ΕιρΑθ 857/2018 Διαδικασία περιουσιακών διαφορών – Ανακοπή ενώπιον Ειρηνοδικείου -.

53

Ακύρωση διαταγής πληρωμής. Παράνομος ανατοκισμός της εισφοράς του Ν.128/1975. Ορισμένο λόγου ανακοπής χωρίς την αναγκαιότητα αμφισβήτησης και προσδιορισμού από τον οφειλέτη συγκεκριμένου επιμέρους ποσού της επιδικασθείσας απαίτησης.

ΑΡΙΘΜΟΣ 857/2018

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Ειρήνη Γεωργαντοπούλου, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Δήμητρα Αθανασοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις ….. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της ανακόπτουσας ….. η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ιωάννας Μπρεάνου.

Της καθ’ ης η ανακοπή: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας µε την επωνυμία …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου ….. .

Η ανακόπτουσα µε την από … ανακοπή της, διαδικασίας περιουσιακών διαφορών, που κατατέθηκε στις … µε ΓΑΚ/ΕΑΚ … , ζήτησε όσα περιέχονται σ’ αυτή.

Για τη συζήτηση της ανακοπής ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, κατά την οποία, αφού εκφωνήθηκε η υπόθεση από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ’ αυτό, το Δικαστήριο αφού άκουσε όσα περιέχονται στα πρακτικά

Μελέτησε τη δικογραφία

Σκέφτηκε σύμφωνα µε το νόμο

 Με την κρινόμενη ανακοπή και για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν επιδιώκεται να ακυρωθούν: α) η µε αριθμό ………. διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε µε βάση οφειλή της ανακόπτουσας, απορρέουσα από σύμβαση πίστωσης µε ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και µε την οποία (διαταγή πληρωμής) η ανακόπτουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ’ ης το ποσό των 17.888,05 ευρώ για κεφάλαιο, πλέον τόκων και εξόδων και β) η από 9.11.2017 επιταγή της καθ’ ης η ανακοπή εταιρίας κάτω από αντίγραφο του α’ εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής και να καταδικαστεί η καθ’ ης στη δικαστική δαπάνη της ανακόπτουσας. Στο δικόγραφο αυτό παραδεκτά σωρεύονται η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής του άρθρου 632 ΚΠολΔ και η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αφού αφενός µεν υπάγονται στην ίδια προκείμενη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ (βλ. και άρθρα 632 παρ. 2 εδ. τελ και 937 παρ. 3 ΚΠολΔ) και στην καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητα του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 14 παρ. 1, 584, 632 παρ. 1 και 933 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), αφετέρου δε το αίτημα κάθε μιας, έστω και στους ίδιους λόγους στηριζόμενο, είναι διαφορετικό, δηλαδή η ακύρωση της διαταγής πληρωμής και η ακύρωση πράξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, αντίστοιχα (βλ. ΑΠ 792/2015 δηµ/νη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, οι ανακοπές έχουν ασκηθεί εμπρόθεσμα, η µεν πρώτη μέσα στην προθεσμία του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, αφού η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 14.11.2017 (όπως προκύπτει από την …. έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή… ) και αυτή άσκησε την κρινόμενη από 4.12.2017 ανακοπή της, που κατατέθηκε στις 5.12.2017 και επιδόθηκε στην καθ’ ης την ίδια ημέρα (όπως προκύπτει από την … έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή … η δε δεύτερη, που αφορά την εκτέλεση, κατ’ άρθρο 934 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει η υπό κρίση ανακοπή να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

Από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 1 Ν. 128/1975, η οποία ορίζει ότι «επιβάλλεται εισφορά βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού … », δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού κανόνα δικαίου. Με την παραπάνω διατύπωση ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή της, ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής της. Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς του Ν.128/1975, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο Ν. 2065/1992, ως από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξης «βαρύνουσα» στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή (η σημασία) προκύπτει από τη χρήση της εν λόγω λέξης σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, µέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ’ ωφελεία της Εθνικής Οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα. Συμπερασματικά, από τα παραπάνω προκύπτει ότι, από το Ν. 128/1975 ούτε προβλέπεται ρητά ως συμβατικά δυνατή αλλά ούτε και απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται µε το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του δημοσίου προσώπου στα πλαίσια της έννομης σχέσης που ιδρύεται µε τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά την (κάθετη) σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι, την (οριζόντια) σχέση μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους αυτούς επιτρέπεται µε βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη (άρθρο 361ΑΚ – βλ ΑΠ 430/2005, ΕφΠατρ 195/2007 δηµ/νες στη «ΝΟΜΟΣ»), πρέπει όμως να ερμηνεύεται ως απόκλιση από τη ρητά και πάγια εκπεφρασμένη βούληση του νομοθέτη να επιβάλλει την εισφορά αυτή σε βάρος των πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα, οπότε πρέπει να αναπτύσσεται εντός καθορισμένων ορίων που τίθενται τόσο από τις γενικές και ειδικές διατάξεις του νόμου. Η επιβολή της εισφοράς αυτής στο δανειολήπτη μπορεί να ελεγχθεί από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο. Σύμφωνα µε την αρχή της διαφάνειας και προσήκουσας ενημέρωσης του δανειολήπτη, πρέπει να παρουσιάζονται στη σύμβαση τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 1495/2006 ΔΕΕ 2006.1307, ΑΠ 43012005, ΕφΑΘ 1485/2008, αδηµ, ΕφΑθ 1558/2007, ΕφΛαρ 114/2006, ΕφΠατρ 195/2007, ΕφΑΘ 776/2006, ΠολΠρΑγρ 68/2007, ΠολΠρθεσ 31919/2007, ΠολΠρθεσ 36104/2006, ΜονΠρΑΘ 889/2007, ΜονΠρΡοδ 23/2006, ΜονΠρΡοδοπ 90/2006, δηµ/νες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περίπτωση έμμεσης κεκαλυμμένης μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς στο δανειολήπτη αποτελεί και ο συνυπολογισμός του ποσοστού της στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρεται, αντί να γίνεται μνεία για την επιβάρυνση του δανειολήπτη µε την εισφορά του Ν .128/1975 στη δανειακή σύμβαση (βλ και παρατηρήσεις Δ.Χατζημιχαήλ κάτω από το κείμενο της 124/2007 απόφασης Εφετείου Λαμίας σε Αρµ. 2009 Β σελ1194, 1196 ). Στα ίδια πλαίσια κινείται η ΠΔΙΤΕ 1969/1991, όπως και η ΠΔ/ΔΤ 250112002 (Α 277), στην οποία προβλέπεται, ως προς τις χορηγήσεις, η υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να ενημερώνουν, µε ιδιαίτερη αναφορά, τους δανειολήπτες για την επιβολή ειδικών εισφορών, φόρων και τελών κατά είδος και ποσό ή ποσοστό (βλ άρθρο 2α περ.ι’), στις οποίες ειδικές εισφορές συγκαταλέγεται και αυτή του Ν. 128/1975. Δεν είναι όμως νόμιμος ο ανατοκισμός του ποσού της εισφοράς αυτής κατά τις περιόδους και τη συχνότητα, που ανατοκίζονται τα τραπεζικά δάνεια και τούτο γιατί ανατοκισμός επιτρέπεται μόνον επί των καθυστερούμενων τόκων και όχι επί των φόρων, εισφορών ή άλλων προμηθειών (άρθρα 12 του Ν. 2601/1998, 30 του Ν. 2783/2000, 47 του Ν. 2783/2000, 42 του Ν. 2912/2001 και 39 του Ν. 3259/2004), επομένως κάθε αντίθετη πρόβλεψη στη σύμβαση είναι αντίθετη µε τις παραπάνω διατάξεις και ελέγχεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 174, 178 και 179 του Α.Κ. (ΑΠ 21/2011. 801, ΑΠ. 1782/2002 ΕλΔ/νη 2002. 1430, Αρµ.2009. 1190, ΜΠρΘεσ 1989/2016 δηµ/νη στη ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση µε τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση ανακοπής της, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της εγκυρότητας του εκτελεστού τίτλου αλλά και όσον αφορά την εγκυρότητα της βάσει του τίτλου αυτού αρξάμενης αναγκαστικής εκτέλεσης και κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η απαίτηση της καθ’ ης που προέκυψε από την εν λόγω σύμβαση δανείου δε γεννήθηκε ποτέ, εφόσον έχει υπολογιστεί µε βάση παράνομους και άκυρους όρους της σύμβασης πίστωσης, καθώς και παράνομο ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975, γεγονός που καθιστά την απαίτηση της καθ’ ης µη νόμιμη, αβέβαιη και ανεκκαθάριστη και τη διαταγή πληρωμής που την ενσωματώνει ακυρωτέα, ως εκδοθείσα για µη βέβαιη και µη εκκαθαρισμένη απαίτηση. Ο λόγος αυτός της ανακοπής προβάλλεται παραδεκτά και είναι νόμιμος, καθώς στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 294 Α.κ. και2 παρ. 7 περ. ια’ Ν. 2251/1994, και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του.

Από όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα µε επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και δη από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, ουδενός των οποίων παραλείφθηκε η συνεκτίμηση (οι διάδικοι δεν εξέτασαν μάρτυρες στο ακροατήριο), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κρίσιμα για την υπόθεση, πραγματικά περιστατικά: Η καθ’ ης η ανακοπή τραπεζική εταιρία επέδωσε στην ανακόπτουσα αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της µε αριθμό …. διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών, µε την οποία την επιτάσσει να της καταβάλει το ποσό των 17.888,05 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Η εν λόγω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε µε βάση την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πίστωσης µε ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, η οποία υπογράφηκε νόμιμα από την ανακόπτουσα και την… , καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ήδη καθ’ ης. Λόγω υπερημερίας της ανακόπτουσας ως προς τις συμφωνημένες καταβολές έναντι της συνολικής οφειλής της, η καθ’ ης προέβη στην από 17.3.2017 εξώδικη καταγγελία της σύμβασης, που επιδόθηκε νομότυπα σε αυτήν, µε την οποία την ενημέρωσε ότι προέβη σε οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού και την κάλεσε να καταβάλει άμεσα το χρεωστικό υπόλοιπο που προέκυψε σε βάρος της, κατά τη μεταφορά του λογαριασμού σε οριστική καθυστέρηση. Στην ανωτέρω σύμβαση και δη στον 3ο των Γενικών Όρων αυτής («ΤΟΚΟΣ»), συμφωνήθηκε ότι η πίστωση είναι έντοκη και στον 4ο όρο ότι το τελικό επιτόκιο απαρτίζεται από το βασικό επιτόκιο, το περιθώριο και το υποχρεωτικό κόστος για την Τράπεζα, το οποίο, κατά τον 8ο όρο, περιλαμβάνει και την εισφορά του ν. 128/1975, ποσοστού 0,60%, που κατά τον 11 ο όρο βαρύνει τον πιστούχο. Τέλος, στον όρο 21.3 ορίστηκε ότι κατά τη διάρκεια της πίστωσης αλλά και μετά τη λήξη της και μέχρι την πλήρη εξόφληση, ο ανατοκισμός (κεφαλαιοποίηση) των ληξιπρόθεσμων και απαιτητών τόκων (συμβατικών ή υπερημερίας), θα γίνεται στο τέλος του εξαμήνου που συμπληρώνεται από την ημερομηνία εκτοκισμού κατά την οποία αυτοί προέκυψαν και κατά τη διάρκεια του οποίου δεν καταβλήθηκαν ολικά ή μερικά. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι µε βάση τους όρους αυτούς, οι οποίοι αποτελούν Γενικούς Όρους Συναλλαγών (δηλαδή όρους που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, σύμφωνα µε το άρθρο 2 παρ.δ του Ν. 2251/1994), καθόσον από την προσκομιζόμενη από τους διαδίκους σύμβαση χορήγησης δανείου προκύπτει ότι ήταν προδιατυπωμένοι, στο ανωτέρω ποσό των 17.888,05 ευρώ έχουν ενσωματωθεί (καθώς έχουν κεφαλαιοποιηθεί) ποσά µε παράνομο ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975, µε αποτέλεσμα η απαίτηση της καθ’ ης η ανακοπή τραπεζικής εταιρίας, να είναι ανεκκαθάριστη κατά το χρόνο κατάθεσης της, από 27.9.2017, αίτησης της καθ’ ης, βάσει της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής, κατά παράβαση της παρ.1 του άρθρου 624 του Κ.Πολ.Δ., που τάσσει ως προϋπόθεση για την έκδοσή της να είναι ορισμένο το οφειλόμενο χρηματικό ποσό, δεδομένου μάλιστα ότι, από τα έγγραφα, ήτοι το από 12.3.2008 έως και 27.12.2016 απόσπασμα του τηρούμενου στα πλαίσια της σύμβασης λογαριασμού, που εξήχθη από τα ηλεκτρονικώς τηρούμενα εμπορικά βιβλία της καθ’ ης, τα οποία προσκόμισε αυτή για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, ήταν αδύνατο να προσδιοριστούν από την ανακόπτουσα τα αντίστοιχα επιμέρους ποσά, που προέκυψαν από τους παράνομους ανατοκισμούς της εν λόγω εισφοράς και να υπολογιστεί επακριβώς το ύψος τους, εξαιτίας της πολυπλοκότητάς τους και λόγω του είδους της εγγραφής (Πολ.Πρωτ.Κυπαρ. 26/2012, Μον.Πρ.Κορ. 175/2013, Ειρ.Αθ.5885/2013 δηµ/νες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, ο σχετικός λόγος ανακοπής τυγχάνει ορισμένος απορριπτόμενου στο σημείο αυτό του αντιθέτου ισχυρισμού της καθ’ ης που διατείνεται ότι ο λόγος αυτός πάσχει αοριστίας, επειδή δεν αναφέρεται σε αυτόν το ακριβές ποσό των τόκων και ανατοκισμών που συνιστούν την παράνομη χρέωση, διότι στην προκειμένη περίπτωση το δικαίωμα της ανακόπτουσας να ζητήσει την ακύρωση της διαταγής πληρωμής στηρίζεται µόνο στην έλλειψη των διαδικαστικών προϋποθέσεων, στην τυπική δηλαδή ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, µε την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και οι διατυπώσεις που απαιτούνται σύμφωνα µε το άρθρο 623 επ. του Κ. Πολ.Δ για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, οπότε το αντικείμενο της δίκης εξαντλείται στο ζήτημα αυτό και µόνο, και η ακύρωση της διαταγής πληρωμής απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης µε άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ. 1011997, Α.π. 124/2005 ΕλΔ/νη 46.1668), επομένως χωρίς την αναγκαιότητα αμφισβήτησης και προσδιορισμού από τον οφειλέτη συγκεκριμένου επιμέρους ποσού της επιδικασθείσας απαίτησης, που παράνομα συμπεριλήφθηκε στη διαταγή πληρωμής, διότι η ενσωμάτωση τέτοιου ποσού στη συνολική απαίτηση που επιδικάσθηκε, καθιστά την απαίτηση αυτή εσφαλμένη και ανεκκαθάριστη ως αβέβαιη και µη ορθά ορισμένη, σε αντίθεση µε τις επιταγές των άρθρων 626 αρ.2,3 και 916 Κ.Πολ.Δ και σύμφωνα µε τα αναλυτικά αναφερόμενα σχετικά στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης. Επειδή λοιπόν οι τόκοι υπολογίστηκαν καταχρηστικά µε ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975 και γι’ αυτά τα ποσά η απαίτηση της καθ’ ης δεν γεννήθηκε, η σχετική πλημμέλεια της εν λόγω τραπεζικής εταιρίας καθιστά ανεκκαθάριστη τη συνολική απαίτησή της των 17.888,05 ευρώ και όχι μέρος αυτής, διότι όλα τα ποσά των χρηματικών καταβολών της πιστούχου έχουν υπολογιστεί επί εσφαλμένης εκάστοτε οφειλής. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός και ως κατ’ ουσίαν βάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός της ανακόπτουσας, απορριπτόμενων όσων περί του αντιθέτου ισχυρίζεται η καθ’ ης, ο δε συγκεκριμένος λόγος ανακοπής οδηγεί σε ακύρωση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής για να γίνει ο εκ νέου υπολογισμός της απαίτησης της καθ’ ης χωρίς τον ανατοκισμό και την κεφαλαιοποίηση των ποσών που αντιστοιχούν στην εισφορά του ν. 128/1975, οδηγεί δε περαιτέρω και στην ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται µε την από 9.11.2017 επιταγή προς πληρωμή που έχει γραφτεί κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της εν λόγω διαταγής πληρωμής, αφού πλέον αυτή εδράζεται σε τίτλο που ακυρώνεται. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή η ανακοπή και να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και η κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της επιταγή προς πληρωμή. Παρέλκει δε η εξέταση του παραδεκτού και της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας των υπόλοιπων λόγων της ανακοπής, που αποσκοπούν στο ίδιο αποτέλεσμα. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η καθ’ ης, λόγω της ήττας της, να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα της ανακόπτουσας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176,189 παρ.1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ) και σύμφωνα µε τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την ανακοπή.

Ακυρώνει τη µε αριθμό …..  διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών, μετά της συνταχθείσας, κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της, από .. επιταγής προς πληρωμή.

Καταδικάζει την καθ’ ης να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα ανακόπτουσας, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη συνεδρίαση στο ακροατήριό του. Αθήνα, 27 Αυγούστου 2018

ΠΗΓΗdsanet.gr