ΜονΕφΠατρών 293/2019 Ευθύνη νομέα προς απόδοση ωφελημάτων από τη χρήση πράγματος – Αδικοπραξία – Παραγραφή

67

Ευθύνη νομέα προς απόδοση ωφελημάτων από τη χρήση πράγματος – Αδικοπραξία – Παραγραφή – Αδικαιολόγητος πλουτισμός – Κτήση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο – Δεδικασμένο – Ενστάσεις που προτάθηκαν – Διεκδικητική αγωγή – Εκκρεμοδικία – Μεταβίβαση αντικειμένου δίκης – Χρησιδάνειο – Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος -.

Ο νομέας του πράγματος ενέχεται σε απόδοση των ωφελημάτων που έχουν εξαχθεί από αυτό και εκείνων που μπορούσαν να εξαχθούν κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης από την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής ή αφότου έμαθε ότι δεν έχει δικαίωμα νομής. Συρροή αδικοπρακτικής ευθύνης του νομέα με την ευθύνη του από τι διάταξη του άρθρου 1099 ΑΚ. Στοιχεία αγωγής με την οποία ο κύριος του ακινήτου αξιώνει από τον τρίτο-μη κύριο αποζημίωση για ορισμένο χρόνο. Πενταετής παραγραφή αξιώσεων των φυσικών ή πολιτικών καρπών και γενικώς των ωφελημάτων τα οποία περιοδικά απέφερε η χρήση και η εκμετάλλευση του πράγματος ή κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης θα μπορούσε περιοδικά να αποφέρει. Πενταετής παραγραφή απαιτήσεως από αδικοπραξία. Έναρξη παραγραφής της εξ αδικοπραξίας αξίωσης για διαφυγόντα κέρδη επί παράνομης κατάληψης ακινήτου. Εφαρμογή διατάξεων αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κτήση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο. Η σύμβαση με την οποία κάποιος μεταβιβάζει ξένο ακίνητο σε άλλον είναι έγκυρη. Ο προς ον η μεταβίβαση δεν αποκτά την κυριότητα του ακινήτου. Ο αληθής κύριος προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή, την οποία εφόσον αυτό το νέμεται ή το κατέχει αποκλειστικά ο αγοραστής μπορεί να τη στρέψει μόνο κατ’ αυτού και όχι κατά του πωλητή. Κατά του τελευταίου μπορεί να ασκήσει αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή. Δυνατότητα σωρεύσεως και αγωγής ακυρότητας του συμβολαίου. Αρνητική αναγνωριστική αγωγή. Δεδικασμένο. Αν με την τελεσίδικη απόφαση έχει αναγνωριστεί η κυριότητα του ενάγοντος σε ένα ακίνητο παράγεται δεδικασμένο που εμποδίζει την έρευνα της ύπαρξης κυριότητας. Κάλυψη ενστάσεων. Η μεταβίβαση του αντικειμένου της δίκης κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης. Εκείνος που κατέστη ειδικός διάδικος του διαδίκου δεν αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου, δικαιούμενος να ασκήσει παρέμβαση, δεσμεύεται όμως από το δεδικασμένο. Σύμβαση χρησιδανείου. Διεκδικητική αγωγή. Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης 293/2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από την Εφέτη Πατρών Βασιλική Καρβέλα, η οποία ορίσθηκε από τον Πρόεδρο Εφετών Πατρών και από τη Γραμματέα Αφροδίτη Γεωργίου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στην Πάτρα στις 4 Οκτωβρίου 2018 για να δικάσει επί:

Α) Της από 25-02-2015 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./26-02-2015) έφεσης :

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ : 1) …, κατοίκου Αργοστολίου Κεφαλληνίας, με Α.Φ.Μ…. (Δ.Ο.Υ. Αργοστολίου) και 2) …, κατοίκου Αργοστολίου Κεφαλληνίας, με Α.Φ.Μ. … (Δ.Ο.Υ. Αργοστολίου), οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Μαρίας Σωτηροπούλου (Δ.Σ. Πατρών) και κατέθεσαν κοινές προτάσεις,

ΚΑΤΑ

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ – ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ : …, κατοίκου Αργοστολίου Κεφαλληνίας, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ηλία Στεφανόπουλου (Δ.Σ. Πατρών) και κατέθεσε προτάσεις.

Β) Της από 21-02-2015 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./24-02-2015) έφεσης :

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ΙΟΝΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ, ΤΕΧΝΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” και το διακριτικό τίτλο “ΙΟΝΙΟΣ Α.Ε.”, που εδρεύει στη Νέα Ιωνία Αττικής (Λεωφόρος Ηρακλείου 266) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Βασιλείου Γαλανόπουλου (Δ.Σ. Πατρών) και κατέθεσε προτάσεις,

ΚΑΤΑ

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ – ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ : …, κατοίκου Αργοστολίου Κεφαλληνίας, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ηλία Στεφανόπουλου (Δ.Σ. Πατρών) και κατέθεσε προτάσεις.

Ο εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας την από 17-05-2010 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 108/17-05-2010) αγωγή του κατά των ήδη εκκαλούντων και ζήτησε όσα σε αυτήν αναφέρονται. Το άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε την υπ’ αριθ. 2/12-01-2015 οριστική απόφαση του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι εναγόμενοι με τις ανωτέρω εφέσεις τους, η συζήτηση των οποίων προσδιορίστηκε στο παρόν Δικαστήριο, με τις υπ’ αριθ. 132/16-03-2015 και 133/16-03-2015, αντίστοιχα, πράξεις της Γραμματέως του Δικαστηρίου αυτού, για τη δικάσιμο της 10ης-11-2016, κατά την οποία η συζήτηση τους αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (με αύξοντες αριθμούς πινακίου 5 και 6 αντίστοιχα), ζητώντας να γίνουν δεκτές για τους λόγους που σε αυτές αναφέρονται.

Οι υποθέσεις συνεκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, στις οποίες ζήτησαν όσα αναφέρονται σε αυτές.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά το άρθρο 1094 Α.Κ.,”Ό κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος”, κατά το άρθρο 1097 του ιδίου Κώδικα, “Ο νομέας από την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, αν από υπαιτιότητά του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιον άλλο λόγο”, κατά δε το άρθρο 1098 εδ. α Α.Κ., “Αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος, την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής”. Διαφορετική είναι η περίπτωση του άρθρου 1099 Α.Κ., κατά την οποία, “Αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίας”, ήτοι αυτές των άρθρων 914 επ. και 934 επ. Α. Κ. Η αποζημίωση κατά την τελευταία αυτή διάταξη καλύπτει κάθε ζημία του κυρίου του πράγματος, δηλαδή τόσο τη θετική όσο και την αποθετική ζημία που υπέστη ο τελευταίος από την αφαίρεση και τη μη απόδοση σε αυτόν της νομής του πράγματος, άρα και το διαφυγόν κέρδος του και προϋποθέτει πταίσμα (υπαιτιότητα) του εναγομένου, την οποία πρέπει ο ενάγων να ισχυρισθεί και να αποδείξει (ΕφΑΘ 1079/2017 Αρμ 2017/363, ΕφΠειρ 105/2016 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 7934/2007 ΕλλΔικ 49/1106), χωρίς να ενδιαφέρει η καλή ή η κακή πίστη αυτού ή αν η ενέργεια του αποτελεί ή όχι ποινικό αδίκημα (ΑΠ 448/2015 ΧΡΙΔ 2015/501, ΕφΠειρ 59/2016 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κτήση της νομής με παράνομη πράξη υπάρχει σε κάθε αφαίρεση της νομής εναντίον της θέλησης του κυρίου (πρβλ. άρθρο 984 § 1 Α. Κ.), ενώ παράνομη είναι η αφαίρεση της νομής που έγινε κατά παράβαση των κανόνων του θετικού δικαίου, είναι δε αδιάφορο αν ο δράστης είχε ή όχι καλή πίστη ή αν η ενέργεια του αποτελεί ή όχι κολάσιμη πράξη, σε κάθε περίπτωση όμως απαιτείται υπαιτιότητα του (ΕφΘεσσαλ 764/2014 ΕλλΔικ 55/1472, Κ. Παπαδόπουλος, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, έκδοση 1989, § 108.6, σελ. 248, § 109.6, σελ. 251, με περαιτέρω παραπομπές σε θεωρία και νομολογία). Περαιτέρω, στην αγωγή που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 914 επ. Α.Κ., πρέπει να αναφέρονται α) η ζημιογόνα συμπεριφορά του εναγομένου, β) το παράνομο αυτής, γ) η υπαιτιότητα (αμέλεια ή δόλος), δ) η ζημία (θετική και αποθετική) και ε) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου γεγονότος και ζημίας (ΑΠ 2201/2013 ΧΡΙΔ 2014/599, ΕφΑΘ 744/2011 ΕλλΔικ 52/-581, ΕφΑΘ 478/2004 ΕλλΔικ 39/603), ενώ δεν είναι αρκετή η αναφορά στην αγωγή ότι από την παράνομη ενέργεια του εναγομένου επήλθε κάποιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1863/2007 ΝοΒ 2008/878, ΕφΑΘ 1060/2008 ΔΕΕ 2008/1284, ΕφΑΘ 7466/2007 ΕλλΔικ 2008 49/933). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 εδ. α Α.Κ. προκύπτει ότι ο νομέας του πράγματος ενέχεται σε απόδοση των ωφελημάτων που έχουν εξαχθεί από αυτό και εκείνων που μπορούσαν να εξαχθούν κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης από την επίδοση της (διεκδικητικής) αγωγής ή αφότου έμαθε ότι δεν έχει δικαίωμα νομής. Η ενοχή υφίσταται ανεξαρτήτως αιτίας, για την οποία νέμεται το πράγμα και ανεξαρτήτως όχλησης προς απόδοση, αρκεί δε η πληροφόρηση του νομέα, με οποιονδήποτε τρόπο, ότι δεν έχει δικαίωμα νομής [ΑΠ 958/2004 ΧΡΙΔ 2005/37, ΕφΔωδ (Μον) 9/2016 ΝΟΜΟΣ], ωφελήματα δε του πράγματος, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό και με εκείνες του άρθρου 961 §§ 1 και 3 Α.Κ., είναι οι φυσικοί καρποί, δηλαδή τα φυσικά προϊόντα του πράγματος και καθετί που πορίζεται ο νομέας από το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, αν και δεν είναι προϊόν αυτού, καθώς και κάθε πρόσοδος που αποφέρει το πράγμα δυνάμει κάποιας έννομης σχέσης, δηλαδή οι πολιτικοί καρποί, όπως π.χ. το μίσθωμα και γενικώς κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ’ άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο, συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα (ΑΠ 435/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 707/2016 δημοσιευμένη στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΑΠ 907/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 540-/2002 ΕλλΔικ 43/1667, ΕφΑΘ 1079/2017 ό.π., ΕφΛαρ 162/2004 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2004/480, ΕφΛαρ 557/2003 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2003/460). Η δαπάνη αυτή δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια (ΕφΠειρ 105/2016 ΝΟΜΟΣ, ΕφΙωαν 302/-2004 ΕλλΔικ 47/270, ΕφΑΘ 3746/1987 ΕλλΔικ 29/1621, ΕφΑΘ 2788/1986 ΕλλΔικ 27/1160). Πάντως, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, δηλαδή η κτήση της νομής έγινε με παράνομη πράξη, π.χ. με αφαίρεση χωρίς τη θέληση του κυρίου, στα παραπάνω αποτελέσματα μπορούμε να καταλήξουμε και με απευθείας εφαρμογή των διατάξεων για τις αδικοπραξίες (άρθρα 914 επ. Α.Κ.), δηλαδή χωρίς παρεμβολή της διάταξης του άρθρου 1099 Α.Κ. [Απόστολος Γεωργιάδης, Εμπράγματο Δίκαιο, έκδοση 2η, § 59. III.5, αριθ. 30, σελ. 749, ο ίδιος, στον Α.Κ. Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθρα 1096 – 1100, αριθ. 80 – 82, Β. Βαθρακοκοίλης, ΕρΝομΑΚ Δ7Α (2007), άρθρο 1099, αριθ. 2, σελ. 673, Κ. Παπαδόπουλος, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, τόμος Α (1989), § 108.6, σελ. 248] και τούτο διότι η αδικοπρακτική ευθύνη του νομέα συρρέει με την ευθύνη του από τη διάταξη του άρθρου 1099 Α. Κ. (θεωρία της παράλληλης εφαρμογής, περί της οποίας βλ. ΕφΑΘ 7934/-2007 ΕλλΔικ 49/1106, ΕφΑΘ 250/2007 ΕφΑΔ 2008/300, με παρατηρήσεις Ε. Πούλου, ΕφΠατρ 867/2003 ΑχαΝομ 2004/281, ΕφΑΘ 2653/2000 ΕλλΔικ 42/-217, ΕφΑΘ 4816/1997 ΕλλΔικ 39/877, με σημείωση Στ. Πατεράκη). Η ωφέλεια απόδοσης από τη χρήση, αν πρόκειται για αστικό ακίνητο, είναι ισοδύναμη με τη μισθωτική αξία που είχε αυτό κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης, συνεπεία της οποίας ο εναγόμενος εξοικονομεί τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για μισθώματα (ΑΠ 5407-2002 ΕλλΔικ 43/1667), για να εκτιμηθεί δε η εν λόγω αποζημίωση, λαμβάνονται υπ’ όψιν οι μισθωτικές συνθήκες της περιοχής, όπου βρίσκεται το ακίνητο, σε συνδυασμό προς τη θέση και την κατάσταση αυτού, εφόσον πρόκειται για οικοδόμημα (ΕφΑΘ 6386/2009 ΕλλΔικ 51/554), ενώ, ακριβώς επειδή η εν λόγω αποζημίωση δεν έχει χαρακτήρα μισθώματος, δεν μπορεί να υπολογισθεί με βάση την αντικειμενική αξία του επιδίκου, καθώς ο υπολογισμός αυτός προϋποθέτει μίσθωμα που αναφέρεται στην αξία της χρήσης με στενή έννοια, δηλαδή στο αντάλλαγμα που καταβάλλει εκείνος που χρησιμοποιεί κατά τη σύμβαση το μίσθιο πράγμα (μισθωτής) σε εκείνον που κατά τη σύμβαση του παραχώρησε τη χρήση αυτού (εκμισθωτή) [πρβλ. ΑΠ 187/2015 Ε7 2016/1426, ΕφΑΘ (Μον) 1000/2018 ΕλλΔικ 59/1485, ΕφΠειρ 132/2014 ΝΟΜΟΣ]. Συνεπώς, για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο κύριος του ακινήτου αξιώνει από τον τρίτο – μη κύριο αποζημίωση για ορισμένο χρόνο, αρκεί να προσδιορίζεται σε αυτήν 1) το αντικείμενο, 2) ότι ο εναγόμενος έκανε αποκλειστική χρήση αυτού και 3) τα ωφελήματα που ο τελευταίος αποκόμισε από την αποκλειστική χρήση του, τα οποία, επί αστικού ακινήτου, αντιστοιχούν στη μισθωτική αξία του πράγματος, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο και μάλιστα αναφορά στη σχετική αγωγή συγκριτικών στοιχείων για την εξεύρεση της μισθωτικής αξίας του ακινήτου ή αναφορά των μισθωτικών συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή αυτού ή λεπτομερής περιγραφή της κατάστασης του ή ακόμα και αναφορά των παραμέτρων που δικαιολογούν την κατ’ έτος αναπροσαρμογή της μισθωτικής του αξίας, αφού όλα αυτά τα στοιχεία θα προκύψουν από τις αποδείξεις (ΑΠ 1302/-2006 ΝοΒ 2007/62, ΑΠ 1465/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1480/2000 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 6386/2009 ό.π.), ούτε άλλωστε απαιτείται να αναφέρεται άλλη έννομη σχέση, βάσει της οποίας ο εναγόμενος κάνει χρήση του πράγματος, αντιθέτως, εναπόκειται στον εναγόμενο η προβολή ισχυρισμού (ένστασης) ότι κατέχει το πράγμα βάσει ορισμένης έννομης σχέσης και ότι, συνακόλουθα, δεν υποχρεούται στην καταβολή της αξιούμενης με την αγωγή αποζημίωσης (ΑΠ 564/2012 ΝοΒ 2012/1722). Αλλωστε, εφόσον ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση, η ευθύνη του νομέα προς απόδοση των ωφελημάτων που προκύπτουν υπέρ αυτού από τη χρήση του πράγματος, ισχύει όταν ενάγεται, όχι μόνο με τη διεκδικητική αγωγή, αλλά και με ιδιαίτερη αγωγή, για το ορισμένο της οποίας πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν, πλην άλλων, τόσο η ιδιότητα του ενάγοντος ως κυρίου του ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο, όσο και ο τρόπος κτήσης της αντίστοιχης ιδιότητας, τα ίδια δε ισχύουν και στην περίπτωση που ο δανειστής είναι όχι κύριος, αλλά συγκύριος του ακινήτου, με μόνη διαφορά τον κατ’ έκταση περιορισμό της απαίτησης του (ΑΠ 73/2004 ΔΙΚΗ 2004/951, ΕφΛαρ 40/2015 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2016/282, ΕφΛαρ 232/2015 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2016/45, ΕφΘεσ 2019/2012 ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 249 Α.Κ., εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Στην παραγραφή της διάταξης αυτής υπάγονται οι αξιώσεις από τα άρθρα 1096 – 1100 του Α.Κ. και μόνον κατ’ εξαίρεση η από το άρθρο 1099 Α.Κ. αξίωση για αδικοπραξία υπόκειται στην πενταετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 937 Α.Κ. Στο άρθρο 250 αριθ. 17 ΚΠολΔ θεσπίζεται εξαίρεση της κατά το άρθρο 249 Α.Κ. παραγραφής των αξιώσεων, σύμφωνα δε με αυτό, οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, των καθυστερούμενων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά, παραγράφονται σε πέντε χρόνια. Η διάταξη αυτή αναφέρεται με γενικό τρόπο σε καθυστερούμενες προσόδους και σε περιοδικά επαναλαμβανόμενες παροχές και, επομένως, στην έννοια των όρων αυτών περιλαμβάνονται και οι φυσικοί ή πολιτικοί καρποί και γενικώς τα ωφελήματα, τα οποία περιοδικά απέφερε η χρήση και η εκμετάλλευση του πράγματος ή κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης θα μπορούσε περιοδικά να αποφέρει (ΑΠ 907/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 150/2009 ΝΟΜΟΣ). Συνακόλουθα και οι σχετικές με την απόδοση τέτοιων ωφελημάτων ή της αξίας τους αξιώσεις του κυρίου του πράγματος κατά του επιλήψιμου νομέα υπόκεινται στην ως άνω πενταετή παραγραφή, η οποία, κατά τα άρθρα 251 και 253 Α.Κ., αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε κάθε περιοδική παροχή και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της (ΑΠ 2267/2013 ΝΟΜΟΣ), για να είναι δε ορισμένη η ένσταση πενταετούς παραγραφής των αναφερομένων στο άρθρο 250 Α.Κ. αξιώσεων, πρέπει να μνημονεύεται, εκτός των άλλων και το έτος εντός του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 251 Α.Κ., γεννήθηκε η σχετική αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, ήτοι το αφετήριο αυτής χρονικό σημείο, που αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση έναρξης της πενταετούς παραγραφής των αναφερομένων στο άρθρο 250 Α.Κ. αξιώσεων (ΑΠ 7/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1096/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 653/1996 ΕλλΔικ 39/-1555). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 937 § 1 εδ. α του Α.Κ., “Η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση”. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 επ., 251, 268 εδ. α 297, 298 και 914 Α.Κ., που εφαρμόζονται και επί της από το άρθρο 1099 του αυτού Κώδικα αξίωσης του κυρίου για αποζημίωση κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες κατά του νομέα που απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, προκύπτει ότι, η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 937 § 1 εδ. α του Α.Κ. πενταετής παραγραφή, κατ’ απόκλιση από τη γενική ρύθμιση του άρθρου 251 Α.Κ., δεν αρχίζει αφότου γεννήθηκε η αξίωση, αλλά από τότε που ο δικαιούχος της αποζημίωσης έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, εφόσον όμως ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Ως γνώση της ζημίας νοείται η γνώση ότι επήλθαν ήδη επιζήμιες συνέπειες ορισμένου είδους από ορισμένη συμπεριφορά, χωρίς να απαιτείται ακριβής γνώση του ύψους της ζημίας ή των επιμέρους κονδυλίων της (ΑΠ 122/2011 ΝΟΜΟΣ). Αν από την αδικοπραξία παράγονται επιζήμιες συνέπειες στο μέλλον, η αξίωση αποζημίωσης δεν ξαναγεννιέται κάθε φορά που επέρχεται κάποια από τις εν λόγω συνέπειες, αλλά γεννιέται μία φορά, όταν αρχίζουν να αναδίδονται οι πρώτες από τις συνέπειες αυτές, τότε δε αρχίζει και η παραγραφή της, ακόμη και αν η αξίωση αφορά αποκατάσταση ζημιών που μέλλουν να προκύψουν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, δεδομένου ότι από τότε μπορεί η ζημία να προβλεφθεί και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης για αποζημίωση. Όταν πρόκειται για μια και την αυτή αδικοπραξία, η έναρξη της παραγραφής της αξίωσης στο σύνολο της δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι ορισμένες επιζήμιες συνέπειες εμφανίστηκαν μεταγενέστερα, υπό την προϋπόθεση ότι μπορούσαν να προβλεφθούν όταν ο δικαιούχος έμαθε τη ζημία (ΟλΑΠ 24/2003 ΕλλΔικ 44/949, ΑΠ 1209/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 809/2007 ΝΟΜΟΣ). Αν όμως οι μεταγενέστερες αυτές ζημίες δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν, τότε η αξίωση αποζημίωσης ως προς αυτές υπόκειται σε νέα παραγραφή (ΑΠ 1014/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 788/2007 ΝΟΜΟΣ). Επίσης, όταν επέρχονται εξακολουθητικά επιζήμιες συνέπειες, η σχετική αξίωση αποζημίωσης δε γεννιέται εξακολουθητικά, αλλά γεννήθηκε μία φορά, τη στιγμή που επήλθαν οι πρώτες επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας (ΟλΑΠ 49/1990 ΕλλΔικ 33/289, ΑΠ 270/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 204/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 233/2007 ΝΟΜΟΣ) και η παραγραφή της αρχίζει αφότου ο παθών έμαθε την επέλευση της ζημίας. Γι’ αυτό, επί παράνομης κατάληψης ακινήτου, η παραγραφή της εξ αδικοπραξίας αξίωσης για διαφυγόντα κέρδη (τόσο για εκείνα που επήλθαν, όσο και για εκείνα που θα επέλθουν στο μέλλον) αρχίζει από την κατάληψη του ακινήτου από τον υπαίτιο και συμπληρώνεται πέντε έτη αργότερα, εφόσον δε η ικανοποίηση της αξίωσης αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, πράγμα που πάντοτε συντρέχει, αν δεν παρεμβληθεί νομικό κώλυμα για έγερση της σχετικής αγωγής, ο χρόνος της παραγραφής για την όλη ζημία αρχίζει να τρέχει αμέσως. Ειδικότερα, νόμιμη προϋπόθεση της έναρξης της παραγραφής είναι, όπως προαναφέρθηκε, η δυνατότητα της δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης, η επιδίωξη δε αυτή δεν είναι δυνατή μόνο εφόσον αποκλείεται η από τον δικαιούχο άσκηση της αγωγής λόγω νομικών κωλυμάτων, είτε σύμφωνα με ρητές διατάξεις του νόμου που απαγορεύουν ευθέως τη δικαστική επιδίωξη, είτε από το γεγονός ότι μπορεί να αντιταχθεί από τον καθ’ ου η αξίωση ένσταση που έχει ως αναγκαίο κατά νόμο αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της δικαστικής επιδίωξης για ορισμένο χρόνο. Καθόλου όμως δεν αποκλείεται η δυνατότητα της δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης και, συνακόλουθα, η έναρξη της παραγραφής, από το γεγονός ότι, συνεπεία άλλης προηγούμενης δίκης που δεν έχει περατωθεί, είχε καταστεί στη δίκη εκείνη εκκρεμές ορισμένο ζήτημα, το οποίο συναπαρτίζει και τη βάση άλλης αξίωσης του ιδίου ενάγοντος κατά του ιδίου εναγομένου (ΑΠ 1366/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 878/2004 ΕλλΔικ 47/1435, ΕφΛαρ 95/-2007 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2008/65). Η αυτή λύση προσήκει και στην περίπτωση, κατά την οποία η εξακολουθητική πρόκληση ζημιών οφείλεται σε διαρκή παράλειψη του ζημιώσαντος να άρει ορισμένη παράνομη κατάσταση, που ο ίδιος δημιούργησε, αφού η παραγραφή της αξίωσης για αποζημίωση δεν εμποδίζεται όσο διαρκεί η παράλειψη, ούτε αρχίζει αφότου ο ζημιώσας, είτε έπαυσε την παράνομη προσβολή, είτε προέβη στην οφειλόμενη ενέργεια άρσης της, ώστε να μάθει ο ζημιωθείς την έκταση της ζημίας του (ΑΠ 28/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1270/2003 ΕΕργΔ 2005/280, ΑΠ 1319/1990 ΕΕΝ 1991/551, ΕφΑΘ 744/2011 ΕλλΔικ 52/581, ΕφΑΘ 4515/2009 ΕλλΔικ 52/237, ΕφΛαμ 33/-2007 ΔΙΚΗ 2008/127, με παρατηρήσεις Ε. Μπαλογιάννη, που δέχεται ότι η παραγραφή αρχίζει με την κατάληψη του ακινήτου, ΕφΑΘ 478/2004 ΕλλΔικ 49/603).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 § 1 εδ. α Α.Κ., “Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια”, κατά δε το άρθρο 938 του ιδίου Κώδικα, “‘Οποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σε αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί”. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει ότι, αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ. Α. Κ. και ειδικότερα, αν μεν η αδικοπραξία έγινε με αμέλεια, από τη διάταξη του άρθρου 909 Α.Κ., κατά την οποίαν ο λήπτης υποχρεούται σε απόδοση της ωφελείας εφόσον είναι πλουσιότερος κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής, διότι απόδοση ανύπαρκτου πλουτισμού δεν νοείται, ούτε στο σκοπό του νομοθέτη ανταποκρίνεται, αν δε έγινε με πρόθεση, από τη διάταξη του άρθρου 911 αριθ. 2 Α.Κ. με ανάλογη επέκταση αυτής, η οποία, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 904 § 1 εδ. β Α.Κ., που εφαρμόζεται στην περίπτωση απόδοσης ωφέλειας που αποκτήθηκε από παράνομη ή ανήθικη αιτία, η οποία θεμελιώνεται σε δικαιοπραξία, διότι η ωφέλεια από αδικοπραξία με πρόθεση αποτελεί πλουτισμό από παράνομη αιτία και ο νόμος αποσκοπεί να αποδοθεί η κτηθείσα από την αιτία αυτή ωφέλεια. Εκ τούτων παρέπεται ότι για να τύχουν εφαρμογής οι προπαρατεθείσες διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής, πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η εξ αυτής αγωγή (άρθρο 937 Α.Κ.) και να συντρέχουν και οι ως άνω προϋποθέσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 275/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 547/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 112/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1346/2002 ΕλλΔικ 44/455, ΕφΠειρ 340/-2015 ΝΟΜΟΣ). Ως “περιελθόν” κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης (ΑΚ 938) νοείται ό,τι από την αδικοπραξία, δηλαδή από την τέλεση αυτής, περιήλθε στον αδικήσαντα και ό,τι αυτός ωφελήθηκε από την τέλεση της και όχι ό,τι ωφελήθηκε αυτός συνεπεία της επελθούσας παραγραφής (ΑΠ 1087/-2002 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1346/2002 ό.π., ΕφΑΘ 3358/1999 ΕλλΔικ 42/454). Εξάλλου, η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 938 Α.Κ. έχει ως αναγκαία προϋπόθεση ότι προηγήθηκε πράγματι αδικοπραξία, γιατί σε κάθε άλλη περίπτωση, η παραγραφή αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού (ΑΠ 1644/1983 Συμπλήρωμα Βασικής Νομολογίας, σελ. 1008, ΕφΠειρ 340/2015 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 9258/2003 ΝΟΜΟΣ).

Κατά τα λοιπά καθίσταται προφανές ότι από τη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ. προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου. Στερείται νόμιμης αιτίας και, επομένως, είναι αδικαιολόγητος, ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ’ εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, όπως επί αποσβεστικής προθεσμίας ή παραγραφής, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία αν είναι ισάξια με αυτόν ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επομένως, η παροχή που γίνεται για την εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση, δεν γίνεται αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η σύμβαση αποτελεί, κατά το άρθρο 361 Α.Κ., νόμιμη αιτία και μπορεί, συνεπώς, κάθε συμβαλλόμενος, εφόσον αυτή είναι ισχυρή, να ασκήσει τα δικαιώματα του από αυτή. Η συμβατική αξίωση, δηλαδή, αποκλείει την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όχι λόγω επικουρικότητας, αλλά γιατί ο πλουτισμός, στηριζόμενος στη σύμβαση, δεν είναι αδικαιολόγητος. Αξίωση έτσι κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης μπορεί να ασκηθεί μόνον αν η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιονδήποτε τα λοιπά, υποσχετική είναι η σύμβαση με την οποία ιδρύεται απλώς υποχρέωση του ενός από τα μέρη σε παροχή και αντίστοιχο ενοχικό δικαίωμα υπέρ του άλλου να απαιτήσει την παροχή, χωρίς να επέρχεται άμεση μεταβολή περιουσιακού δικαιώματος. Αντίθετα, εκποιητική είναι η σύμβαση, με την οποία διατίθεται, δηλαδή μεταβιβάζεται, αλλοιώνεται, επιβαρύνεται ή καταργείται υφιστάμενο δικαίωμα. Αμφοτεροβαρής είναι η υποσχετική σύμβαση, με την οποία δημιουργούνται δικαιώματα και υποχρεώσεις προς παροχή υπέρ και σε βάρος και των δύο συμβαλλομένων. Καθένας από αυτούς είναι οφειλέτης ως προς την παροχή που δίνει και δανειστής ως προς την παροχή που απαιτεί. Τα βασικά χαρακτηριστικά της αμφοτεροβαρούς σύμβασης είναι η ανταλλαγή, η αναλογία και η αλληλεξάρτηση των παροχών, η δε τελευταία καθιστά παροχή και αντιπαροχή αντικείμενα μιας ενιαίας σύμβασης, που βρίσκονται σε σχέση αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης στο πλαίσιο αυτής της ενιαίας συμβατικής σχέσης, τόσο κατά τη γένεση της ενοχής όσο και κατά τη λειτουργία της. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 Α.Κ. προκύπτει ότι αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, όπως είναι π.χ. η πώληση (άρθρο 513 Α.Κ.), εφόσον η σχετική συμφωνία γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφή ή καταχώρηση στα Κτηματολογικά Βιβλία, όπου λειτουργεί το Εθνικό Κτηματολόγιο. Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε (ΑΠ 1476/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 610/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 657/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 773/2012 ΝΟΜΟΣ). Από το συνδυασμό βέβαια των διατάξεων των άρθρων 239 και 1033 Α.Κ. προκύπτει ότι η σύμβαση, με την οποία κάποιος μεταβιβάζει ξένο ακίνητο σε άλλον, είναι έγκυρη. Δηλαδή μόνη η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο, δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης (ΕφΔυτΜακεδ 33/1997 ΕλλΔικ 40/654, ΕφΘεσ 2462/1990 ΕλλΔικ 33/1224), όμως, ο προς ον η μεταβίβαση δεν αποκτά την κυριότητα του ακινήτου. Ο αληθής κύριος, στην περίπτωση μεταβίβασης του ακινήτου του με συμβολαιογραφικό έγγραφο, προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή του άρθρου 1094 Α.Κ., την οποία, όμως, εφόσον αυτό το νέμεται ή το κατέχει αποκλειστικά ο αγοραστής, μπορεί να την στρέψει μόνο κατ’ αυτού και όχι κατά του πωλητή. Κατά του τελευταίου, εφόσον και αυτός αμφισβητεί το εμπράγματο αυτό δικαίωμα του, μπορεί να ασκήσει την αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή του άρθρου 70 ΚΠολΔ (ΕφΔωδ 132/2009 ΝΟΜΟΣ, με εκεί περαιτέρω παραπομπή σε ΑΠ 243/1996 ΕλλΔικ 37/1543), παράλληλα δε έχει τη δυνατότητα να σωρεύσει και την αγωγή “ακυρότητας του συμβολαίου”, με την οποία βεβαίως δεν μπορεί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να ζητήσει την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης του ακινήτου λόγω έλλειψης κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, αφού αυτή είναι έγκυρη, αλλά (μπορεί να ζητήσει) να αναγνωριστεί ότι ο μεν μεταβιβάσας δεν ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε, ο δε προς ο ν η μεταβίβαση, λόγω της έλλειψης κυριότητας του μεταβιβάζοντος, δεν έγινε κύριος αυτού.

Πρόκειται δηλαδή για αναγνωριστική αγωγή (70 ΚΠολΔ) με την αρνητική της μορφή, της αναγνώρισης της ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας του εναγομένου στο επίδικο (ΕφΔωδ 132/2009 ό.π., ΕφΠατρ 1197/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 503/1997 ΕλλΔικ 38/1901, Κ. Παπαδόπουλος, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, 1989, § 117, 4δ και ζ). Η ανωτέρω συμφωνία μεταξύ του κυρίου και του αποκτώντος για τη μετάθεση της κυριότητας αποτελεί εμπράγματη σύμβαση, από την οποία πρέπει να διακρίνεται η αιτία της, δηλαδή η ενοχική ή υποσχετική σύμβαση (πώληση, δωρεά, ανταλλαγή κ.λπ.), σε εκπλήρωση της οποίας μεταβιβάζεται η κυριότητα. Στην πράξη, η ενοχική και η εμπράγματη σύμβαση καταρτίζονται συγχρόνως με το ίδιο συμβόλαιο, όταν π.χ. πωλείται, ανταλλάσσεται, δωρίζεται κ.λπ. ένα ακίνητο και εμφανίζονται εξωτερικά ως μια ενιαία σύμβαση, εννοιολογικά όμως πρέπει να διακρίνονται μεταξύ τους, αφού η ενοχική σύμβαση αποτελεί την αιτία της μεταβίβασης. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362, 335 και 1033 Α,Κ. προκύπτει ότι στην κατά τα ανωτέρω συμβατική μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου, στην οποία ενυπάρχουν αφενός μεν η υποσχετική – ενοχική (πώληση κ.λπ.) σύμβαση, που αποτελεί και την αιτία της μεταβίβασης, αφετέρου δε η εκποιητική – εμπράγματη σύμβαση, η έλλειψη κυριότητας στον μεταβιβάζοντα, ναι μεν δεν καθιστά άκυρη την σύμβαση καθεαυτήν (ΑΠ 1111/-2014 ΝΟΜΟΣ), αφού τέτοια ακυρότητα δεν προβλέπεται στο νόμο (άρθρα 174 επ. Α.Κ. ή άλλες διατάξεις), όπως ήδη αναφέρθηκε, αλλά πρόκειται για σύμβαση με (υποκειμενικούς) αδύνατη παροχή, όπου η μεν ενοχική (υποσχετική) σύμβαση παραμένει απολύτως έγκυρη και ισχυρή, ακόμη και όταν το αντικείμενο της ανήκει στον ίδιο τον αγοραστή (Π. Κορνηλάκης, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, έκδοση 2002, σελ. 162, αριθ. 6), η δε εμπράγματη (εκποιητική) σύμβαση και η εντεύθεν μεταβίβαση της κυριότητας παρίσταται αδύνατη (δεν παράγει τα αποτελέσματα της), οπότε η αρχική υποχρέωση του μεταβιβάζοντος μετατρέπεται σε δευτερογενή υποχρέωση προς αποζημίωση εκείνου προς τον οποίο έγινε η μεταβίβαση (ΕφΠειρ 268/2013 ΔΕΕ 2014/345 και πάγια νομολογία). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων προσώπων που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Το εν λόγω δεδικασμένο δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί, η δε απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασης του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντας το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 1397/2012 ΧΡΙΔ 2013/130). Αν παρ’ όλα αυτά ασκηθεί νέα αγωγή για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 560/2016 ΝΟΜΟΣ), διότι το δικαίωμα που έχει κριθεί ήδη με τελεσίδικη απόφαση δεν επιτρέπεται να εξετασθεί εκ νέου σε άλλη δίκη μεταξύ των αυτών διαδίκων, είτε ως κύριο αντικείμενο, είτε ως προϋπόθεση άλλου δικαιώματος (ΑΠ 178/2013 ΕΦΑΔ 2013/655). Ως ιστορική αιτία νοείται το σύνολο των περιστατικών που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι υπήρξαν ή ότι δεν υπήρξαν, ως ιστορικό συμβάν και τα οποία είναι, σύμφωνα με το νόμο, αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό της απόφασης, δηλαδή την έννομη συνέπεια που γίνεται δεκτή ως υπάρχουσα ή μη υπάρχουσα, με αποτέλεσμα να είναι απαράδεκτος λόγω δεδικασμένου κάθε μεταγενέστερος ισχυρισμός με τον οποίο επιδιώκεται διαφορετική ανάπλαση ή αξιολόγηση της κρίσιμης για την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού εμπειρικής πραγματικότητας, ως νομική δε αιτία, που επίσης καλύπτεται από το δεδικασμένο, νοείται ο νομικός κανόνας που διέπει την έννομη σχέση, από την οποία απορρέει το προβαλλόμενο (και επιδικασθέν) δικαίωμα, υπάρχει δε ταυτότητα νομικής αιτίας όταν και η νέα αγωγή στηρίζεται στον ίδιο νομικό κανόνα, ενώ δεν υπάρχει τέτοια ταυτότητα στην αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή η νέα αγωγή δεν στηρίζεται στον ίδιο νομικό κανόνα (ΑΠ 1150/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 257/2016 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 182/2016 ΝΟΜΟΣ).

Επομένως, αν με την τελεσίδικη απόφαση έχει αναγνωριστεί η κυριότητα του ενάγοντος σε ένα ακίνητο, παράγεται δεδικασμένο που εμποδίζει την έρευνα της ύπαρξης κυριότητας π.χ. στη δίκη για την απόδοση του ακινήτου, καθόσον καλύπτει την ιστορική και νομική αιτία της νέας αγωγής ως προς το ζήτημα της κυριότητας και δεν επιτρέπεται να ερευνηθεί εκ νέου ο τρόπος, με τον οποίο αυτή αποκτήθηκε (ΑΠ 569/2017 ΝΟΜΟΣ). Σημειωτέον ότι παρεμπίπτον ζήτημα στην αγωγή απόδοσης ωφελημάτων από κατεχόμενο από άλλον, εκτός του κυρίου, πράγμα, είναι προδήλως η κυριότητα του αξιώνοντος τα ωφελήματα επί του πράγματος αυτού (ΑΠ 897/2015 ΝΟΜΟΣ, πρβλ. ΕφΔωδ 152/2008 ΝΟΜΟΣ). Επί πλέον, το δεδικασμένο καλύπτει τις ενστάσεις που προτάθηκαν, όπως και εκείνες που δεν προτάθηκαν ενώ μπορούσαν να προταθούν και οι οποίες δεν στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα και δεν μπορούν, ως εκ τούτου, να ασκηθούν με κύρια αγωγή. Καλύπτονται, επίσης, οι κατά του προδικαστικού ζητήματος ενστάσεις κατά την ίδια έκταση, είτε το προδικαστικό ζήτημα αφορά τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε το επίδικο δικαίωμα (κύριο ζήτημα) και αδιάφορα από το αν η ένσταση ανάγεται στην ύπαρξη της προδικαστικής έννομης σχέσης ή στην έκταση της ευθύνης από αυτή (ΑΠ 456/2018 ΝΟΜΟΣ). Ενστάσεις οι οποίες καλύπτονται από το δεδικασμένο, παρ’ ότι δεν προτάθηκαν, αν και ήταν δυνατόν να προταθούν, είναι οι καλούμενες καταχρηστικές ενστάσεις, δηλαδή οι βασιζόμενες σε γεγονότα, τα οποία κατά νόμο δεν θεμελιώνουν αυθύπαρκτο και αυτοτελές δικαίωμα, το οποίο μπορεί να αποτελέσει τη βάση ξεχωριστής αγωγής, αλλά εμποδίζουν τη γέννηση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος ή καταργούν αυτό, σε αντίθεση με τις καλούμενες γνήσιες ενστάσεις. Τουναντίον το δεδικασμένο δεν καλύπτει τις μη προταθείσες ενστάσεις (ή προταθείσες που απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες) που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Πρόκειται για τις χαρακτηριζόμενες στην επιστήμη ως γνήσιες μη αυθύπαρκτες ενστάσεις (ως στηριζόμενες σε άλλο, διαφορετικό δικαίωμα, για το οποίο μπορεί να ασκηθεί κύρια αγωγή), είναι δε τέτοιες ενστάσεις εκείνες του συμψηφισμού, της επίσχεσης, του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (μη εκπλήρωσης της σύμβασης), καθώς και το δικαίωμα του πωλητή να του επιστραφεί το πράγμα αν ο αγοραστής ασκήσει δικαίωμα υπαναχώρησης λόγω ελαττωμάτων (δικαίωμα αναστροφής κατά το προηγούμενο δίκαιο) του πράγματος και η σχετική αγωγή του γίνει τελεσιδίκως δεκτή. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, μεταξύ των στοιχείων του πραγματικού του κανόνα δικαίου στον οποίο θεμελιώνεται η ένσταση περιλαμβάνεται και ένα διαφορετικό, “αυτοτελές” δικαίωμα, όπως π.χ. η “ανταπαίτηση” στην ένσταση του συμψηφισμού (Α.Κ. 440 επ.), η “συναφής αξίωση” στην ένσταση της επίσχεσης (Α.Κ. 325) κ.ο.κ. Το δικαίωμα τούτο βαίνει παραλλήλως προς το δικαίωμα που ασκήθηκε με την κριθείσα αγωγή και δεν εξαρτάται από αυτό, ούτε τούτο εξαρτάται από εκείνο, δυνάμενο, όπως προαναφέρθηκε, να ασκηθεί και με κύρια αγωγή και να κριθεί σε άλλη δίκη, η κατά την οποία παραδοχή του δεν αντιστρατεύεται (δεν αναιρεί ή αντιφάσκει προς) το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει την παροχή και με το οποίο προφανώς και είναι συμβατή. Εν κατακλείδι, εκτός από την αμέσως προαναφερθείσα κατηγορία των μη αυθύπαρκτων ενστάσεων που δεν προτάθηκαν, όλες οι λοιπές ενστάσεις, είτε προτάθηκαν, είτε δεν προτάθηκαν ενώ μπορούσαν να προταθούν και αφορούν το “δικαίωμα που κρίθηκε”, δηλαδή την έννομη σχέση ή συνέπεια που διαγνώστηκε με την τελεσίδικη απόφαση ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει, μαζί με το αντικείμενο της, είτε είναι υλικό είτε όχι, καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης και δεν μπορούν να προβληθούν σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων προσώπων για το ίδιο αντικείμενο (ΑΠ 2168/2014 ΝΟΜΟΣ), προσκρούοντας στην ανέκαθεν ισχύουσα και ενυπάρχουσα στο δεδικασμένο από την ίδια τη φύση του απαγορευτική της επαναπροβολής τους δικαιϊκή αρχή “non bis in idem” (“ουχί δις επί τω αυτώ”) ή “bis de eadem re ne sit actio” (“δεν δίδεται αγωγή δύο φορές για το ίδιο αντικείμενο”). Ητοι, το δεδικασμένο εκτείνεται επί των άνω ενστάσεων που χρησιμεύουν προς απόκρουση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ως διακωλυτικές ή καταργητικές αυτού, άσχετα με το αν το δικαίωμα επί του οποίου στηρίζονται μπορούσε να ασκηθεί και με αγωγή. Η κάλυψη όμως από το δεδικασμένο δεν περιορίζεται μόνο στην αρνητική μορφή του δικαιώματος υπό μορφή ενστάσεων, αλλά επεκτείνεται και στη θετική του μορφή, συνεπώς καλύπτεται και το ίδιο το δικαίωμα, στο οποίο στηρίζεται η ένσταση, με αποτέλεσμα ούτε το δικαίωμα αυτό να μπορεί να ασκηθεί με αγωγή (ΑΠ 178/2013 ΕΦΑΔ 2013/655). Έτσι, επί ισχυρισμού του εναγομένου σε διεκδικητική αγωγή ότι κύριος του διεκδικουμένου είναι αυτός, ο οποίος αποτελεί ανεπτυγμένη άρνηση της αγωγής ή καταχρηστική ένσταση, που χρησιμεύει για αντίκρουση της αγωγής και που μπορεί να ασκηθεί και με ανταγωγή (αναγνωριστική), εάν αυτός ηττηθεί στη δίκη αυτή ως μη κύριος, τοιούτου όντος του ενάγοντος με βάση την αναφερομένη στην αγωγή αιτία και εγείρει, μετά την τελεσιδικία της άνω απόφασης, κατά του ενάγοντος ή των διαδόχων αυτού, διεκδικητική αγωγή του ιδίου ακινήτου, θα αποκρουσθεί με την ένσταση του δεδικασμένου, όχι μόνον αν την κυριότητα του στηρίξει στον τρόπο κτήσης αυτής, τον οποίο με την ανεπτυγμένη άρνηση ή καταχρηστική ένσταση του πρότεινε στην προηγούμενη δίκη, αλλά και αν τη στηρίξει σε άλλο τρόπο κτήσης, τον οποίο μπορούσε να προτείνει και δεν πρότεινε, αφού διαφορετικά θα ανατρεπόταν το δεδικασμένο (ΑΠ 641/2015 ΧΡΙΔ 2015/600, πρβλ. ΑΠ 641/2015 ΧΡΙΔ 2015/600, ΕφΠατρ 227/2002 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 10291/1991 Δ1992/694, κατά τις οποίες δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο η ένσταση ιδίας κυριότητας αν δεν έχει προβληθεί στην προηγούμενη δίκη για διεκδίκηση του ιδίου πράγματος, εφόσον όμως η άσκηση της κύριας αγωγής υφίσταται ανεξάρτητα προς τη δικαιολογική σχέση που υπήρξε αντικείμενο της προηγούμενης δίκης). Ειδικότερα, στην περίπτωση που η διεκδικητική αγωγή ακινήτου θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, όπως π.χ. σε πώληση αυτού με συμβολαιογραφικό έγγραφο νομίμως μεταγεγραμμένο, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι αυτός απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος με μεταβίβαση χρονικά προγενέστερη από εκείνη που επικαλείται ο ενάγων και ότι έκτοτε νεμήθηκε αυτό με διάνοια κυρίου επί τουλάχιστον εικοσαετία ή με διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο επί τουλάχιστον δεκαετία, αποτελεί ένσταση ιδίας κυριότητας, διότι, αφενός τα προβαλλόμενα νέα περιστατικά επενεργούν καταλυτικά στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου (ΑΠ 694/2000 ΕΕΝ 2001/805), αφετέρου, υπό διαφορετική εκδοχή (εάν χαρακτηριζόταν ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής), θα καταλήγαμε στο άτοπο να υποχρεώνεται ο ενάγων να αποδείξει αρνητικά περιστατικά (ΕφΑΘ 541/1983 ΕλλΔικ 24/-1007, Γεωργιάδης – Σταθόπουλος, Α.Κ., άρθρο 1095, αριθ. 15-19, Κ. Παπαδόπουλος, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, έκδοση 1989, σελ. 265).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 225 §§ 1 και 2 και 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η μεταβίβαση του αντικειμένου της δίκης κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης αυτής, εκείνος δε που κατέστη ειδικός διάδοχος του διαδίκου είτε με βάση σύμβαση, είτε από το νόμο (άρθρα 319, 488, 614, 858, 1298, 1490 § 2 Α.Κ, 210 Ε.Ν.), είτε με πολιτειακή βούληση (όπως π.χ. με κατακύρωση σε πλειστηριασμό), δεν αποκτά μεν την ιδιότητα του διαδίκου, δικαιούμενος να ασκήσει παρέμβαση (κύρια ή πρόσθετη, αφού ο νόμος δεν κάνει διάκριση), δεσμεύεται όμως από το δεδικασμένο που παράγεται από την τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε στη δίκη εκείνη (ΑΠ 1415/2009 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 325 ΚΠολΔ “Το δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά 1) των διαδίκων, 2) εκείνων που έγιναν διάδοχοι τους όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της, 3)…”, κατά δε το άρθρο 919 ΚΠολΔ “Η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται 1) όταν πρόκειται για δικαστικές και διαιτητικές αποφάσεις, υπέρ και κατά των προσώπων έναντι των οποίων ισχύει δεδικασμένο και κατά των προσώπων που απέκτησαν τη νομή ή κατοχή του επίδικου πράγματος κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το τέλος της, 2)Η από τις διατάξεις αυτές δέσμευση, από το δεδικασμένο της απόφασης, του ειδικού (άμεσου ή απώτερου) ή καθολικού διαδόχου και, κατ’ ακολουθίαν, η εκτελεστότητα, προϋποθέτει περιέλευση στον τελευταίο του επιδίκου πράγματος ή δικαιώματος συμβατικώς, δηλαδή βάσει σύμβασης με το διάδικο ή με κληρονομική διαδοχή ή οιονεί καθολική διαδοχή και την επ’ αυτής της σχέσης στήριξη του δικαιώματος που επικαλείται. Για το λόγο αυτό, αν ο ειδικός διάδοχος επικαλείται και αποδεικνύει κτήση του πράγματος ή του δικαιώματος με πρωτότυπο τρόπο, δεν υφίσταται η ως άνω δέσμευση γι’ αυτόν, αφού στην περίπτωση αυτήν δεν ταυτίζεται με τον διάδικο και δεν ασκεί δικαίωμα το οποίο περιήλθε σε αυτόν από τον αρχικό διάδικο (ΑΠ 1155/2013 ΝΟΜΟΣ).

Κατά τα λοιπά, από τις διατάξεις των άρθρων 810, 816 και 817 Α.Κ. προκύπτει ότι η σύμβαση χρησιδανείου έχει ως περιεχόμενο την εκ μέρους του χρήστη παραχώρηση της χρήσης κινητού ή ακινήτου πράγματος χωρίς αντάλλαγμα στον χρησάμενο, ο οποίος υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα στον χρήστη μετά τη λήξη της σύμβασης, που μπορεί να συναφθεί είτε για αόριστο είτε για ορισμένο χρόνο, από δε τις διατάξεις των άρθρων 1094 και 1095 Α.Κ. για τη διεκδικητική αγωγή, συνδυαζόμενες με εκείνη του άρθρου 817 του ιδίου Κώδικα για το χρησιδάνειο, προκύπτει ότι ο κύριος πράγματος (κινητού ή ακινήτου) και χρήστης, σε περίπτωση που έχει αυτό δοθεί ως χρησιδάνειο, δικαιούται, όταν λήξει το χρησιδάνειο, είτε επειδή ο χρησάμενος έκανε χρήση του πράγματος, είτε επειδή πέρασε ο χρόνος κατά το οποίον μπορούσε να κάνει χρήση, καθώς και προ της λήξης αυτού, εάν ο χρησάμενος, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, χρησιμοποιεί το πράγμα αντίθετα προς τους όρους της σύμβασης, να ασκήσει προς απόδοση του πράγματος, τόσο τη διεκδικητική αγωγή, όσο και την ενοχική αγωγή εκ του χρησιδανείου, μόνο δε σε περίπτωση επιλογής άσκησης της αγωγής από τη σύμβαση χρησιδανείου, στο δικόγραφο αυτής πρέπει να αναφέρει την εν λόγω σύμβαση και τη λήξη αυτής κατά νόμιμο τρόπο. Ειδικότερα, ο κύριος του πράγματος και χρήστης, την μεν πρώτη (διεκδικητική) αγωγή δικαιούται να ασκήσει τόσο κατά του αντισυμβαλλομένου (χρησάμενου), όσο και κατά του τρίτου (εκτός συμβάσεως χρησιδανείου), προς τον οποίο έχει παραχωρηθεί περαιτέρω από τον χρησάμενο η χρήση του πράγματος, εφόσον βέβαια εκάτερος τούτων είναι και νομέας ή κάτοχος αυτού, τη δε δεύτερη (ενοχική εκ του χρησιδανείου) αγωγή δικαιούται να ασκήσει μόνο κατά του αντισυμβαλλομένου, σε περίπτωση δε επιλογής της διεκδικητικής αγωγής, για το ορισμένο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, του δικογράφου αυτής, πρέπει να αναφέρονται τα στοιχεία της κυριότητας και η κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο, στον οποίο εναπόκειται να επικαλεσθεί, κατά την ένσταση του άρθρου 1095 Α.Κ., την ύπαρξη ενεργούς σύμβασης χρησιδανείου. Και η μεν από το χρησιδάνειο αγωγή κατά του λήπτη προς απόδοση του πράγματος γεννιέται και είναι δικαστικά επιδιώξιμη με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου ή, εάν δεν ορίσθηκε διάρκεια της σύμβασης, αμέσως μόλις ο χρησάμενος κάνει χρήση του πράγματος ή περάσει ο χρόνος κατά τον οποίο μπορούσε να κάνει χρήση, οπότε αρχίζει η παραγραφή αυτής, η δε από το δικαίωμα κυριότητας πηγάζουσα διεκδικητική αγωγή κατά του κατέχοντος το πράγμα από την ως άνω αιτία, γεννιέται και είναι δικαστικά επιδιώξιμη, όχι από την παραλαβή του με βάση τη σύμβαση χρησιδανείου, οπότε ο χρησάμενος νέμεται αυτό ως άμεσος αντιπρόσωπος και για λογαριασμό του χρήστη, αλλά από την ως άνω λήξη του δικαιώματος προς χρήση ή και πριν από αυτήν, αφότου ο χρησάμενος, αντιποιούμενος τη νομή του τελευταίου, έπαυσε να κατέχει το πράγμα για λογαριασμό του χρήστη και το νέμεται για δικό του λογαριασμό, του γεγονότος δε τούτου έλαβε γνώση ο χρήστης (ΑΠ 757/2008 ΕλλΔικ 51/782, ΑΠ 170/2003 ό.π.). Σε περίπτωση μη επιστροφής του χρησιδανεισθέντος πράγματος κατά την ορισθείσα ημέρα λήξης του χρησιδανείου ή επιστροφής αυτού καθυστερημένα, ο χρησάμενος καθίσταται υπερήμερος και ο χρήστης δικαιούται να ζητήσει εκτός από την παροχή, δηλαδή την επιστροφή του πράγματος και αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την καθυστέρηση κατά τα άρθρα 341 § 1 και 343 § 1 Α.Κ., η αποζημίωση δε αυτή είναι δυνατό να συνίσταται σε αποκατάσταση τόσο της θετικής ζημίας, όσο και του διαφυγόντος κέρδους του χρήστη όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 298 Α.Κ., η αποζημίωση που οφείλεται, είτε από αδικοπραξία είτε από τη σύμβαση, περιλαμβάνει τόσο τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δικαιούχου (θετική ζημία), όσο και το διαφυγόν κέρδος (αποθετική ζημία), εάν δε το χρησιδάνειο αφορά ακίνητο και ο χρησάμενος δεν απέδωσε αυτό κατά τη λήξη του, ο χρήστης δικαιούται να ζητήσει ως αποζημίωση το διαφυγόν κέρδος, ήτοι εκείνο που με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων προσδοκούσε να λάβει από την εκμετάλλευση του ακινήτου του από την ημέρα που έπρεπε να του επιστραφεί (άρθρο 298 Α.Κ.), όπως είναι τα μισθώματα που θα ελάμβανε από την εκμίσθωση του (ΑΠ 449/2014 Ε7 2015/141, ΕφΛαρ 337/2015 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2016/104). ’λλωστε, η σύμβαση χρησιδανείου δεν υπόκειται σε κανένα τύπο, ακόμη και αν αφορά ακίνητο και μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από πράξεις των συμβαλλομένων, πρόκειται δε για σύμβαση που καταρτίζεται μόνο με και από την εκτέλεση της παροχής από τον χρήστη. Παράδοση της χρήσης αποτελεί η θέση του χρησαμένου σε τέτοια σχέση προς το πράγμα, ώστε να μπορεί να το χρησιμοποιεί. Επομένως, ανάλογα με το περιεχόμενο της σύμβασης, τη φύση της συγκεκριμένης χρήσης και γενικώς των περιστάσεων, η παροχή του χρήστη συνίσταται συνήθως σε πράξη αυτού, δηλαδή στην παράδοση του πράγματος, ήτοι της φυσικής επ’ αυτού εξουσίας, αλλά δεν αποκλείεται να συνίσταται και σε παράλειψη ή ανοχή του χρήστη. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο χρησάμενος δεν αποκτά νομή επί του πράγματος, αλλά μόνο την κατοχή αυτού και ασκεί τη νομή, η οποία παραμένει στον χρήστη, στο όνομα του τελευταίου, με αποτέλεσμα, όσο διαρκεί η σύμβαση του χρησιδανείου, να μην μπορεί ο χρησάμενος να χρησιδεσπόσει το πράγμα (ΑΠ 924/2012 ΧΡΙΔ 2012/732). Τέλος, κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο από αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, σε συνδυασμό την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 Α. Κ. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (ΟλΑΠ 2/2019 ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 8/2018 ΝΟΜΟΣ).

II. Οι κρινόμενες εφέσεις κατά της υπ’ αριθ. 2/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 19 περ. α ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 § 2 του Ν. 3994/2011, αφού α) κατατέθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των εναγομένων στη Γραμματεία του ανωτέρω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η μεν υπό στοιχείο Α έφεση στις 26-02-2015, η δε υπό στοιχείο Β έφεση στις 24-02-2015, όπως προκύπτει από τις παρά πόδας των εφετηρίων δικογράφων υπ’ αριθ. ./26-02-2015 και ./24-02-2015, αντίστοιχα, εκθέσεις κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου του Γραμματέως του άνω Δικαστηρίου και έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τα άρθρα 511, 513 § 1 περ. β εδ. α, 516 § 1, 517 εδ. α’ και 518 § 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 144 επ. και 520 § 1 του ιδίου Κώδικα και, συνεπώς, παραδεκτώς κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, ήτοι εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 518 § 1 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης, η οποία έλαβε χώρα στις 27-01-2015, όπως προκύπτει από τις σχετικές σημειώσεις (του άρθρου 139 § 3 εδ. α ΚΠολΔ) του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας … επί των μετ’ επικλήσεως προσαγομένων δύο αντιγράφων της εκκαλουμένης, σε συνδυασμό με την κάτωθι εκάστου αυτών παραγγελία προς επίδοση, στους πληρεξουσίους δικηγόρους των (τότε) εναγομένων, του πληρεξουσίου δικηγόρου του (τότε) ενάγοντος, ενώ β) κατατέθηκαν στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου από τους εκκαλούντες εκάστης έφεσης τα, προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 495 § 3 εδ. α ΚΠολΔ, παράβολα, συνολικού ύψους διακοσίων (200,00) ευρώ για κάθε έφεση [τα υπ’ αριθ. 3861507, 5003102, 5003103 και 5003104 παράβολα (Σειρά Α) του Δημοσίου, αξίας 50, 10, 10 και 10 ευρώ αντίστοιχα και τα υπ’ αριθ. 090089 και 090090 παράβολα (Σειρά Α) του ΤΑ.-Χ.ΔΙ.Κ, αξίας εκάστου 60 ευρώ, από τους εκκαλούντες της Α έφεσης, από δε την εκκαλούσα της Β έφεσης τα υπ’ αριθ. 3861506, 5003295, 5003296 και 5003297 παράβολα (Σειρά Α) του Δημοσίου, αξίας 50, 10, 10 και 10 ευρώ αντίστοιχα και τα υπ’ αριθ. 079837 και 079838 παράβολα (Σειρά Α) του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ, αξίας εκάστου 60 ευρώ]. Επομένως, πρέπει οι ένδικες εφέσεις να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν, ήτοι ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρα 522 και 533 § 1 ΚΠολΔ), κατά την εφαρμοσθείσα και πρωτοδίκως τακτική διαδικασία, πρέπει δε να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας (άρθρο 524 § 1 εδ. α, σε συνδυασμό με άρθρα 31 και 246 ΚΠολΔ), αφού στρέφονται κατά της αυτής απόφασης, υπάγονται στην αυτή ως άνω τακτική διαδικασία και το αντικείμενο τους πηγάζει από την αυτή έννομη σχέση, έτσι ώστε η συνεκδίκασή τους να επιβάλλεται, ώστε να επιταχυνθεί η διεξαγωγή της δίκης και να επέλθει μείωση των εξόδων, κυρίως όμως για να αποτραπεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων [ΑΠ 1843/2007 ΝοΒ 2008/709, ΕφΠατρ (Μον) 275/2018 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 200/2013 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2013/542 και πάγια νομολογία].

III. Στην από 17-05-2010 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./17-05-2010) αγωγή του, ο ήδη εφεσίβλητος ιστορούσε ότι είναι αποκλειστικός κύριος του, εκεί αναλυτικώς περιγραφομένου κατά τα όριά του, ακινήτου, συνολικής επιφανείας 5.539,65 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση “Κούταβος” του Δήμου Αργοστολίου, πλην όμως ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι κατέλαβαν παρανόμως, στις αρχές του έτους 1990, τμήμα της ανωτέρω ιδιοκτησίας του, εμβαδού 654 τ.μ., όπως αυτό αναλυτικώς περιγράφεται ως προς τα όριά του στο αγωγικό δικόγραφο, εντός του οποίου εγκατέστησαν δύο σιδερένιες κατασκευές (σιλό) για παραγωγή ετοίμου σκυροδέματος και κατασκεύασαν ράμπα εκφόρτωσης υλικών προς παρασκευή σκυροδέματος, ενέργεια που προκάλεσε την άμεση αντίδραση του ενάγοντος, ο οποίος, παρά το ότι τελικώς κατέληξε σε συμφωνία με τους ανωτέρω εναγομένους, η οποία επικυρώθηκε με την από μέρους τους συνυπογραφή του από μηνός Απριλίου 1990 τοπογραφικού διαγράμματος του Τοπογράφου Μηχανικού …, οι τελευταίοι προέβησαν στη σύνταξη του από Δεκεμβρίου 1998 νέου τοπογραφικού διαγράμματος του αυτού ως άνω Τοπογράφου Μηχανικού, στο οποίο αποτυπωνόταν η επίδικη έκταση ως μέρος του δικού τους ακινήτου και στη σύναψη του υπ’ αριθ. ./1999 συμβολαίου (χωρίς να αναφέρουν τα στοιχεία του Συμβολαιογράφου), με το οποίο ενσωμάτωσαν την ανωτέρω επίδικη έκταση σε όμορο ακίνητο τους, εξακολούθησαν δε να εκμεταλλεύονται παρανόμως το επίδικο τμήμα των 654 τ.μ., ως δήθεν μέρος της, όμορης με τον ενάγοντα, ιδιοκτησίας τους [παρά το γεγονός ότι ο ενάγων άσκησε εναντίον τους την από 08-03-2001 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 69/2001) αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1242/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία τον δικαίωνε ως προς την κυριότητα του επιδίκου και στη συνέχεια, κατόπιν έφεσης που άσκησαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 407/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία απέρριψε την έφεση τους και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση] μέχρι τις 16-11-2001, όταν, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ’ αριθ. ./16-11-2001 συμβολαίου (του οποίου ομοίως δεν αναφέρουν το Συμβολαιογράφο), πώλησαν ολόκληρη την ανωτέρω ιδιοκτησία τους, μέρος της οποίας είχαν παρανόμως καταστήσει και το επίδικο, στην τρίτη εναγομένη Α.Ε., η οποία έκτοτε συνέχισε να εκμεταλλεύεται το επίδικο τμήμα μέχρι το μήνα Μάιο του 2010 (παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι με την υπ’ αριθ. 56/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου είχε απορριφθεί η, ασκηθείσα από όλους τους εναγομένους, αίτηση αναστολής εκτέλεσης της υπ’ αριθ. 1242/2006 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας), όπως έκαναν προηγουμένως και οι δικαιοπάροχοί της, αφού όλοι λειτούργησαν, κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα έκαστος, εντός του πωληθέντος ακινήτου εργοτάξιο παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος, το επίδικο τμήμα του οποίου ήταν το πλέον απαραίτητο για τη λειτουργία της επιχείρησης, καθώς εκεί βρίσκονταν τα προαναφερθέντα δύο σιλό και η ράμπα εκφόρτωσης, χωρίς τα οποία δεν θα ήταν δυνατή η λειτουργία του εργοταξίου. Ενόψει αυτών, ο ενάγων ζητούσε I) να υποχρεωθούν να του καταβάλουν, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και II) με απόφαση που θα κηρυσσόταν προσωρινά εκτελεστή, 1) οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 67.728,07 ευρώ και 2) η τρίτη εναγόμενη το ποσό των 49.925,41 ευρώ, ως διαφυγόντα κέρδη, τα οποία από υπαιτιότητα των εναγομένων, “που προέβησαν σε παράνομη κατακράτηση του καταληφθέντος ακινήτου του”, δεν εισέπραξε από την εκμίσθωση του επιδίκου τμήματος, καθορίζοντας τη μισθωτική αξία αυτού, με γνώμονες α) τη μισθωτική αξία των γειτονικών ακινήτων, β) την εξέχουσα θέση του επιδίκου, γ) τις προτάσεις που είχε λάβει από επαγγελματίες του νησιού για να τους το εκμισθώσει και δ) το γεγονός ότι το επίδικο αποτελούσε το λειτουργικότερο τμήμα του εργοταξίου των εναγομένων, για ολόκληρο το προρρηθέν χρονικό διάστημα, σε 454,87 ευρώ μηνιαίως, ήτοι σε 5.458,44 ευρώ ετησίως, πλέον ετήσιας αναπροσαρμογής του μισθώματος κατά ποσοστό 4%, κυρίως μεν με βάση τις διατάξεις περί αποζημίωσης χρήσης, επικουρικώς δε με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικαλούμενος ότι οι εναγόμενοι κατέστησαν κατά τα παραπάνω ποσά αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σε βάρος του, αφού εκμεταλλεύθηκαν το επίδικο τμήμα της κυριότητος του, χωρίς να του καταβάλλουν μίσθωμα, σε περίπτωση δε που ο ίδιος δεν δεχόταν την εν λόγω εκμίσθωση, θα ήταν υποχρεωμένοι να μισθώσουν άλλο ακίνητο, στο οποίο θα έπρεπε να μετεγκαταστήσουν ολόκληρο το εργοτάξιο τους, αφού το επίδικο αποτελούσε το πλέον ζωτικό τμήμα της επιχείρησης τους και III) να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης.

IV. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε, συζητήσεως γενομένης αντιμωλία των διαδίκων κατά τη δικάσιμο της 03ης-06-2014, η υπ’ αριθ. 2/12-01-2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας [αφού είχε προηγηθεί η υπ’ αριθ. 33/18-10-2011 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία διέτασσε την εκδίκαση της υπόθεσης κατά την τακτική διαδικασία και όχι κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών των άρθρων 647 έως 661 ΚΠολΔ (όπως τότε ίσχυαν), με την οποία είχε εισαχθεί προς εκδίκαση η αγωγή], το οποίο, δικάζοντας κατά την τακτική πλέον διαδικασία (κατόπιν κλήσης του ενάγοντος), αφού έκρινε την αγωγή πλήρως ορισμένη (απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό των εναγομένων) και νόμιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της, την δέχθηκε εν μέρει ως και ουσιαστικώς βάσιμη και υποχρέωσε να καταβάλουν στον ενάγοντα – εφεσίβλητο, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, α) οι δύο πρώτοι εναγόμενοι – εκκαλούντες της Α έφεσης το συνολικό ποσό των 15.778,37 ευρώ, ήτοι 7.889,18 ευρώ έκαστος αυτών, β) κηρύσσοντας προσωρινά εκτελεστή τη σχετική διάταξη κατά το ποσό των 3.000 ευρώ για κάθε εναγόμενο και γ) η τρίτη εναγομένη – εκκαλούσα της Β έφεσης το συνολικό ποσό των 48.944,97 ευρώ, δ) κηρύσσοντας προσωρινά εκτελεστή τη σχετική διάταξη κατά το ποσό των 15.000 ευρώ, ενώ ε) επέβαλε σε βάρος των εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, συνολικού ύψους 500 ευρώ, τα οποία κατένειμε, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας τους, σε 100 ευρώ για έκαστο εκκαλούντα της Α έφεσης και σε 300 ευρώ για την εκκαλούσα της Β έφεσης, δεχόμενο ότι 1) οι δύο πρώτοι εναγόμενοι (ήδη εκκαλούντες της Α έφεσης) οφείλουν να καταβάλουν στον ενάγοντα (ήδη εφεσίβλητο), σύμφωνα με την επικουρική αγωγική βάση των άρθρων 904 επ. Α. Κ. (κρίνοντας ότι η θεμελιωμένη στην κύρια βάση της αγωγής αξίωση του ενάγοντος παρεγράφη στις 16-11-2006), την αξία των μισθωμάτων που δεν απέδωσαν στον τελευταίο για την εκ μέρους τους κατάληψη και χρήση του επιδίκου τμήματος των 654 τ.μ. κατά το χρονικό διάστημα από 22-01-1999 (ημερομηνία σύνταξης του υπ’ αριθ. 10.743/1999 συμβολαίου, με το οποίο διόρθωσαν το υπ’ αριθ. 3.158/04-04-1984 συμβόλαιο, δυνάμει του οποίου είχαν αγοράσει από την …, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, όμορο με εκείνο του ενάγοντος ακίνητο, έκτασης, κατά τον εν λόγω τίτλο, 4.106 τ.μ., ενσωματώνοντας σε αυτό την επίδικη έκταση των 654 τ.μ.) έως 16-11-2001 [ημερομηνία σύνταξης του υπ’ αριθ. 12.743/2001 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου …, με το οποίο πώλησαν το ακίνητο τους, στο οποίο είχαν παρανόμως ενσωματώσει το επίδικο τμήμα του ομόρου ακινήτου του ενάγοντος (συνολικής του τελευταίου έκτασης 5.539,65 τ.μ.), στην τρίτη εναγομένη (ήδη εκκαλούσα της Β έφεσης)], τα οποία καθόρισε (με βάση μηνιαίο μίσθωμα ύψους 454,87 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενου αυτού κατά 4% ετησίως) στο συνολικό ποσό των 15.778,37 ευρώ γι’ αμφότερους τους δύο πρώτους εναγομένους, ήτοι σε 7.889,18 ευρώ για έκαστο αυτών και 2) η τρίτη εναγόμενη (ήδη εκκαλούσα της Β έφεσης) ευθύνεται, απ’ ευθείας με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 914 επ. Α.Κ., για την αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας (διαφυγόντος κέρδους) που υπέστη ο ενάγων από την εκ μέρους της παράνομη κατάληψη της επίδικης έκτασης κατά το χρονικό διάστημα από 16-11-2001 έως 31-05-2010, συνισταμένης στα μισθώματα που αυτός θα αποκέρδαινε, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και σύμφωνα με τις αρχές της κοινής και συναλλακτικής πείρας, από την εκμίσθωση του επιδίκου σε αυτήν ή σε οποιονδήποτε τρίτο που θα το εκμεταλλευόταν βάσει συμφωνίας μίσθωσης ή παραχώρησης με αντάλλαγμα, τα οποία καθόρισε (ομοίως με βάση μηνιαίο μίσθωμα ύψους 454,87 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενου αυτού κατά 4% ετησίως) στο συνολικό ποσό των 48.944,97 ευρώ, καθόσον έκρινε ότι 3) για το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 1990 έως τις 22-01-1999 οι δύο πρώτοι εναγόμενοι δεν ευθύνονται έναντι του ενάγοντος ούτε με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αφού κατείχαν το επίδικο τμήμα με τη συναίνεση του τελευταίου, στα πλαίσια ειδικότερης συμφωνίας τους, αποτυπωθείσας στο από Απριλίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού …, ούτε με εκείνη των άρθρων 1099 και 904 επ. Α.Κ., αφού ελλείπει το στοιχείο του παρανόμου της κατάληψης, η δε στηριζόμενη στα άρθρα 914 επ. Α.Κ. μεταγενέστερη αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, ως προεκτέθηκε, έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 Α.Κ., η οποία άρχισε στις 16-11-2001, όταν μεταβίβασαν το επίδικο στην τρίτη εναγομένη, αφού από τότε δεν είχαν τη δυνατότητα να αποδώσουν αυτό στον ενάγοντα και έληξε στις 16-11-2006, ήτοι πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής, ευθυνόμενοι έτσι μόνο για το διάστημα από 22-01-1999 έως 16-11-2001 με βάση τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, αφού “η αδικοπραξία έγινε με πρόθεση, με συνέπεια να εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 911 αριθ. 2 Α.Κ. και οι εναγόμενοι να ευθύνονται σαν να τους είχε επιδοθεί η αγωγή”, της σχετικής αξίωσης του ενάγοντος για το εν λόγω χρονικό διάστημα μη έχοντας υποκύψει σε παραγραφή, η οποία είναι εικοσαετής και 4) η τρίτη εναγόμενη καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 16-11-2001 και μέχρι και την ημέρα άσκησης της ένδικης γνώριζε ότι παρανόμως κατείχε το επίδικο, βαρυνόμενη με ενδεχόμενο δόλο για τους ειδικότερα αναφερομένους στην εκκαλουμένη απόφαση λόγους, 5) απορρίπτοντας ταυτοχρόνως ως ουσιαστικώς αβάσιμη την προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση της καταχρηστικής, κατ’ άρθρο 281 Α.Κ., άσκησης της αγωγής.

V. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται Α) οι δύο πρώτοι εναγόμενοι με την κρινόμενη από 25-02-2015 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 13/26-02-2015) έφεση τους και Β) η τρίτη εναγόμενη με την από 21-02-2015 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 12/24-02-2015) έφεσή της, για τους διαλαμβανόμενους στα εφετήρια δικόγραφα λόγους, στους οποίους περιλαμβάνεται και αυτός περί εσφαλμένης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εκτίμησης των ενώπιον του προσαχθέντων αποδεικτικών μέσων, η οποία το οδήγησε στο προρρηθέν εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, ζητούν δε α) να γίνουν δεκτές οι εφέσεις τους και να εξαφανισθεί, άλλως μεταρρυθμισθεί ευνοϊκότερα ως προς αυτούς, η εκκαλούμενη απόφαση, προκειμένου να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η από 17-05-2010 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 108-/17-05-2010) αγωγή του εφεσίβλητου και β) να καταδικασθεί αυτός στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Ενόψει του παραπάνω λόγου της Α και της Β έφεσης (και ως προς τις ειδικότερες αυτού εκφάνσεις, ως αυτές λεπτομερώς θα εκτεθούν κατωτέρω), ο οποίος είναι επαρκώς ορισμένος και νόμιμος, το παρόν Δικαστήριο, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος των εφέσεων (άρθρο 522 του ΚΠολΔ), θα επανεκτιμήσει εξ υπαρχής την ουσία της υπόθεσης και θα κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της (ΑΠ 19/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 20/2018 ΝΟΜΟΣ), αφού εξετάσει το παραδεκτό και το νόμιμο και των λοιπών λόγων εκάστης έφεσης, ως αυτοί θα αναπτυχθούν στη συνέχεια.

VI. Λεκτέον εδώ ότι, σύμφωνα με τον πρώτο λόγο της Α’ έφεσης και υπό στοιχείο 1γ λόγο της Β έφεσης, εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη και ότι στηρίζεται, κατά την κύρια βάση της, στις διατάξεις των άρθρων 914, 1099, 962, 974, 981 και 999 Α.Κ., ενώ θα έπρεπε, αν είχε ορθά εφαρμόσει το νόμο, να είχε κρίνει ότι, ως προς την εν λόγω βάση της, η αγωγή θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 601 Α.Κ., καθόσον ο ενάγων ζητεί με αυτήν αποζημίωση από την εκ μέρους των εναγομένων χρήση του επιδίκου ακινήτου και στη συνέχεια (έπρεπε) να την είχε απορρίψει ως νόμω αβάσιμη, διότι ουδόλως υπήρχε μισθωτική σύμβαση, έγκυρη ή άκυρη, μεταξύ των εναγομένων και του ενάγοντος, βάσει της οποίας ο τελευταίος, ο οποίος άλλωστε ουδόλως επικαλείται την ύπαρξη τέτοιας σύμβασης, να ζητεί αποζημίωση για την μετά τη λήξη της σύμβασης αυτής δήθεν παρακράτηση του μισθίου από τους εναγομένους, για την οποία και του οφείλεται η αποζημίωση του ανωτέρω άρθρου (601 Α.Κ.). Ως προς το λόγο αυτό, λεκτέα τα ακόλουθα : Από το συνδυασμό των άρθρων 534 και 535 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εκτιμώντας τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, έκανε λανθασμένο νομικό χαρακτηρισμό και υπαγωγή τους όχι στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, η εκκαλουμένη απόφαση δεν εξαφανίζεται από το Εφετείο, αφού στο στάδιο αυτό δεν έχει διαπιστωθεί αν το διατακτικό της είναι ορθό και κατά πόσον περιέχει σφάλμα ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, αλλά, αντικαθισταμένων των αιτιολογιών, η αγωγή θα κριθεί μέσα στα πλαίσια της νομικής βάσης, τα στοιχεία της οποίας περιέχει, όπως θα κρίνει το Εφετείο και δη μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, αφού πρόκειται για πλημμελή εφαρμογή του νόμου [ΕφΠατρ (Μον) 527/2017 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑνατΚρητ (Μον) 139/2017 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ (Μον) 46/2016 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔυτΜακ 44/-2011 Αρμ 2012/1274, ΕφΔωδ 122/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 210/1998 ΝΟΜΟΣ, Μαργαρίτης σε Κεραμέως/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 534, §§ 3 και 4, σελ. 960 – 961], Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της από 17-05-2010 (με αριθμό κατάθεσης 108/17-05-2010) αγωγής προκύπτει ότι η κύρια βάση της θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 1099 Α.Κ., σε συνδυασμό με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ιδίου Κώδικα, αφού σε αυτήν ο ενάγων ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι και νυν εκκαλούντες παρανόμως τον απέβαλαν από τη νομή του επιδίκου ακινήτου, που του ανήκει κατά πλήρη κυριότητα και εξ αυτού του λόγου του οφείλουν αποζημίωση για την ανόρθωση του διαφυγόντος κέρδους του, που συνίσταται στην ωφέλεια που αυτός θα είχε – μεταξύ άλλων αιτίων – και από την εκμίσθωση του επιδίκου σε τρίτους κατά το χρονικό διάστημα της εξ αυτού αποβολής του, το οποίο ο ίδιος προσδιορίζει από τις 01-01-1990 έως το μήνα Μάιο του 2010.   

Επομένως, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η κύρια βάση της αγωγής στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 340, 345 εδ. α, 346 και 914 Α.Κ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1099, 962, 974, 981 και 999 Α.Κ., ασχέτως του ότι ο ενάγων ανέφερε ότι το κύριο αίτημα του συνίσταται σε “αποζημίωση χρήσης του καταληφθέντος ακινήτου του”, αφού, όπως γίνεται δεκτό κατά πάγια νομολογία, από το συνδυασμό των άρθρων 106, 216 § 1, 335, 337 και 338 ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται ότι η επίκληση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου δεν είναι στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, ούτε δεσμεύει το Δικαστήριο ο νομικός χαρακτηρισμός που δίνεται από τους διαδίκους και τούτο διότι το Δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, από το περιεχόμενο της οποίας προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων και χωρίς να δημιουργείται εξ αυτού λόγος αναίρεσης των αριθμών 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον, στην περίπτωση αυτή, υπάγει στον αρμόζοντα, κατά την κρίση του, κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τους διαδίκους πραγματικά περιστατικά, λαμβάνοντας, άρα, αυτά υπόψη και δικάζει το αντίστοιχο αίτημα [ΑΠ 1105/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 708/2016 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ (Μον) 4310/2018 ΝΟΜΟΣ]. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος των εφέσεων, πέραν του γεγονότος ότι εδράζεται επί της εσφαλμένης θέσης ότι η πράγματι περιλαμβανόμενη στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής κύρια βάση δεν ήταν αυτή που ορθώς κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος (ΕφΑΘ (Μον) 4310/2018 ΝΟΜΟΣ], ελλείψει εννόμου συμφέροντος των εκ-καλούντων να τον προβάλουν. Επί πλέον, ο δεύτερος λόγος της Α έφεσης και οι υπό στοιχεία 1α και 16 λόγοι της Β έφεσης περί αοριστίας της αγωγής διότι ο ενάγων δεν αναφέρει στο δικόγραφο της “ως τι θα εκμίσθωνε το επίδικο που τάχα στερήθηκε …. με ποιόν ειδικότερο τρόπο τάχα θα εκμεταλλευόταν το επίδικο, ώστε να επιτύχει την επικαλούμενη μισθωτική αξία, η οποία τάχα του διέφυγε ως κέρδος λόγω της δήθεν κατάληψης του επιδίκου (όπως ισχυρίζεται)…. σε ποιόν, επί τη βάσει ποιών προσφορών, για ποιά χρονικά διαστήματα και για την άσκηση ποίας ακριβώς επιχειρηματικής δραστηριότητας θα εκμίσθωνε το επίδικο … τα συγκεκριμένα περιστατικά που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών” πρέπει να απορριφθούν ως νόμω αβάσιμοι και τούτο διότι, όπως λεπτομερώς εκτίθεται στην μείζονα σκέψη της παρούσας, για να είναι ορισμένη η κύρια βάση της ένδικης αγωγής, αρκεί να προσδιορίζεται σε αυτήν μόνο 1) το επίδικο αντικείμενο, 2) ότι οι εναγόμενοι έκαναν αποκλειστική χρήση αυτού και 3) τα ωφελήματα που οι τελευταίοι αποκόμισαν από την αποκλειστική χρήση του, τα οποία, επί αστικού ακινήτου, αντιστοιχούν στη μισθωτική αξία του, στοιχεία τα οποία πράγματι περιλαμβάνονται στο αγωγικό δικόγραφο, χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο για το ορισμένο της αγωγής και δη ούτε η αναφορά στο δικόγραφο της συγκριτικών στοιχείων για την εξεύρεση της μισθωτικής αξίας του ακινήτου, ούτε η αναφορά των μισθωτικών συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή αυτού ή λεπτομερής περιγραφή της κατάστασης τούτου ή ακόμα και αναφορά των παραμέτρων που δικαιολογούν την κατ’ έτος αναπροσαρμογή της μισθωτικής του αξίας, ούτε τα λοιπά στοιχεία που αναφέρουν οι εκκαλούντες, αφού όλα αυτά τα στοιχεία θα προκύψουν από τις αποδείξεις [ad hoc ΕφΠατρ (Μον) 527/2017 ό.π.]. Ομοίως πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της Α έφεσης ως προς την προβαλλόμενη σε αυτόν αιτίαση της μη αναφοράς στο αγωγικό δικόγραφο της “υπαιτιότητας” των δύο πρώτων εναγομένων, που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση, αλλά και της απορρέουσας από το άρθρο 1099 Α.Κ. αξίωσης και τούτο διότι, από την επισκόπιση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι ο ενάγων με σαφήνεια αναφέρεται στην υπαίτια συμπεριφορά των ανωτέρω εναγομένων (εκκαλούντων στην Α έφεση), καταλογίζοντας σε αυτούς ότι παράνομα και αυθαίρετα τον απέβαλαν από το επίδικο τμήμα του ακινήτου του, γνωρίζοντας ότι αυτό του ανήκε κατά πλήρη κυριότητα, λόγος για τον οποίον, μετά από σχετική διαμαρτυρία του ενάγοντος, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι προέβησαν σε συμφωνία μαζί του, την οποία ενσωμάτωσαν στο από Απριλίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού …, υπαναχώρησαν όμως από αυτήν, προβαίνοντας στην κατάρτιση του από Δεκεμβρίου 1998 τοπογραφικού διαγράμματος του αυτού ως άνω Τοπογράφου Μηχανικού και στη σύναψη του υπ’ αριθ. ./1999 συμβολαίου, με το οποίο ενσωμάτωσαν στην όμορη ιδιοκτησία τους το επίδικο ακίνητο, το οποίο στη συνέχεια μεταβίβασαν στην τρίτη εναγομένη εταιρεία, ουδεμία επίκληση υπαιτιότητας της οποίας όμως γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο ως προς την παράνομη κατάληψη της νομής του επιδίκου από αυτήν, αφού ουδόλως εκτίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν την εν λόγω υπαιτιότητα της τρίτης εναγομένης (εκκαλούσας στην Β έφεση) και, ειδικότερα, δεν μνημονεύεται η υπαιτιότητα της, εάν αυτή συνίσταται σε δόλο ή σε αμέλεια, καθώς και το είδος του δόλου ή της αμέλειας της, έλλειψη την οποία ουδόλως δύναται να αναπληρώσει η αναφορά στην αγωγή ότι, μέχρι και τη σύνταξη αυτής (17-05-2010), η τρίτη εναγομένη δεν είχε προβεί στον καθαρισμό του καταληφθέντος επιδίκου από τα δύο σιλό και λοιπά υλικά, τα οποία οι δύο πρώτοι εναγόμενοι είχαν τοποθετήσει εντός αυτού και τα οποία καθιστούσαν αδύνατη τη χρήση του από τον ενάγοντα, ούτε στην απόδοση του στον τελευταίο “μολονότι είχε εκδοθεί η υπ’ αριθ. 56/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριπτε αίτηση αναστολής εκτέλεσης που είχαν ασκήσει και οι τρεις εναγόμενοι, προκειμένου να μην προβεί ο ενάγων σε εκτέλεση της υπ’ αριθ. 1242/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας”, αφού η εν λόγω μνεία δεν αφορά το χρόνο απόκτησης της νομής του επιδίκου από την τρίτη εναγομένη (που είναι και ο κρίσιμος για την θεμελίωση της υποχρέωσης της προς αποζημίωση του ενάγοντος για την από αυτήν παράνομη κατακράτηση του επιδίκου), η οποία, κατά τον ισχυρισμό του ενάγοντος, έλαβε χώρα την 16η-11-2001 (ημέρα κατάρτισης του υπ’ αριθ. ./16-11-2001 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου …, με το οποίο οι δύο πρώτοι εναγόμενοι της μεταβίβασαν το επίδικο λόγω πώλησης), αλλά το κατά τουλάχιστον οκτώ χρόνια μεταγενέστερο χρονικό διάστημα μεταξύ της δημοσίευσης της προρρηθείσας υπ’ αριθ. 56/2010 απόφασης (το χρόνο της οποίας, άλλωστε, δεν επικαλείται ο ενάγων, ούτε προσκομίζει το σώμα της άνω δικαστικής απόφασης) και της σύνταξης της ένδικης αγωγής (17-05-2010). Κατά συνέπεια, ο σχετικός υπό στοιχείο 5α λόγος της Β έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος και να απορριφθεί, ως προς την τρίτη εναγομένη, η κύρια βάση της αγωγής ως αόριστη, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε την εν λόγω αγωγική βάση ορισμένη και για την τρίτη εναγομένη, απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση της – και μάλιστα σιωπηρώς ως προς τη συγκεκριμένη, περί μη αναφοράς της υπαιτιότητας της, έκφανση της – εσφαλμένα το νόμο εφήρμοσε.

VII. Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στα πλαίσια της συζήτησης της ένδικης από 17-05-2010 (με αριθμό κατάθεσης ./2010) αγωγής, μετά την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 33/2011 απόφαση του, με την οποία το ανωτέρω Δικαστήριο διέταξε την εκδίκαση της υπόθεσης κατά την τακτική διαδικασία (και όχι κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, με την οποία είχε εισαχθεί), οι καταθέσεις των οποίων περιέχονται στα προσκομιζόμενα με επίκληση και ταυτάριθμα με την ανωτέρω απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικών εκ των οποίων γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την κατ’ ουσίαν διάγνωση της διαφοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι προσκομισθείσες από τους διαδίκους φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 § 1 περ. γ, 448 § 2 και 457 § 4 ΚΠολΔ), όπως επίσης 1) οι υπ’ αριθ. ./17-05-2011 και ./17-05-2011 ένορκες βεβαιώσεις των … και … αντιστοίχως, οι οποίες δόθηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αργοστολίου … και 2) η υπ’ αριθ. ./30-05-2011 ένορκη βεβαίωση του …, η οποία δόθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αργοστολίου …, σε συνδυασμό με τη, συναγόμενη από την παράλειψη των διαδίκων να αμφισβητήσουν ειδικά την αλήθεια των προβληθέντων από τον αντίδικο τους ισχυρισμών, ομολογία τους (άρθρο 261 του ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο εφεσίβλητος αμφοτέρων των ενδίκων εφέσεων … αριθμό ., των Βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου – υπ’ αριθ. …/13-10-1988 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου …, αποκλειστικός κύριος ενός αρτίου και οικοδομήσιμου ακινήτου, συνολικής επιφανείας 5.539,65 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην ειδικότερη θέση “Κούταβος” του τέως Δήμου και ήδη Δημοτικής Ενότητας Αργοστολίου του νυν Δήμου Κεφαλληνίας και απεικονίζεται με τα αλφαβητικά στοιχεία Α.Β.Γ.Δ.Ε.Ζ.Η.Α. στο από 23-09-1998 τοπογραφικό διάγραμμα της Πολιτικού Υπομηχανικού …, μέρος του οποίου αποτελεί και τμήμα επιφανείας 654 τ.μ., το οποίο (μείζον ακίνητο) συνορεύει βορειοανατολικά με ιδιοκτησία αδελφών …, ανατολικά και νοτιοανατολικά με τον περιφερειακό δρόμο γύρω Κουτάβου, νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία …, βορειοδυτικά με αιγιαλό και πέραν αυτού με θάλασσα και νότια με ακίνητο των αδελφών …….. (εκκαλούντων της Α έφεσης), το οποίο (ακίνητο των τελευταίων) έχει επιφάνεια 4.106 τ.μ., το είχαν δε αποκτήσει κατά πλήρη συγκυριότητα και δη κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, με αγορά δυνάμει του – νομίμως μεταγραφέντος στον τόμο ., με αύξοντα αριθμό ., των Βιβλίων Μεταγραφών του ανωτέρω Υποθηκοφυλακείου – υπ’ αριθ. ./04-04-1984 συμβολαίου του ως άνω Συμβολαιογράφου (πρώην Ληξουρίου) …, από την αληθή αυτού κυρία … – που ήταν αυτή που είχε πωλήσει και στον εφεσίβλητο το προρρηθέν ακίνητο, επιφανείας 5.539,65 τ.μ., δυνάμει του προρρηθέντος υπ’ αριθ. ./13-10-1988 συμβολαίου – στη συνέχεια δε το πώλησαν στην εκκαλούσα της Β έφεσης Ανώνυμη Εταιρεία, η οποία το αγόρασε από αυτούς με το υπ’ αριθ. ./16-11-2001 συμβόλαιο του αυτού ως άνω Συμβολαιογράφου, που νομίμως μετεγράφη στον τόμο .., με αύξοντα αριθμό .., των Βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου, αφού προηγουμένως οι εκκαλούντες της Α έφεσης προέβησαν, με τη συνδρομή της δικαιοπαρόχου τους …, σε διόρθωση, δυνάμει της – νομίμως μεταγραφείσας στον τόμο . και με αύξοντα αριθμό . των ιδίων ως άνω Βιβλίων Μεταγραφών -υπ’ αριθ. ./22-01-1999 διορθωτικής πράξης του Συμβολαιογράφου ….., του υπ’ αριθ. ./04-04-1984 συμβολαίου, ως προς την έκταση του προς πώληση ακινήτου τους, στο οποίο συμπεριέλαβαν το τμήμα των 654 τ.μ., που όμως στην πραγματικότητα αποτελούσε τμήμα του ακινήτου που είχε πωληθεί από την … στον εφεσίβλητο με το προαναφερόμενο υπ’ αριθ. ./13-10-1988 συμβόλαιο, γεγονότα που έχουν κριθεί με την υπ’ αριθ. 1242/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία έγινε δεκτή η από 08-03-2001 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 69/2001) διεκδικητική αγωγή που άσκησε ο ήδη εφεσίβλητος κατά των εκκαλούντων της Α έφεσης και με αυτήν, αφενός μεν αναγνωρίσθηκε ότι ο εφεσίβλητος είναι αποκλειστικός κύριος του προρρηθέντος τμήματος των 654 τ.μ. – το οποίο συνορεύει, κατά την παραπάνω απόφαση, Βορειοανατολικά, σε πλευρά 55 μέτρων, με λοιπή ιδιοκτησία του ενάγοντος, Νότια, σε πλευρά 3,10 μέτρων, με αύλακα και πέραν αυτού με λοιπή ιδιοκτησία του ενάγοντος, Δυτικά, σε πλευρά 23,54 μέτρων, με λοιπή ιδιοκτησία του ενάγοντος και Νοτιοδυτικά, σε πλευρά μήκους 76,60 μέτρων, με ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγομένων – αφετέρου δε υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να αποδώσουν το άνω επίδικο τμήμα στον ενάγοντα, απόφαση η οποία, μετά την κατ’ ουσίαν απόρριψη, δυνάμει της υπ’ αριθ. 407/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών, της από 28-02-2007 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./28-02-2007) έφεσης που άσκησαν εναντίον της οι εκεί εναγόμενοι, κατέστη τελεσίδικη, ενώ μετά την απόρριψη, δυνάμει της υπ’ αριθ. 1102/2014 απόφασης του Γ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, της αναίρεσης που άσκησαν οι άνω εναγόμενοι κατά της προρρηθείσας υπ’ αριθ. 407/2009 εφετειακής απόφασης, κατέστη και αμετάκλητη, παραγομένου έτσι, κατ’ αυτεπάγγελτο του Δικαστηρίου τούτου έλεγχο (άρθρο 332 ΚΠολΔ), δεδικασμένου, το οποίο επεκτείνεται και στη δίκη που ανοίχθηκε, με την άσκηση της ένδικης από 17-05-2010 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 108/17-05-2010) αγωγής του ήδη εφεσίβλητου κατά των ήδη εκκαλούντων, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 2/2015 οριστική απόφαση του τελευταίου, ως προς το ζήτημα της κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου τμήματος ακινήτου των 654 τ.μ., αφού το εν λόγω ζήτημα αποτελεί, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αναγκαίο προδικαστικό ζήτημα στα πλαίσια της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το έτος 1977 οι εκκαλούντες της Α έφεσης, … και …, αποφάσισαν από κοινού να εγκαταστήσουν και λειτουργήσουν στο Αργοστόλι κατασκευαστική εταιρεία για την παραγωγή ετοίμου σκυροδέματος, προς το σκοπό δε αυτό συνέστησαν την Ομόρρυθμη Εταιρεία με την επωνυμία “… και Σια Ο.Ε.”, ως δε χώρο για την εγκατάσταση της επιχείρησης τους μίσθωσαν από την … το ακίνητο, το οποίο εν συνεχεία, όπως προεκτέθηκε, αγόρασαν από αυτήν, όπως αυτό περιγράφεται στο υπ’ αριθ. ./04-04-1984 συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου Ληξουρίου …, στο οποίο τοποθέτησαν τις εγκαταστάσεις της εν λόγω εταιρείας τους. Περί τις αρχές του έτους 1990 οι ανωτέρω εκκαλούντες κατέλαβαν ένα τμήμα της όμορης ιδιοκτησίας του ενάγοντος, εμβαδού 654 τ.μ., όπου και εγκατέστησαν, σε βάσεις από σκυρόδεμα που κατασκεύασαν, δύο σιδερένιες κατασκευές (σιλό) για την παραγωγή ετοίμου σκυροδέματος. Ο εφεσίβλητος αντέδρασε ήπια λόγω της πολυετούς γνωριμίας και επαγγελματικής συνεργασίας του με τους άνω εκκαλούντες, στα πλαίσια δε της εν λόγω αντίδρασης του συμφώνησε με αυτούς να τους παραχωρήσει χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση του επιδίκου τμήματος υπό την αίρεση να μεταβιβάσει η κοινή τους δικαιοπάροχος, …, στον αδελφό του …, ένα άλλο τμήμα οικοπέδου, συνεχόμενο με αυτό που είχε αυτός αγοράσει το έτος 1984 [αίρεση η οποία χαρακτηρίζεται ως τυχαία, αφού η πλήρωση της ήταν ανεξάρτητη από τη βούληση των μερών και εξαρτάτο από τη βούληση τρίτου προσώπου, ήτοι της … (ΑΠ 637/2003 ΝοΒ 2004/31)] και με τη μελλοντική προοπτική, μετά την πλήρωση της άνω αίρεσης, ο εφεσίβλητος να μεταβίβαζε κατά πλήρη κυριότητα στους … την επίδικη έκταση. Η εν λόγω συμφωνία τους αποτυπώθηκε στο από Απριλίου του 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου – Μηχανικού …, το οποίο επικυρώθηκε το έτος 1996 με την υπογραφή του εν λόγω τοπογραφικού από τον … και τους αδελφούς …, οι οποίοι όμως (αδελφοί …) δεν τήρησαν τη συμφωνία, καθώς, ενεργώντας σε αντίθεση με τα συμφωνηθέντα – και χωρίς να έχει λάβει χώρα η προσυμφωνηθείσα μεταβίβαση ακινήτου από την … στον … – στις 22-01-1999 προέβησαν, με τη σύμπραξη της τελευταίας (δικαιοπαρόχου τους), στη διόρθωση του προρρηθέντος υπ’ αριθ. ./04-04-1984 συμβολαίου και περιέλαβαν στην ιδιοκτησία τους το επίδικο τμήμα του ενάγοντος εν αγνοία και χωρίς τη θέληση αυτού, συνταχθείσης προς τούτο της προαναφερθείσας υπ’ αριθ. ./22-01-1999 διορθωτικής πράξης του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου …, η οποία συνυπεγράφη και από τους τρεις ως άνω συμβληθέντες, ήτοι από την …, από το … και από τον .., αποτυπωθείσας πλέον της όλης ιδιοκτησίας των εκκαλούντων της Α έφεσης στο, προσαρτηθέν στην άνω συμβολαιογραφική διορθωτική πράξη, από Δεκεμβρίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του αυτού ως άνω Τοπογράφου -Μηχανικού …. Στη συνέχεια, οι εκκαλούντες της Α έφεσης και ενώ ο ήδη εφεσίβλητος είχε ήδη ασκήσει σε βάρος τους την από 08-03-2001 (με αριθμό κατάθεσης ./2001) διεκδικητική αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που αφορούσε το επίδικο και η οποία είχε νομίμως εγγραφεί στα Βιβλία Διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου (στο τόμο ., με αύξοντα αριθμό .), με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί αυτός κύριος του επιδίκου και να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να του το αποδώσουν, πώλησαν, δυνάμει του προρρηθέντος υπ’ αριθ. ./16-11-2001 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου …, που νομίμως μετεγράφη στο τόμο . και με αύξοντα αριθμό . των Βιβλίων Μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου Αργοστολίου, το ανωτέρω ακίνητο ιδιοκτησίας τους, στο οποίο είχαν ενσωματώσει, χωρίς τη θέληση του εφεσίβλητου και το επίδικο τμήμα των 654 τ. μ, με τις εντός αυτού εγκαταστάσεις, στην εκκαλούσα της Β έφεσης εταιρεία με την επωνυμία “ΙΟΝΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” και το διακριτικό τίτλο “ΙΟΝΙΟΣ Α.Ε.”, η οποία τελούσε σε πλήρη γνώση της διεκδίκησης του επιδίκου τμήματος του οικοπέδου από τον εφεσίβλητο, καθώς υφίσταται ρητή αναφορά στο υπ’ αριθ. ./2001 συμβόλαιο ότι η αγοράστρια εταιρεία δηλώνει ότι, ανεξαρτήτως της απόφασης που θα εκδιδόταν επί της προαναφερθείσας από 08-03-2001 (με αριθμό κατάθεσης 69/2001) διεκδικητικής αγωγής, “παραιτείται του δικαιώματος να ζητήσει επιστροφή οποιουδήποτε ποσού, έστω και μέρους του τιμήματος που συνολικά δίδεται για τη μεταβίβαση του περιγραφομένου στο παρόν ακινήτου”. Η “ΙΟΝΙΟΣ Α.Ε.” συνέχισε να διατηρεί επί του διεκδικουμένου τμήματος των 654 τ.μ. τα προαναφερθέντα δύο σιλό παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος, που είχαν εγκαταστήσει οι πωλητές, επιπλέον δε εγκατέστησε σε αυτό τμήμα ράμπας εκφόρτωσης υλικών. Ακολούθησε η έκδοση της υπ’ αριθ. 1242/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία αναγνώρισε την κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο τμήμα των 654 τ.μ. και υποχρέωσε αμφότερους τους εκεί εναγομένους (ήδη εκκαλούντες της Α έφεσης – αδελφούς …) να αποδώσουν αυτό στο εκεί ενάγοντα (ήδη εφεσίβλητο) …, απόφαση που επικυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 407/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία απέρριψε κατ’ ουσίαν την κατ’ αυτής ασκηθείσα από τους εναγομένους έφεση, ενώ με την υπ’ αριθ. 1102/27-05-2014 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η από 29-06-2009 αίτηση αναίρεσης των ηττηθέντων εκκαλούντων – εναγομένων κατά της υπ’ αριθ. 407/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Σημειωτέον ότι στα πλαίσια της δίκης εκείνης, οι εκεί εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν ότι το επίδικο τμήμα δεν είχε μεταβιβασθεί από την … στον ενάγοντα με το υπ’ αριθ. ./-13-10-1988 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Π…, αφού αυτή το είχε ήδη μεταβιβάσει σε αυτούς με το υπ’ αριθ. …/04-04-1984 πωλητήριο συμβόλαιο του αυτού ως άνω Συμβολαιογράφου, στο οποίο ανεγράφη ότι η έκταση του πωληθέντος ήταν 4.106 τ.μ. λόγω εσφαλμένης καταμέτρησης, ενώ στην πραγματικότητα η έκταση του ανερχόταν σε 5.550 τ.μ., όπως προέκυψε ύστερα από νεότερη και ακριβέστερη καταμέτρηση, επικαλούμενοι μάλιστα στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις τους, ως επιχείρημα για να στηρίξουν το σχετικό ισχυρισμό τους, το γεγονός ότι ουδέν ποσό κατέβαλαν στην … μετά την ανωτέρω διόρθωση του αρχικού τίτλου κτήσης τους, πλέον αυτού των 2.053.000 δραχμών, που της είχαν καταβάλει πριν την κατάρτιση του υπ’ αριθ. …/04-04-1984 συμβολαίου και ενόψει της κατάρτισης αυτού (όπως σε αυτό μνημονεύεται), διότι, όπως ισχυρίσθηκαν, “η αξία αυτής της διαφοράς περιέχεται στο τίμημα που έλαβε η ίδια ως πωλήτρια με το υπ’ αριθ. 3158/1984 συμβόλαιο”. Ο ανωτέρω ισχυρισμός των δύο πρώτων εναγομένων συνιστά, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ένσταση ιδίας κυριότητος του επιδίκου, η οποία, για τους λόγους που αναλυτικώς αναπτύσσονται στην αυτή σκέψη, καλύπτεται από το απορρέον από την υπ’ αριθ. 1242/2006 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας δεδικασμένο. Δεδικασμένο ομοίως απορρέει και από την τελεσίδικη απόρριψη, με την προρρηθείσα υπ’ αριθ. 1242/-2006 απόφαση, της προβληθείσας από τους εναγομένους ένστασης ιδίας κυριότητας, συνισταμένης στο ότι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, καθώς έχει ήδη κριθεί με την άνω απόφαση ότι “Δεν προέκυψε … ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν τις επικαλούμενες στις έγγραφες προτάσεις τους υλικές πράξεις νομής στην επίδικη έκταση, ώστε να καταστούν συγκύριοι αυτής με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας”, αξιολογούμενης στη συνέχεια από το Δικαστήριο της εν λόγω κρίσης του μέσω μιας ενδελεχέστατης εκτίμησης των ενώπιον του διεξαχθεισών αποδείξεων (μάρτυρες, έγγραφα και τοπογραφικά διαγράμματα). Κατά συνέπεια, ο αντίστοιχος λόγος της Α έφεσης (έκτος κατά σειρά, εκ παραδρομής απαριθμούμενος με το κεφαλαίο γράμμα Ε), κατά την έκφανση του, σύμφωνα με την οποία οι εκκαλούντες αυτής ήταν κύριοι του επιδίκου και ότι το νέμονταν με καλή πίστη “από το 1988, άλλως από 1990, έως το 2001”, τυγχάνει πρωτίστως απαράδεκτος λόγω δεδικασμένου, το οποίο εμπόδιζε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να κρίνει διαφορετικά για τα ανωτέρω ζητήματα, ήτοι ότι οι εναγόμενοι είχαν αποκτήσει το επίδικο κυρίως μεν με τον αρχικό τίτλο κτήσης τους, που ήταν το υπ’ αριθ. 3.158/1984 συμβόλαιο, επικουρικώς δε με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, στα πλαίσια της δίκης που άνοιξε με την άσκηση της ένδικης αγωγής, καθόσον και η δίκη αυτή διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, υπό την αυτή ιδιότητα παρισταμένων (στα οποία προσετέθη στην παρούσα δίκη και η τρίτη εναγομένη εταιρεία με το διακριτικό τίτλο “ΙΟΝΙΟΣ Α.Ε.” ως ειδική διάδοχος των δύο πρώτων – κοινών σε αμφότερες τις δίκες – εναγομένων), το δε εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας επί του ιδίου επιδίκου ακινήτου αποτελεί προδικαστικό ζήτημα στα πλαίσια της δίκης που άνοιξε με την άσκηση της ένδικης αγωγής, με την οποία ζητείται η απόδοση των ωφελημάτων από την παράνομη απόκτηση της νομής του επιδίκου από τους ήδη εκκαλούντες αμφοτέρων των ενδίκων εφέσεων. Το δεδικασμένο αυτό δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί, ούτε να καταστεί αντικείμενο της παρούσας νεότερης δίκης το προαναφερθέν δικαίωμα της επί του επιδίκου ακινήτου κυριότητας, το οποίο έχει ήδη κριθεί αμετάκλητα στα πλαίσια της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1242/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου οφείλοντος να θέσει ως βάση της απόφασης του το εν λόγω δεδικασμένο, λαμβάνοντας το ως αμάχητη αλήθεια, ενόψει του ότι μεταξύ των δύο δικών υφίσταται επί πλέον ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, αφού πρόκειται 1) για τα ίδια πραγματικά περιστατικά (ως ιστορικά συμβάντα) που δέχθηκε το δικαστήριο της προγενέστερης δίκης ότι υπήρξαν και ήταν, σύμφωνα με το νόμο, αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό της υπ’ αριθ. 1242/2006 απόφασης, δηλαδή την έννομη συνέπεια της επί του επιδίκου ακινήτου κυριότητας, που έγινε δεκτό ότι συντρέχει στο πρόσωπο του – κοινού σε αμφότερες τις δίκες – ενάγοντος και 2) για τον ίδιο νομικό κανόνα (του άρθρου 1094 Α.Κ., συνδυαζόμενου με τα άρθρα 1041, 1042, 1043 και 1044 του ιδίου Κώδικα) που διέπει την έννομη σχέση από την οποία απορρέει το προρρηθέν προβαλλόμενο και επιδικασθέν δικαίωμα της κυριότητας, που αποτελεί προδικαστικό ζήτημα στην παρούσα δίκη, αποτελεί δηλαδή αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος της δίκης αυτής. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι κατείχαν το επίδικο όχι παράνομα, αλλά με τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντος, ως χρησάμενοι βάσει της ανωτέρω άτυπης σύμβασης χρησιδανείου, τα αποτελέσματα της οποίας ανετράπησαν αυτοδικαίως από τη στιγμή που αυτοί έπαυσαν να κατέχουν το επίδικο τμήμα του ακινήτου για λογαριασμό του ενάγοντος και άρχισαν να το νέμονται για δικό τους πλέον λογαριασμό, αντιποιούμενοι έτσι τη νομή του τελευταίου, ο οποίος πληροφορήθηκε το εν λόγω γεγονός στις 16-11-2001 (αφού, κατ’ άρθρο 982 Α.Κ. “Αν ο αντιπρόσωπος του νομέα θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή, αυτή δεν χάνεται για το νομέα προτού λάβει γνώση της αντιποίησης), ημερομηνία κατά την οποία ο εφεσίβλητος έλαβε, κατά την έννοια του άρθρου 937 Α.Κ., γνώση της ζημίας και ότι αυτή προκλήθηκε συγκεκριμένα από τους δύο πρώτους εναγομένους, μέσω της εκ μέρους τους παράνομης αποβολής του από το επίδικο, έλαβε δηλαδή γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης των τελευταίων, η οποία αποτελεί και την έναρξη της προβλεπόμενης στο ανωτέρω άρθρο πενταετούς παραγραφής και κατά την οποία (ημερομηνία) καταρτίσθηκε το υπ’ αριθ. ./16-11-2001 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου (πρώην Ληξουρίου) …, με το οποίο οι εκκαλούντες της Α έφεσης μεταβίβασαν λόγω πώλησης το όμορο ακίνητό τους, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτό και το επίδικο τμήμα, στην εκκαλούσα της Β έφεσης Ανώνυμη Εταιρεία με το διακριτικό τίτλο “ΙΟΝΙΟΣ Α.Ε.”, το γεγονός δε ότι ο εφεσίβλητος πληροφορήθηκε για πρώτη φορά την εκ μέρους των … αντιποίηση της επί του επιδίκου νομής του ιδίου στις 16-11-2001, προκύπτει από τον, περιεχόμενο στις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προτάσεις της, ισχυρισμό της αγοράστριας Α. Ε. ότι η ίδια εγκαταστάθηκε στο πωληθέν ακίνητο, επομένως και στο επίδικο, αυθημερόν της κατάρτισης του άνω πωλητηρίου συμβολαίου, επομένως ο εφεσίβλητος είναι βέβαιο ότι αντιλήφθηκε, ως όμορος ιδιοκτήτης, την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος στο ακίνητο των αδελφών …, που περιελάμβανε και το επίδικο, κρίση του παρόντος Δικαστηρίου που ενισχύεται α) από την ένορκη κατάθεση που έδωσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 02ας-06-2011, μετά την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 33/18-10-2011 απόφαση του άνω Δικαστηρίου (με την οποία διατάχθηκε η εκδίκαση της ένδικης αγωγής κατά την τακτική διαδικασία και όχι κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, με την οποία αυτή είχε εισαχθεί) και περιέχεται στα ταυτάριθμα με αυτήν πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, ο μάρτυρας του ενάγοντος …, σύμφωνα με την οποία “Ξέρει το 2001 ο αδελφός μου ότι αγόρασε ο …, του είπε ότι είναι επίδικο. Το έμαθε ο αδελφός μου το 2001 ότι το αγόρασε, ότι άλλαξε ιδιοκτησιακό (προφανώς εννοεί “καθεστώς”, λέξη που εκ παραδρομής δεν καταχωρίσθηκε στα πρακτικά) γιατί άλλαξαν οι ταμπέλες. Οι ταμπέλες λένε …. Από το 2001 μέχρι πριν από ένα χρόνο ήταν συνεχής η παρουσία του … μέσα. Από το ’90 η προσβολή των … είναι αδιάκοπη, μέχρι που αγόρασε ο …”, συνδυαζόμενη με β) τις δοθείσες ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αργοστολίου … και περιεχόμενες στις υπ’ αριθ. 6223/17-05-2011 και 6224/17-05-2011 ένορκες βεβαιώσεις, καταθέσεις των ……….., αντιστοίχως, από τους οποίου ο μεν πρώτος κατέθεσε ότι ως εργολάβος οικοδομών μετέβαινε πολύ συχνά, από το 1986 μέχρι και το 2001, στο εργοτάξιο της εταιρείας των αδελφών …, απ’ όπου προμηθευόταν μπετόν και ότι ουδέποτε έτυχε να δει ή να ακούσει τον εφεσίβλητο … να διαμαρτύρεται προς τους αδελφούς …, με τους οποίους διατηρούσε καλές και ειρηνικές σχέσεις τουλάχιστον μέχρι το έτος 2001, ο δε δεύτερος, ο οποίος εργαζόταν καθημερινά στην εταιρεία των αδελφών … ως χειριστής συγκροτήματος μπετόν από το 1985 έως το 2001, έκτοτε δε παρέμεινε ως υπάλληλος της “ΙΟΝΙΟΣ Α.Ε.”, ότι ουδέποτε μέχρι το 2001 έτυχε να δει ή να ακούσει τον … να διαμαρτύρεται στους αδελφούς … για ο,τιδήποτε και ειδικότερα για το ότι του κατέλαβαν το επίδικο ή ότι του προκάλεσαν οικονομική ζημία, καθώς και ότι, τουλάχιστον μέχρι τότε (2001), ο άνω εφεσίβλητος, όχι μόνο διατηρούσε καλές και ειρηνικές σχέσεις με τους τελευταίους, αλλά συναλλασσόταν και μαζί τους, πωλώντας σε αυτούς από την παρακείμενη μάντρα του οικοδομικά υλικά. Μόνη η κατά τα άνω επίκληση του έτους 2001 ως του εσχάτου χρονικού σημείου, μέχρι το οποίο ο ενάγων και οι δύο πρώτοι εναγόμενοι διατηρούσαν καλές σχέσεις και συνεργάζονταν επαγγελματικά, επιρρωνύει την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ότι, όταν ο ενάγων είδε για πρώτη φορά την τρίτη εναγομένη Α.Ε. στο ακίνητο των δύο πρώτων εναγομένων (στις 16-11-2001), τότε έλαβε το πρώτον γνώση της παράνομης συμπεριφοράς των τελευταίων, για το λόγο αυτό ουδεμία αναφορά περί μεταγενέστερης αυτών συνεργασίας γίνεται στις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις.

 Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η κατάληψη του επιδίκου από τους εκκαλούντες της Α έφεσης κατέστη παράνομη και ενάντια στη θέληση του εφεσίβλητου, κατά την έννοια των άρθρων 984 § 1, 914 και 1099 Α.Κ., στις 16-11-2001 (βλ. και Κ. Παπαδόπουλο, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, 1989, σελ. 160, 248 και 251) και όχι στις 22-01-1999, όπως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε. Επομένως, για το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 1990 και μέχρι τις 15-11-2001 οι δύο πρώτοι εναγόμενοι δεν υπέχουν ευθύνη για αποζημίωση του ενάγοντος, ούτε κατ’ άρθρο 1099 Α.Κ., ούτε και ευθέως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, πρωτίστως διότι δεν υφίστατο το, αναγκαίο για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης, στοιχείο του παρανόμου της κατάληψης του επιδίκου τμήματος. Αντιθέτως, στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά των δύο πρώτων εναγομένων στις 16-11-2001 και δη με ευθεία εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914 επ. Α.Κ., με δεδομένο όμως ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους στις 19-05-2010, όταν και διακόπηκε, κατά το άρθρο 261 § 1 εδ. α Α.Κ., η παραγραφή της εκ του άρθρου 914 ΑΚ. αξίωσης του ενάγοντος, η τελευταία είχε μέχρι τότε (και συγκεκριμένα στις 16-11-2006, ήτοι πριν την κατάθεση της ένδικης αγωγής στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) υποκύψει στην ως άνω πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 Α.Κ. (που εφαρμόζεται και επί της από το άρθρο 1099 του αυτού Κώδικα αξίωσης του κυρίου για αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις κατά του νομέα που απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη) ως προς τα ωφελήματα που πορίστηκαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε, ορθώς το νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εξετίμησε.

Σημειωτέον ότι στην προκείμενη περίπτωση συντρέχει και η, απαραίτητη για την έναρξη της παραγραφής, προϋπόθεση της δυνατότητας δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης από τον ενάγοντα, ο οποίος μπορούσε να ασκήσει την ένδικη αγωγή πολύ νωρίτερα από τις 17-05-2010 (όταν την κατέθεσε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), χωρίς να εμποδίζεται προς τούτο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, από το γεγονός ότι εκκρεμούσε η δίκη επί της από 08-03-2001 (με αριθμό κατάθεσης 69/2001) διεκδικητικής αγωγής που είχε ασκήσει κατά των νυν εκκαλούντων της Α έφεσης, στην οποία κρινόταν το ζήτημα της κυριότητας του επί του επιδίκου, το οποίο συναπαρτίζει, αποτελώντας προδικαστικό ζήτημα της παρούσας δίκης, τις αξιώσεις του ιδίου ενάγοντος κατά των ιδίων εναγομένων, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της τελευταίας δίκης, ήτοι αυτής που άνοιξε με την άσκηση της ένδικης αγωγής και οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσαν να σωρευτούν από τον ενάγοντα στο αυτό δικόγραφο με τη διεκδικητική του επιδίκου ακινήτου αγωγή (πρβλ. ΕφΑΘ 5663/-1997 Αρμ 2000/1085). Ενόψει της παραγραφής της κύριας βάσης της αγωγής ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους, πρέπει να εξεταστεί ως προς αυτούς η ουσιαστική βασιμότητα της επικουρικής βάσης της αγωγής κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. Α.Κ., η οποία, σημειωτέον, κρίνεται πλήρως ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα αναγκαία για την θεμελίωση της σχετικής αξίωσης στοιχεία, όπως αυτά εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, αλλά και νόμιμη, αφού, κατά τα αναφερόμενα στην τελευταία σκέψη, είναι μεν επιβοηθητικής φύσης και δεν δίδεται μαζί και παράλληλα με την αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διάφορα ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από πι σύμβαση ή την αδικοπραξία, προϋπόθεση που συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία στα στοιχεία της αγωγικής βάσης των άρθρων 904 επ. Α. Κ. προστίθεται ότι τα αιτούμενα από έκαστο εναγόμενο ποσά, τα οποία ταυτίζονται με αυτά που αποτελούν το αντικείμενο της κυρίας αγωγικής βάσης, είναι εκείνα κατά τα οποία κατέστησαν πλουσιότεροι οι τελευταίοι χωρίς νόμιμη αιτία, καθώς εκμεταλλεύθηκαν το επίδικο ακίνητο ιδιοκτησίας του ενάγοντος, χωρίς να καταβάλλουν το μηνιαίο μίσθωμα, το οποίο σε άλλη περίπτωση θα έπρεπε να καταβάλλουν είτε στον ενάγοντα για το επίδικο, αφού σε αυτό εγκατέστησαν το ζωτικό τμήμα της επιχείρησης τους, είτε σε τρίτο πρόσωπο για να μισθώσουν άλλο ακίνητο, στο οποίο θα έπρεπε να μετεγκαταστήσουν της επιχείρηση τους. Ως προς την εν λόγω αγωγική βάση, λεκτέα τα ακόλουθα : Το άρθρο 29 του Ν 1337/1983 ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής : “1. Με Π. Διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, ορίζονται οι πόλεις και οικισμοί γύρω από τα όρια των οποίων καθορίζεται Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.). Με τα Π. Διατάγματα αυτά καθορίζεται και το πλάτος των Ζ.Ο.Ε. σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση οικισμού ή θέσης του ή προσδιορίζονται τα όρια της Ζ.Ο.Ε. σε χάρτη κατάλληλης κλίμακας που δημοσιεύεται με σμίκρυνση μαζί με το Π.Δ/γμα. Το πλάτος της Ζ.Ο.Ε. υπολογίζεται από τα αντίστοιχα ακραία όρια του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή του οικισμού προ του 1923. Με τα παραπάνω Π. Διατάγματα καθορίζονται κατά τη συγκεκριμένη περίπτωση οι όροι και περιορισμοί χρήσεως γης ή άλλοι όροι και περιορισμοί, που επιβάλλονται μέσα στις Ζ.Ο.Ε. και ιδιαίτερα το όριο εμβαδού κάτω από το οποίο δεν επιτρέπεται η κατάτμηση της γης. Τα Π. Διατάγματα αυτά εκδίδονται μετά από γνώμη του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του Νομαρχιακού Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος ή του Συμβουλίου της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος για το νομό Αττικής. Το πλάτος της Ζ.Ο.Ε. μετά τον προσδιορισμό του μπορεί μόνο να αυξηθεί με Π. Διάταγμα που εκδίδεται με τον ίδιο τρόπο. Σε περίπτωση που επεκτείνεται το πολεοδομικό σχέδιο μέσα στη Ζ.Ο.Ε. ή και έξω απ’ αυτή, δύναται να επεκταθεί η Ζ.Ο. Ε. με π.δ/γμα που εκδίδεται με τον ίδιο ως άνω τρόπο. 2. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται ανάλογα και για τον καθορισμό Ζ.Ο.Ε. κατά μήκος ακτών η την όχθη δημόσιων λιμνών ή ποταμών ή και σε άλλες θέσεις ή περιοχές ειδικής προστασίας … 4. Στις εκποιητικές δικαιοπραξίες για ακίνητα μέσα στις Ζ.Ο.Ε. επισυνάπτοντα τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 του Ν. 651/1977. Δικαιοπραξίες που καταρτίζονται κατά παράβαση της απαγόρευσης κατατμήσεων κάτω από τα όρια που ορίζονται με το Π.Δ/γμα της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού είναι άκυρες. Οι δικαιοπρακτούντες, οι μεσίτες, όσοι μεσολαβούν σε τέτοιες δικαιοπραξίες, οι συμβολαιογράφοι και οι υποθηκοφύλακες που συντάσσουν ή μεταγράφουν τέτοια συμβόλαια, τιμωρούνται με τις ποινές της παραγράφου 8 του άρθρου 17 του νόμου αυτού…”, ενώ στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 του Ν. 2508/1997 ορίζεται μεταξύ άλλων ότι: “3. Με το Γ.Π.Σ. καθορίζονται: α) οι περιοχές ειδικής προστασίας κατά την παρ. 4 του παρόντος άρθρου που δεν πρόκειται να πολεοδομηθούν, β) οι περιοχές γύρω από πόλεις ή οικισμούς για τις οποίες απαιτείται έλεγχος και περιορισμός της οικιστικής εξάπλωσης, συμπεριλαμβανομένων και των περιοχών που καθορίστηκαν ως Ζώνες Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.) σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 1337/1983, γ) τα εγκεκριμένα κατά τη δημοσίευση του παρόντος Γ.Π.Σ. και δ) όλες οι πολεοδομημένες και προς πολεοδόμηση περιοχές. Ειδικότερα, περιλαμβάνει όλες τις πολεοδομημένες περιοχές του οργανισμού ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και τους προϋφιστάμενους του έτους 1923 οικισμούς, τις προς πολεοδόμηση περιοχές, συνεχόμενες ή μη προς τις πολεοδομημένες, στο μέτρο που η πολεοδόμηση των περιοχών αυτών κρίνεται απολύτως αναγκαία, εν όψει ιδίως της δημογραφικής εξέλιξης, της ανάπτυξης παραγωγικών δραστηριοτήτων, των οικιστικών και γενικότερα των πολεοδομικών συνθηκών και στο μέτρο που απαιτείται για κάλυψη των σχετικών αναγκών. Οι προς πολεοδόμηση περιοχές μπορούν να αφορούν κύρια ή δεύτερη κατοικία ή την εγκατάσταση αναπτυξιακών δραστηριοτήτων, όπως τη δημιουργία παραγωγικών πάρκων ή τουριστικών ζωνών. Με το Γ.Π.Σ. μπορεί να προσδιορίζονται περιοχές ειδικά ρυθμιζόμενης πολεοδόμησης (Π.Ε.Ρ.Π.Ο.), τμήματα του οικισμού που έχουν ανάγκη ανάπλασης ή αναμόρφωσης, καθώς και ζώνες ειδικής ενίσχυσης (Ζ.Ε.Ε.) κατά το άρθρο 22 του παρόντος”. Με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του ανωτέρω άρθρου 29 του Ν. 1337/1983 εκδόθηκε το Π.Δ. της 03ης-12-1985 (ΦΕΚ Δ 2/20-01-1986), στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται ότι στην, ήδη καθορισθείσα στο άρθρο 1 αυτού, ως Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ), υπ’ αριθ. 2 περιοχή, όπου βρίσκονται και τα αγροτεμάχια των διαδίκων μερών, “επιτρέπεται η δόμηση κτισμάτων για εγκαταστάσεις κοινής ωφελείας, δημόσιες ή δημοτικές, αντλητικές εγκαταστάσεις και εγκαταστάσεις αναψυχής”. Περαιτέρω, στο άρθρο 183 § 1 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Κ.Β.Π.Ν.), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Π.Δ/τος της 14/27.7.1999 (Δ’ 580), ορίζεται ότι “1. Με π.δ/γματα που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Δημοσίων Εργων ορίζονται οι πόλεις και οικισμοί γύρω από τα όρια των οποίων καθορίζεται Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ). Με τα π.δ/γματα αυτά καθορίζεται και το πλάτος της ΖΟΕ σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση οικισμού ή θέσης του ή προσδιορίζονται τα όρια της ΖΟΕ σε χάρτη κατάλληλης κλίμακας που δημοσιεύεται με σμίκρυνση μαζί με το Π.Δ/γμα. Το πλάτος της ΖΟΕ υπολογίζεται από τα αντίστοιχα ακραία όρια του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης ή του οικισμού προ του 1923. Με τα παραπάνω Π.Δ/γματα καθορίζονται, κατά τη συγκεκριμένη περίπτωση, οι όροι και περιορισμοί χρήσεων γης ή άλλοι όροι και περιορισμοί, που επιβάλλονται μέσα στις ΖΟΕ και ιδιαίτερα το όριο εμβαδού, κάτω από το οποίο δεν επιτρέπεται η κατάτμηση της γης. Τα Π. Διατάγματα αυτά εκδίδονται μετά από γνώμη του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του νομαρχιακού ΣΧΟΠ ή του ΚΣΧΟΠ για το νομό Αττικής στο δε άρθρο 25 § 5 του Ν 2508/1997 ορίζεται ότι “Μέχρι την έγκριση Γ.Π.Σ. ή Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π. κατά τον παρόντα νόμο, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 29 του Ν. 1337/1983”.

Εξάλλου, όπως έχει κριθεί (ΟλΣτΕ 2035/2011, ΣτΕ 2923/2011, ΣτΕ 216/2011, ΣτΕ 3555/2009, ΣτΕ 3224/2009, ΣτΕ 3111/-2008 κ.ά.), κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 17 και 24 του Συντάγματος, τα εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτου, όπως η κυριότητα, προστατεύονται στο πλαίσιο του προορισμού του ακινήτου, που περιλαμβάνει το φάσμα των επιτρεπτών χρήσεων του. Οι χρήσεις αυτές καθορίζονται, κυριαρχικώς, είτε απ’ ευθείας από συνταγματικές διατάξεις, είτε από το νομοθέτη, είτε από τη Διοίκηση, κατ’ εξουσιοδότηση νόμου. Σύμφωνα και με τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, θεμελιώδης διάκριση των ακινήτων ως προς τον προορισμό τους είναι η διάκριση τους μεταξύ των περιλαμβανομένων σε οικιστικές περιοχές και των εκτός των περιοχών αυτών κειμένων (πρβλ. τις διατάξεις του Ν.Δ. της 17.7/16.8.1923 (Α’ 228), ιδίως τα άρθρα 9, 10 § 2, 14 και 17 και τη μεταγενέστερη νομοθεσία, ιδίως τον Ν. 1337/1983, το Ν. 2242/1994 και το Ν 2508/1997). Οι οικιστικές περιοχές, οι περιοχές δηλαδή όπου αναπτύσσονται η οργανωμένη κοινωνική ζωή και η παραγωγική δραστηριότητα, καθορίζονται, βάσει των αρχών και των κανόνων της επιστήμης, από τη γενική και ειδική νομοθεσία για την χωροταξία και την πολεοδομία, τα δε εντός οικιστικής περιοχής ακίνητα προορίζονται κατ’ αρχήν για δόμηση, σύμφωνα με τους εκάστοτε θεσπιζόμενους όρους, οι οποίοι προσιδιάζουν στην ειδική λειτουργικότητα κάθε περιοχής. Αντιθέτως, τα εκτός οικιστικών περιοχών ακίνητα, εφόσον δεν υπάγονται σε ειδικό προστατευτικό καθεστώς, όπως οι αρχαιολογικοί χώροι, τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, ο αιγιαλός και τα ρέμματα, προορίζονται, κατ’ αρχήν για γεωργική ή άλλη σχετική εκμετάλλευση, είναι δε κατ’ εξαίρεση δυνατόν να δομηθούν, εφόσον τούτο επιτρέπεται από το νόμο, υπό αυστηρότερες προϋποθέσεις σε σχέση με τις προϋποθέσεις δόμησης εντός των οικιστικών περιοχών, κατά τρόπο προσιδιάζοντα στην ιδιομορφία κάθε περιοχής, έτσι ώστε το φυσικό περιβάλλον να θίγεται στο ελάχιστο δυνατόν. Εξάλλου, προκειμένου να επιτευχθεί ο συνταγματικός στόχος της διαφύλαξης του περιβάλλοντος, επιτρέπεται η λήψη μέτρων, που είναι δυνατόν να συνίστανται και στον περιορισμό του φάσματος των δυνατών χρήσεων του ακινήτου ή της έντασης της εκμετάλλευσης του. Τα μέτρα αυτά, που υπαγορεύονται από το δημόσιο συμφέρον, συνιστάμενο, όπως προεκτέθηκε, στην προστασία του περιβάλλοντος και στην εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβίωσης, πρέπει να θεσπίζονται με αντικειμενικά κριτήρια και κατά τρόπο σύμφωνο προς τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, πρέπει δηλαδή να είναι αναγκαία και πρόσφορα για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού δημοσίου συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογα σε σχέση προς αυτόν. Οταν δε τα μέτρα που λαμβάνονται προς τον σκοπό της προστασίας μιας περιοχής, καίτοι έχουν θεσπισθεί με γνώμονα τα ανωτέρω κριτήρια, έχουν ως αποτέλεσμα την μη αναμενόμενη ουσιώδη στέρηση της χρήσεως της ιδιοκτησίας, σε σχέση με τον κατά τα προεκτεθέντα προορισμό της, δεν αναιρείται εκ μόνου του λόγου αυτού η νομιμότητα τους, αλλά γεννάται αξίωση των τυχόν θιγομένων ιδιοκτητών προς αποζημίωση, ανάλογα με την έκταση, την ένταση και τη χρονική διάρκεια της ζημίας, αδιαφόρως εάν έχει περιληφθεί σχετική ρήτρα στην κανονιστική πράξη επιβολής των περιοριστικών όρων και απαγορεύσεων, υπό την αυτονόητη, πάντως, προϋπόθεση ότι το επιβαλλόμενο βάρος υπερβαίνει το εύλογο όριο ανοχής και αλληλεγγύης, το οποίο δικαιούται να αξιώνει το Κράτος από το σύνολο των πολιτών ή ορισμένη μερίδα τους, σύμφωνα με το άρθρο 25 § 4 του Συντάγματος και ενόψει του κατά το άρθρο 17 § 1 αυτού κοινωνικού περιεχομένου της ιδιοκτησίας, μεταβάλλεται δηλαδή σε θυσία ελαχίστων κατά παράβαση του άρθρου 4 § 5 του Συντάγματος (ΣτΕ 3535/2017 ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 2650/2013 ΝΟΜΟΣ).

Ενόψει των ανωτέρω, η υπ’ αριθ. 2 περιοχή που αναφέρεται στο Π.Δ. της 03ης-12-1985, το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 29 του Ν. 1337/1983 και στην οποία βρίσκονται, εκτός εγκεκριμένου σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών προγενέστερων του 1923, τα ένδικα ακίνητα των διαδίκων μερών, επομένως και η επίδικη λωρίδα, έχει καθορισθεί ως Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ), στην οποία επιτρέπεται η δόμηση κτισμάτων αποκλειστικά και μόνο για εγκαταστάσεις κοινής ωφελείας, δημόσιες ή δημοτικές, αντλητικές εγκαταστάσεις και εγκαταστάσεις αναψυχής, ρύθμιση η οποία συνιστά περιορισμό του φάσματος των δυνατών χρήσεων του επιδίκου, ο οποίος όμως είναι καθ’ όλα νόμιμος, καθώς στοχεύει στην συνταγματικώς επιβαλλόμενη διαφύλαξη του περιβάλλοντος. Κατά συνέπεια, η επίδικη έκταση δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μίσθωσης, η δε σχετική σύμβαση θα ήταν άκυρη ως αντιβαίνουσα στους ανωτέρω νόμιμους και συνταγματικώς επιβαλλόμενους περιορισμούς του φάσματος των δυνατών χρήσεων της εν λόγω έκτασης, με αποτέλεσμα, η εκ μέρους των δύο πρώτων εναγομένων χρήση του επιδίκου χωρίς τη γνώση και τη βούληση του ενάγοντος, να μην έγινε με ζημία αυτού, αφού ο τελευταίος δεν είχε το δικαίωμα να εκμισθώσει το επίδικο, ούτε στους δύο πρώτους εναγομένους, ούτε σε οποιονδήποτε τρίτο, επομένως δεν δικαιούται να αναζητήσει την, εκ της εξοικονόμησης δαπανών για την εκμίσθωση οποιουδήποτε άλλου χώρου (είτε εντός, είτε εκτός Ζ.Ο.Ε.), όπου θα εγκαθιστούσαν την επιχείρηση τους, ωφέλεια των δύο πρώτων εναγομένων, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, δεν επήλθε από την περιουσία του ενάγοντος ή με ζημία αυτού. Επομένως, η επικουρική αγωγική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο την έκανε εν μέρει δεκτή και δη για το χρονικό διάστημα από 22-01-1999 έως 16-11-2001 και υποχρέωσε τους δύο πρώτους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 15.778,37 ευρώ και δη κατά ποσοστό 1/2 (από 7.889,19 ευρώ) έκαστος, εσφαλμένως το νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εξετίμησε, γενομένων δεκτών ως και ουσιαστικώς βάσιμων των σχετικών λόγων των εφέσεων (τέταρτου της Α έφεσης και τρίτου της Β έφεσης). Κατά τα λοιπά, μετά την απόρριψη από το παρόν Δικαστήριο ως αόριστης της κύριας αγωγικής βάσης των άρθρων 1099 και 914 επ. Α.Κ. ως προς την τρίτη εναγομένη, πρέπει να ερευνηθεί ως προς αυτήν η επικουρική αγωγική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, η οποία πρωτοδίκως δεν ερευνήθηκε (ΑΠ 16/2008 ΝΟΜΟΣ). Πλην όμως, η εν λόγω αγωγική βάση πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως μη νόμιμη, καθώς ο ίδιος ο ενάγων εξιστορεί στο αγωγικό δικόγραφο ότι το επίδικο μεταβιβάσθηκε, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ’ αριθ. ./16-11-2001 συμβολαίου, από τους δύο πρώτους εναγομένους, οι οποίοι δεν ήταν κύριοι αυτού, αφού το είχαν παρανόμως ενσωματώσει στον τίτλο κτήσης τους, στην τρίτη εναγομένη Ανώνυμη Εταιρεία, η οποία έκτοτε συνέχισε να εκμεταλλεύεται το επίδικο μέχρι το μήνα Μάϊο του 2010 (όταν κατατέθηκε η ένδικη αγωγή), επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η ανωτέρω σύμβαση είναι καθ’ όλα έγκυρη και αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού της τρίτης εναγομένης, καθώς μόνη η έλλειψη κυριότητας των πωλητών δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης πώλησης του επιδίκου, ανεξαρτήτως του ότι η τρίτη εναγομένη δεν απέκτησε την κυριότητα του, διότι από τις καταρτιζόμενες συγχρόνως με το ίδιο συμβόλαιο πώλησης του επιδίκου ακινήτου, η μεν ενοχική (υποσχετική) σύμβαση ήταν απολύτως έγκυρη και ισχυρή, η δε εμπράγματι (εκποιητική) σύμβαση και η εντεύθεν μεταβίβαση της κυριότητας ήταν αδύνατη και έτσι δεν παρήγαγε τα αποτελέσματα της, με ενδεχόμενη συνέπεια η αρχική υποχρέωση των μεταβιβαζόντων να μετατρέπεται σε δευτερογενή υποχρέωση αποζημίωσης της τρίτης εναγομένης προς την οποία έγινε η μεταβίβαση, ταυτοχρόνως δε ουδόλως προέκυψε ότι η ανωτέρω σύμβαση κατέστη ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή ότι ανατράπηκαν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιονδήποτε λόγο, όπως π.χ. με λύση αυτής λόγω υπαναχώρησης ή πλήρωσης διαλυτικής αίρεσης ή κατά το άρθρο 388 Α. Κ. (στοιχεία που έπρεπε, ούτως ή άλλως, να επικαλείται ο ενάγων στην αγωγή του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο σύμφωνα με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, αναφορά που όμως δεν γίνεται στην αγωγή, με συνέπεια να καθίσταται αυτή, ως προς την έλλειψη της σχετικής αναφοράς, απαράδεκτη λόγω αοριστίας), σημειωτέου εδώ και του ότι το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ’ αριθ. 1242/2006 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία έγινε δεκτή η από 08-03-2001 (με αριθμό κατάθεσης ./2001) διεκδικητική αγωγή που άσκησε ο ήδη εφεσίβλητος κατά των εκκαλούντων της Α έφεσης, με αυτήν δε, αφενός αναγνωρίσθηκε ότι ο εφεσίβλητος είναι αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ακινήτου, αφετέρου υποχρεώθηκαν οι εκεί εναγόμενοι να του αποδώσουν το ανωτέρω επίδικο, δεν καλύπτει, ως προς το ζήτημα της επί του επιδίκου κυριότητας του ενάγοντος με βάση τον παράγωγο τρόπο κτήσης δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ’ αριθ. ./13-10-1988 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου …, την εδώ τρίτη εναγομένη ως ειδική διάδοχο των δύο πρώτων εναγομένων, καθώς αυτή ουδέποτε κατέστη κυρία του επιδίκου κατά τα προεκτεθέντα, ώστε να μπορεί να στηρίξει το επικαλούμενο από αυτήν δικαίωμα κυριότητας στο προρρηθέν υπ’ αριθ. ./16-11-2001 συμβόλαιο, αφού, ως προελέχθη, η έλλειψη κυριότητας των πωλητών στο πωληθέν επίδικο, δεν είχε μεν ως συνέπεια την ακυρότητα της ανωτέρω σύμβασης πώλησης, η οποία όμως δεν προσπόρισε στην τρίτη εναγομένη κυριότητα στο επίδικο ακίνητο, με συνέπεια, για να πάψει η ανωτέρω σύμβαση να αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού της τρίτης εναγομένης, να πρέπει ο ενάγων της ένδικης αγωγής να ασκήσει σε βάρος της είτε τη διεκδικητική αγωγή του άρθρου 1094 Α.Κ., είτε, εφόσον αυτή αμφισβητεί το εμπράγματο αυτό δικαίωμα του, την αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή του άρθρου 70 ΚΠολΔ, με παράλληλη σώρευση και της αγωγής “ακυρότητας του συμβολαίου”, με την οποία βεβαίως θα μπορεί να ζητήσει, όχι την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης του ακινήτου λόγω έλλειψης κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, αφού αυτή είναι έγκυρη, αλλά να αναγνωριστεί ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι δεν ήταν κύριοι του επιδίκου που πώλησαν, η δε τρίτη εναγομένη που το αγόρασε, λόγω της έλλειψης κυριότητας των πωλητών, δεν έγινε κυρία αυτού, ήτοι την αναγνωριστική αγωγή με την αρνητική της μορφή, της αναγνώρισης της ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας της τρίτης εναγομένης στο επίδικο, δικονομικές ενέργειες στις οποίες ο ενάγων δεν έχει προβεί, γενομένων δεκτών ως και ουσιαστικών βασίμων των αντίστοιχων λόγων των εφέσεων (έκφανση του τέταρτου λόγου της Α έφεσης και έβδομου λόγου της Β έφεσης). Τέλος, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες και οι αιτιάσεις των εκκαλούντων περί εσφαλμένης από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απόρριψης της ένστασης καταχρηστικής, κατ’ άρθρο 281 Α.Κ., άσκησης της ένδικης αγωγής, την οποία παραδεκτώς προέβαλαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του άνω Δικαστηρίου και την επαναφέρουν ως λόγο έφεσης, θεμελιώνοντας αυτήν στο ότι ο ενάγων γνώριζε εξαρχής την κατασκευή του τοιχίου, το οποίο περιέκλειε το επίδικο μέσα στο ακίνητο των δύο πρώτων εναγομένων και είχε αποδεχθεί πλήρως την κατάσταση, όταν δε αγόρασε το δικό του ακίνητο το 1988, βρήκε ήδη διαμορφωμένη την κατάσταση, για την οποία ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε στους εναγομένους, παρά μόνο είκοσι χρόνια αργότερα, όταν άσκησε την ένδικη αγωγή (Μάϊος 2010) και δέκα χρόνια μετά τη μεταβίβαση του επιδίκου στην τρίτη εναγομένη, επιχειρώντας μάλιστα να ενισχύσουν τον ισχυρισμό τους με την κατάθεση του …, αδελφού του ενάγοντος, σύμφωνα με την οποία ο ίδιος ο μάρτυρας, παρουσία και του ενάγοντος, μετέφερε και τοποθέτησε στο επίδικο, με το γερανό του αδελφού του, το μηχάνημα παραγωγής τσιμέντου της εταιρείας των δύο πρώτων εναγομένων, με συνέπεια, όπως ισχυρίσθηκαν με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου προτάσεις τους, με τις οποίες ζητούσαν την απόρριψη της αγωγής γι’ αυτό το λόγο, “η εν λόγω συμπεριφορά του αντιδίκου και οι περιστάσεις που μεσολάβησαν …. σε συνδυασμό με την τεράστια ζημία που θα υποστούν στην αδόκητη και απίθανη περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η υπό κρίσιν αγωγή”, να “καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση της κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ.”, με την επί πλέον προσθήκη από την τρίτη εναγομένη ότι, μετά τα προαναφερθέντα, της δημιουργήθηκε εύλογα η πεποίθηση ότι δεν θα εγερθεί ποτέ η κρινόμενη αγωγή. Οι σχετικοί λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι και τούτο διότι από την διεξαχθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι η καθυστέρηση στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής δικαιολογείται από το χρονικό διάστημα που απαιτήθηκε για να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της από 08-03-2001 διεκδικητικής αγωγής του ενάγοντος, ήτοι η υπ’ αριθ. 407/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 21-05-2009, καθώς η τελεσίδικη κρίση περί της κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου τμήματος του οικοπέδου της ιδιοκτησίας του, ως προδικαστικό ζήτημα για την επιδίκαση σε αυτόν αποζημίωσης από την παράνομη κατάληψή του, αποτελούσε προαπαιτούμενο αυτής, με συνέπεια και αν ακόμη είχε ασκήσει την κρινόμενη αγωγή σε προγενέστερο χρόνο, αυτή να τελούσε υπό την δικονομική και ουσιαστική αίρεση της τελεσίδικης κρίσης των αρμοδίων Δικαστηρίων επί του ζητήματος της κυριότητας του επίδικου (εκτός και αν σώρευε αμφότερες τις αγωγές στο αυτό δικόγραφο, ενέργεια στην οποία άλλωστε δεν υποχρεούτο), ταυτοχρόνως δε αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ουδέποτε αποδέχθηκε την κατάσταση [η οποία, σημειωτέον, δεν είχε προηγηθεί της απόκτησης του δικού του οικοπέδου (1988), αλλά έλαβε χώρα μετά από αυτήν και δη το έτος 1990], ερχόμενος σε συνεννόηση με τους δύο πρώτους εναγομένους, την οποία αποτύπωσαν στο από Απριλίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου – Μηχανικού …, το οποίο επικυρώθηκε το έτος 1996 με την υπογραφή αυτού από τον ενάγοντα και τους δύο πρώτους εναγομένους, οι οποίοι, σημειωτέον, εξεδήλωσαν προς τα έξω την αντιποίηση της νομής του ενάγοντος στο επίδικο στις 16-11-2001, όταν ο τελευταίος έλαβε γνώση της εν λόγω αντιποίησης. Επομένως και εφόσον οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται άλλα περιστατικά, αναγόμενα στη συμπεριφορά του ενάγοντος, από τα οποία να συνάγεται εκδήλωση της βούλησης του να παραιτηθεί από τη διεκδίκηση των αξιώσεων του και να μην επιδιώξει την ικανοποίηση τους, η προβληθείσα από αυτούς ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής ορθώς απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν δεκτές αμφότερες οι εφέσεις (παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών λόγων τους), να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολο της (αναγκαίως δε και κατά τη συναρτώμενη με την όλη έκβαση της δίκης διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων, αφού η δικαστική δαπάνη καθορίζεται εξ υπαρχής ενιαία γι’ αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας λόγω της εξαφάνισης της απόφασης) και στη συνέχεια να κρατηθεί η υπόθεση από αυτό το Δικαστήριο (άρθρο 535 § 1 ΚΠολΔ) και, εκδικαζομένης αυτής εκ νέου, ενόψει των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, να απορριφθεί εξ ολοκλήρου η από 17-05-2010 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./-17-05-2010) αγωγή του εφεσίβλητου κατά των εκκαλούντων. Επίσης, λόγω της νίκης των εκκαλούντων, πρέπει, κατ’ άρθρο 495 § 3 εδ. ε ΚΠολΔ, να διαταχθεί η επιστροφή σε αυτούς των αναφερομένων στο υπό στοιχείο II κεφάλαιο της παρούσας παραβόλων. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο ενάγων – εφεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των εναγομένων – εκκαλούντων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, κατ’ αποδοχή του σχετικού αιτήματος των τελευταίων (άρθρα 176 εδ. α, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ), τα οποία ορίζει για τους εκκαλούντες της Α έφεσης στο ποσό των 2.100 ευρώ και για την εκκαλούσα της Β έφεσης στο ποσό των 1.560 ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων τις από 25-02-2015 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./26-02-2015) και από 21-02-2015 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./24-02-2015) εφέσεις.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσία τις άνω εφέσεις.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη υπ’ αριθμόν 2/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία.

ΔΙΑΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της από 17-05-2010 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./17-05-2010) αγωγής.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ως άνω αγωγή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ενάγοντα – εφεσίβλητο στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων – εκκαλούντων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει για τους εκκαλούντες της Α έφεσης στο ποσό των δύο χιλιάδων εκατό (2.100) ευρώ και για την εκκαλούσα της Β έφεσης στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων εξήντα (1.560) ευρώ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να επιστραφούν στους εκκαλούντες τα κατατεθέντα από αυτούς παράβολα που αναφέρονται στο σκεπτικό ήτοι τα υπ’ αριθ. ………… και … παράβολα (Σειρά Α) του Δημοσίου, αξίας 50, 10, 10 και 10 ευρώ αντίστοιχα και τα υπ’ αριθ. …. και …. παράβολα (Σειρά Α) του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ, αξίας εκάστου 60 ευρώ, στους εκκαλούντες της Α έφεσης και τα υπ’ αριθ. ……..και ……..παράβολα (Σειρά Α) του Δημοσίου, αξίας 50, 10, 10 και 10 ευρώ αντίστοιχα και τα υπ’ αριθ. … και … παράβολα (Σειρά Α) του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ, αξίας εκάστου 60 ευρώ, στην εκκαλούσα της Β έφεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στην Πάτρα, στις 12-06-2019, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ