλάχιστον από τους προτεινόμενους και παριστάμενους μάρτυρες ανά διάδικη πλευρά, ενώ, σε περίπτωση ομοδικίας, μπορεί να εξετασθεί ένας μάρτυρας για κάθε ομόδικο, αν κάτι τέτοιο καθίσταται απαραίτητο εξαιτίας διαφορετικών συμφερόντων των ομοδίκων. Η εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου στην τακτική διαδικασία προϋποθέτει εντούτοις ότι το δικάζον δικαστήριο κρίνει απολύτως αναγκαία τη διεξαγωγή μαρτυρικής απόδειξης στο ακροατήριο (βλ. το ά. 237§6 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Η προβολή της ένστασης πλαστότητας
Με το Ν. 4335/2015 καταργήθηκε η δυνατότητα προφορικής πρότασης της ένστασης πλαστότητας εγγράφου στο πλαίσιο των διαδικασιών εκείνων, όπου η υποβολή προτάσεων δεν τυγχάνει υποχρεωτική, ήτοι στις δίκες περί μικροδιαφορών και στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ά. 115§3, 461 και 686 ΚΠολΔ). Όταν γενικότερα η πλαστογραφία αποδίδεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, η προσβολή εγγράφου ως πλαστού μπορεί να γίνει μέσω κύριας ή παρεμπίπτουσας αγωγής (βλ. το ά. 70 ΚΠολΔ), του δικογράφου της ανακοπής ή της έφεσης και ένστασης προβαλλόμενης με τις προτάσεις (ά. 461 και 237§1 ΚΠολΔ) ή, επί προσκομιζόμενων μέσω των προτάσεων εγγράφων, την προσθήκη-αντίκρουση (ά. 237§2 ΚΠολΔ). Στις περιπτώσεις που οι προτάσεις και τα έγγραφα κατατίθενται στο ακροατήριο, όπως συμβαίνει στην έκκλητη δίκη της τακτικής διαδικασίας, στις μικροδιαφορές, στις ειδικές διαδικασίες, σ’ αυτήν των ασφαλιστικών μέτρων και στην εκουσία δικαιοδοσία, ο ισχυρισμός περί πλαστότητας δύναται μάλιστα να περιέχεται είτε στις προτάσεις είτε στην προσθήκη-αντίκρουση ή, επί ασφαλιστικών μέτρων, και στο κατατιθέμενο εντός της χορηγούμενης από το δικαστήριο προθεσμίας σημείωμα (ά. 461, 524, 591§1στοιχ.γ,δ,στ, 686, 745 και 759 ΚΠολΔ). Η αποδιδόμενη σε ορισμένο πρόσωπο πλαστογραφία μπορεί λοιπόν να προβληθεί σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας δίκης, αλλά κατ’ εξαίρεση και ενώπιον του ανώτατου ακυρωτικού (βλ. κατ’ επέκταση τα ά. 462, 463 και 465 ΚΠολΔ). Στο πλαίσιο ποινικής δίκης, η προσβολή εγγράφου ως πλαστού λαμβάνει χώρα με τους προβλεπόμενους από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας τρόπους (ά. 461 ΚΠολΔ, 38, 42 και 338 ΚΠΔ).
Όταν άλλωστε η πλαστογραφία δεν αποδίδεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ο σχετικός ισχυρισμός προτείνεται αποκλειστικά μέσω ένστασης, η οποία υπάγεται στο συγκεντρωτικό σύστημα (ά. 527 ΚΠολΔ). Η προμνημονευθείσα ένσταση προβάλλεται, στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας, με τις προτάσεις ή την προσθήκη σ’ αυτές (ά. 237§§1,2 ΚΠολΔ), ενώ, στην έκκλητη δίκη της τακτικής διαδικασίας, στις μικροδιαφορές, στις ειδικές διαδικασίες, σ’ εκείνη των ασφαλιστικών μέτρων και στην εκουσία δικαιοδοσία, μέσω είτε των προτάσεων είτε της προσθήκης-αντίκρουσης ή, σε περίπτωση ασφαλιστικών μέτρων, και του σημειώματος (ά. 463, 464, 465, 524, 591§1στοιχ.γ,δ,στ, 686, 745 και 759 ΚΠολΔ).
Δ. Διαχρονικό δίκαιο
Οι διατάξεις των άρθρων 237-238 και 591-645 ΚΠολΔ περί της τακτικής και των ειδικών διαδικασιών αντιστοίχως, όπως έχουν διαμορφωθεί κατόπιν του Ν. 4335/2015, ισχύουν, σύμφωνα με τις δύο πρώτες παραγράφους του άρθρου ένατου του τελευταίου, ως προς τα κατατιθέμενα ύστερα από την 1-1-2016 ένδικα βοηθήματα. Οι διέπουσες τα ένδικα μέσα ρυθμίσεις των άρθρων 495 επ. ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν τροποποιηθεί με το Ν. 4335/2015, εφαρμόζονται, δυνάμει της δεύτερης παραγράφου του άρθρου ένατου του προειρημένου νόμου, στα κατατιθέμενα μετά την 1-1-2016 ένδικα μέσα. Δεν έχει θεσπισθεί αντιθέτως ειδικός κανόνας διαχρονικού δικαίου αναφορικά με τις διατάξεις του δικαίου της απόδειξης του ΚΠολΔ, οι οποίες επηρεάσθηκαν από το Ν. 4335/2015 και συνίστανται κυρίως σ’ αυτές των άρθρων 340, 393, 394, 396, 400, 421 επ. και 461 του προμνημονευθέντος κώδικα, οπότε η ισχύς τους αφετηριάζεται, σύμφωνα με τη γενικότερη τέταρτη παράγραφο του άρθρου ένατου του Ν. 4335/2015, από την 1-1-2016, εφαρμοζόμενες, σε πρώτη ανάγνωση, και επί των ήδη εκκρεμών κατά την 1-1-2016 υποθέσεων.
Η ισχύς των προειρημένων νέων ρυθμίσεων του δικαίου της απόδειξης στα ένδικα βοηθήματα και μέσα, τα οποία εκκρεμούν πριν από την 1-1-2016 και υπάγονται ως εκ τούτου στο προγενέστερο του Ν. 4335/2015 δικονομικό καθεστώς, δε συνάδει ωστόσο, προφανώς ενόψει των προαναφερθέντων, συστηματικά και τελολογικά προς το τελευταίο, με αποτέλεσμα να τίθεται υπό αμφισβήτηση εάν η βούληση του νομοθέτη έγκειται στην προκύπτουσα από την προμνημονευθείσα γραμματική ερμηνεία άμεση εφαρμογή των εν θέματι διατάξεων από την 1-1-2016. Διαπιστώνεται επομένως in concreto η ύπαρξη συγκεκαλυμμένου κενού, για την πλήρωση του οποίου αποβαίνει αναγκαία η συσταλτική ερμηνεία της ρύθμισης της τέταρτης παραγράφου του άρθρου ένατου του Ν. 4335/2015, ώστε να επεκταθεί εν προκειμένω, μέσω αναλογίας δικαίου από τις διατάξεις αφενός των δύο πρώτων παραγράφων του ίδιου άρθρου και αφετέρου των άρθρων 5§2στοιχ.δ, 20 και 21 ΕισΝΚΠολΔ, ως προς τις ήδη ένδικες κατά την 1-1-2016 σε οποιοδήποτε στάδιο διαφορές και μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση αυτών η γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, δυνάμει της οποίας το παραδεκτό και η δύναμη των αποδεικτικών μέσων διέπονται από το νομικό πλαίσιο που ίσχυε κατά το χρόνο της γέννησης της εκάστοτε αποδεικτέας έννομης σχέσης.
Υπό διαφορετική ερμηνευτική εκδοχή, οι διάδικοι θα μπορούσαν να στερηθούν in abstracto ιδιαίτερα κρίσιμα και παραδεκτά υπό το ισχύον πριν από την 1-1-2016 νομοθετικό καθεστώς αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία θα απορρίπτονταν εντούτοις ως απαράδεκτα, όπερ θα προσέκρουε στο συνταγματικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας (ά. 20§1 Σ.), θα έθιγε τον πυρήνα του εντεύθεν πηγάζοντος δικαιώματος απόδειξης και θα αντέκειτο στην ήδη καταδειχθείσα ανάγκη σύμφωνης μ’ αυτό ερμηνείας των επίμαχων ρυθμίσεων. Έτσι, επιτρέπεται, για παράδειγμα, ανεξαρτήτως ποσού η απόδειξη μέσω μαρτύρων σύμβασης μίσθωσης ή εργασίας που συνήφθη και κατέστη ένδικη πριν από την 1-1-2016, αφού δεν ίσχυαν τότε επί των ειδικών διαδικασιών οι διατάξεις των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ. Στην επιδιδόμενη κλήση ως προς τη λήψη ένορκης βεβαίωσης και στην ίδια την ένορκη βεβαίωση σχετικά με τις ήδη εκκρεμείς κατά την 1-1-2016 υποθέσεις δεν εφαρμόζονται εξάλλου, σε κανένα στάδιο της δίκης και έως την αμετάκλητη περάτωση αυτής, οι νέες ρυθμίσεις των άρθρων 421 επ. ΚΠολΔ, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν οι καταργούμενες με το Ν. 4335/2015 διατάξεις των άρθρων 270§2, 650§1 και 671§1 ΚΠολΔ, μολονότι θα ήταν προτιμότερο, για την ασφάλεια του δικαίου και της αποδεικτικής διαδικασίας, να τηρούνται από τους διαδίκους εν τοις πράγμασι οι προβλεπόμενες από τις προειρημένες νέες ρυθμίσεις διατυπώσεις των ένορκων βεβαιώσεων και ως προς τις ένδικες πριν από την 1-1-2016 διαφορές σε οποιοδήποτε στάδιο.
Ε. Συμπερασματικές σκέψεις
Η προπεριγραφείσα νομοθετική προσπάθεια μέσω του Ν. 4335/2015 χαρακτηρίζεται, στο πεδίο του δικαίου της απόδειξης, κυρίως από τα βασικά μειονεκτήματα της σημαντικής υποχώρησης των θεμελιωδών αρχών της προφορικότητας και της αμεσότητας των αποδείξεων στην τακτική διαδικασία, της συνακόλουθης άνευ επαρκούς ερείσματος αναβάθμισης των προβληματικών από τη σκοπιά ιδίως των άρθρων 20§1 Σ. και 6 ΕΣΔΑ ένορκων βεβαιώσεων, της ανελαστικότητας της κύρωσης του απαραδέκτου αυτών επί μη τήρησης των άρθρων 421 επ. ΚΠολΔ και της μη εισαγωγής ειδικού κανόνα διαχρονικού δικαίου για την εφαρμογή όλων των τροποποιήσεων του δικαίου της απόδειξης με το Ν. 4335/2015 στα κατατιθέμενα κατόπιν της 1-1-2016 ένδικα βοηθήματα προς παροχή πρωτογενούς έννομης προστασίας.
Οι εν λόγω εσφαλμένες νομοθετικές επιλογές ανάγονται στην προχειρότητα και την αποσπασματικότητα των επεμβάσεων στα κείμενα των κωδίκων, τα οποία εξυπηρετούν ωστόσο, μέσω ακριβώς της διαχρονικότητάς τους, την αναγκαία για τη διατήρηση του κοινωνικοοικονομικού ιστού ασφάλεια του δικαίου, ενώ καταδεικνύεται ότι τέτοιες νομοθετικές απόπειρες, όσο κι αν διακατέχονται από αγαθή προαίρεση, δεν πρέπει να παραμερίζουν τον πυλώνα της ορθότητας χάριν αυτού της ταχύτητας ως προς την απονομή της δικαιοσύνης, αλλά με σεβασμό στο δόγμα και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό να προσαρμόζουν την κωδικοποιημένη νομοθεσία στις σύγχρονες συνθήκες και εξελίξεις ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε εφήμερες σκοπιμότητες.
Ο ερμηνευτής και ο εφαρμοστής του δικαίου έρχονται, ενόψει των προαναφερθέντων, αντιμέτωποι με την πρόκληση να εμφυσήσουν πνοή σε ένα ιδιαίτερα τεχνικό νομοθετικό κείμενο, όπως είναι αυτό του Ν. 4335/2015, αναζητώντας για τα ανακύπτοντα πολλαπλά και δυσχερή ερμηνευτικά ζητήματα επιεικείς και ευέλικτες λύσεις, με γνώμονα τη διασφάλιση της πλήρους και ταχείας πραγμάτωσης της ουσιαστικής έννομης τάξης μέσω της μετάβασης από την κανονιστική στην πραγματική ισχύ του δικαίου προς το σκοπό της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και της συνάδουσας προς αυτή βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης.
Κωνσταντίνος Ηρ. Ρήγας
Δ.Ν., Πρωτοδίκης Πατρών
[1] Το παρόν κείμενο αποτελεί τη γραπτή απόδοση της ομιλίας, με αντικείμενο το δίκαιο της απόδειξης, που ανατέθηκε στο γράφοντα στο πλαίσιο της ημερίδας του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών για το «νέο» ΚΠολΔ κατά την 25-11-2016
[2] Ως προς τη βασική βιβλιογραφία της ακολουθούσας ανάπτυξης βλ. Ν. Νίκα, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, 2016· Κ. Κεραμέα, Ένδικα Μέσα, 2004· Ι. Δεληκωστόπουλου, Η αναζήτηση της αλήθειας στην πολιτική δίκη, 2016· Ν. Βόκα, Εισήγηση για την εφαρμογή του Ν. 4335/2015 στην τακτική διαδικασία κατά την ημερίδα της ΕΣΔΙ της 1.12.2015, ΕλλΔνη 2016, σ. 59 επ.· Σπ. Γεωργουλέα, Η δίκη ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων κατά την τακτική διαδικασία: νομοτεχνικά ζητήματα, πρακτικά προβλήματα εφαρμογής και προτεινόμενες λύσεις, ΕλλΔνη 2016, σ. 41 επ.· Π. Γιαννόπουλου, Οι ειδικές διαδικασίες του ΚΠολΔ μετά το Ν. 4335/2015, ΕΠολΔ 2015, σ. 453 επ.· του ίδιου, Οι τροποποιήσεις του Σχεδίου Νόμου για τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που αφορούν στην απόδειξη, ΕΠολΔ 2014, σ. 195 επ.· Π. Γιαννόπουλου/Χρ. Τριανταφυλλίδη, Οι τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015 στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας στο πεδίο του δικαίου της αποδείξεως, ΕλλΔνη 2016, σ. 665 επ.· Κ. Μακρίδου, Η ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών στον πρώτο και δεύτερο βαθμό μετά τις τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015, στον τόμο «Εργατικές διαφορές και νέες διατάξεις του ΚΠολΔ (Ν. 4335/2015)», ΕΝΟΒΕ 2016· της ίδιας, Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις του ΣχΝΚΠολΔ (2014) ως προς την τακτική διαδικασία-συζήτηση στο ακροατήριο, ΕΠολΔ 2014, σ. 187 επ.· Σ. Μούζουρα, Οι γενικές διατάξεις των ειδικών διαδικασιών. Οι διαφορές από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση-περιουσιακές διαφορές, ΕλλΔνη 2016, σ. 78 επ.· Δ. Μπαμπινιώτη, Η ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατά τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ΕΠολΔ 2014, σ. 222 επ.· Κ. Οικονόμου, Οι ειδικές διαδικασίες κατά τον ΚΠολΔ, ΕλλΔνη 2016, σ. 34 επ.· Στ. Πανταζόπουλου, Οι νομοθετικές τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015 στις δίκες των ειδικών διαδικασιών (άρθρα 591 επ. ΚΠολΔ), ΕλλΔνη 2016, σ. 658 επ.· του ίδιου, Οι τροποποιήσεις του ΚΠολΔ στα ένδικα μέσα, στις ειδικές διαδικασίες και στο γενικό μέρος της αναγκαστικής εκτέλεσης βάσει του Ν. 4335/2015, ΕΠολΔ 2015, σ. 266 επ.· Ευ. Ποδηματά, Διαφορές από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση. Γενικό διαδικαστικό πλαίσιο και ειδικές παρατηρήσεις στις διατάξεις των νέων άρθρων 592-613 ΚΠολΔ (όπως ισχύουν μετά το Ν. 4335/2015), ΧρΙΔ 2015, σ. 641 επ.· της ίδιας, Παρατηρήσεις επί των νέων άρθρων 623 έως 646 («Διαταγές») του Σχεδίου ΚΠολΔ 2014, ΕΠολΔ 2014, σ. 230 επ.· Κ. Ρήγα, Οι Διαταγές και η Εκουσία Δικαιοδοσία στο νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (μετά το Ν. 4335/2015), ΕλλΔνη 2016, σ. 109 επ.· Χρ. Σεβαστίδη, Οι ειδικές διαδικασίες στον νέο ΚΠολΔ (Ν. 4335/2015), ΕλλΔνη 2016, σ. 73 επ.· Γρ. Τιμαγένη, Διαφορές από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση, ΕΠολΔ 2014, σ. 215 επ.· Σπ. Τσαντίνη, Ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας. Γενικό Μέρος, ΕΠολΔ 2014, σ. 178 επ.
lawtakpap.blogspot.gr