Δημοσιεύθηκε ο νέος Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Νόμος 4938/2022). Ο νέος νόμος περιλαμβάνει εκτενείς τροποποιήσεις στον Κώδικα Δικηγόρων

52

Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο νέος Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις (Νόμος 4938/2022).

Ο νέος νόμος περιλαμβάνει επίσης εκτενείς τροποποιήσεις στον Κώδικα Δικηγόρων.

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, με το νέο Νόμο αντικαθίστανται και εκσυγχρονίζονται διατάξεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, οι οποίες λόγω της παρόδου των ετών αλλά και της αποσπασματικότητάς τους είχαν καταστεί δυσλειτουργικές και δυσχερώς εφαρμόσιμες.

Μεταξύ άλλων:

α) επανακαθορίζεται το πλαίσιο βάσει του οποίου γίνεται η ίδρυση, συγχώνευση και κατάργηση δικαστηρίων και εισαγγελιών ενώ προβλέπεται και η δυνατότητα εν όλω ή εν μέρει μετατροπής των δικαστηρίων σε δικαστήρια τηλεματικής (άρθρο 2),

β) αντιμετωπίζεται το πρόβλημα της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων σε έκτακτες περιστάσεις, όπως η πανδημία του κορωνοϊού COVID – 19, η εμφάνιση έκτακτων καιρικών φαινομένων και η συνδρομή άλλων λόγων ανωτέρας βίας (παρ. 2 άρθρου 22),

γ) αναμορφώνεται η διαδικασία ανάδειξης της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας, ώστε να ανταποκρίνεται με πρόσφορο τρόπο στις ουσιαστικές απαιτήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας με σεβασμό στις συνταγματικές επιταγές (παρ. 3 άρθρου 59), σύμφωνα και με τις πρακτικές αλλοδαπών εννόμων τάξεων και τις προτάσεις διεθνών οργάνων,

δ) αναδιαμορφώνεται το νομοθετικό πλαίσιο για τη χορήγηση εκπαιδευτικών αδειών, σε συμμόρφωση και προς τις διεθνείς και ευρωπαϊκές αρχές για τη δικαστική εκπαίδευση (άρθρα 55 και 56) καθώς και το νομοθετικό πλαίσιο σχετικά με την εκπροσώπηση της χώρας από λειτουργούς της δικαιοσύνης σε διεθνή και ευρωπαϊκά όργανα (άρθρο 62) και αξιοποιούνται οι δυνατότητες που παρέχουν τα διεθνή και ευρωπαϊκά προγράμματα για την επιμόρφωση των δικαστικών λειτουργών.

Παράλληλα, εντάσσεται στην υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών, η παρακολούθηση των υποχρεωτικών επιμορφωτικών σεμιναρίων της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔι) (παρ. 3 άρθρου 74, παρ. 4 άρθρου 77, παρ. 6 άρθρου 83, παρ. 7 άρθρου 89, παρ. 7 άρθρου 100),

ε) προκειμένου η αξιολόγηση των δικαστικών λειτουργών να καταστεί, κατά το δυνατόν, ουσιαστική, αντικειμενική και αποτελεσματική, επέρχονται, με γνώμονα τον σεβασμό της δικαστικής ανεξαρτησίας, οι κατάλληλες τροποποιήσεις και προσθήκες στις διατάξεις του Κώδικα που αφορούν την επιθεώρηση προκειμένου να παρέχει πιο ασφαλή και αντικειμενικά δεδομένα για τον υπό αξιολόγηση δικαστικό λειτουργό.

Στο πλαίσιο αυτό, δίνεται βαρύτητα στην επιθεώρηση των δικαστηρίων και των εισαγγελιών ως οργανωτικών μονάδων (άρθρα 100-102).

Περαιτέρω, οι νέες διατάξεις διευκολύνουν την εξατομικευμένη διάγνωση των προσόντων, ιδιαίτερων χαρακτηριστικών ή αδυναμιών εκάστου δικαστικού λειτουργού και εξυπηρετούν το βασικό σκοπό της επιθεώρησης, ο οποίος συνίσταται στη διακρίβωση, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, της ικανότητας και επάρκειάς του για την εκπλήρωση των καθηκόντων του στον απαιτούμενο βαθμό καθώς και στην ανάπτυξη πνεύματος συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Παράλληλα, η επιθεώρηση επεκτείνεται και στους διευθύνοντες τα δικαστήρια και τις εισαγγελίες των οποίων ο ρόλος είναι κομβικός για την αποτελεσματική απονομή τα δικαιοσύνης (άρθρα 101 και 102),

στ) προβλέπεται, για πρώτη φορά, η υποχρεωτική παρακολούθηση από τα μέλη των Συμβουλίων Επιθεώρησης και τους Επιθεωρητές προγραμμάτων επιμόρφωσης που διοργανώνονται στην ΕΣΔι μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Σχολής, πριν από την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, ώστε οι τελευταίοι να έχουν στη διάθεσή τους, μαζί με το ενιαίο πλαίσιο οδηγιών, πρακτικών και κατευθύνσεων του άρθρου 104, ένα ισχυρό οπλοστάσιο προκειμένου να ανταποκριθούν με επιτυχία στο ρόλο τους (άρθρο 99) και

ζ) δεδομένου ότι η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα του δικαιοδοτικού μας συστήματος, προβλέπεται ότι η μη έγκαιρη ολοκλήρωση των υποθέσεων από τους δικαστικούς λειτουργούς δύναται να οδηγήσει σε στέρηση μισθού και σε πειθαρχικές κυρώσεις, που μπορούν να φτάσουν μέχρι και την οριστική αποπομπή των δικαστικών λειτουργών (άρθρα 59 και 109). 

Δείτε αναλυτικά το Ν. 4938/2022.

ΠΗΓΗlawspot.gr