ΜΠρΑθ 1319/2019 Τράπεζες – Εισπρακτικές εταιρίες – Προσωπικά δεδομένα -.

101
466820780

Απαγόρευση της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων φυσικού προσώπου όταν γίνεται χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται. Ο προκαλών την ηθική βλάβη προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματός του πραγματικά γεγονότα. Σύμβαση στεγαστικού δανείου. Διαβίβαση προσωπικών δεδομένων φυσικού προσώπου από τράπεζα σε εισπρακτική εταιρία χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του υποκειμένου των εν λόγω προσωπικών δεδομένων. Παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της τράπεζας. Παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος και πρόκληση ηθικής βλάβης. Επιδίκαση εύλογου ποσού για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

6° Πολιτικό Τμήμα

Τμήμα Εφέσεων

Αριθμός απόφασης 1319/2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

(ειδική διαδικασία περιουσιακών/εργατικών διαφορών)

— Αποτελούμενο από τον Δικαστή Αλκιβιάδη Φερεσίδη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου, και από τη Γραμματέα Διαμάντω Μπίθα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας-εναγομένης: της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «Eurobank Ergasias» (Α.Φ.Μ. .), που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Όθωνος αρ. 8, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Απόστολος Κουτσουλέλος του Κωνσταντίνου (A.M. Δ. Σ.Α. 29339), κάτοικος Αθηνών, οδός Χαριλάου Τρικούπη αρ. 52, ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις και το με στοιχεία Π1659055 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δ.Σ.Α.

Του εφεσίβλητου-ενάγοντος: … (Α.Φ.Μ. …), κατοίκου Δημοτικής Κοινότητας Επανομής Δήμου Θερμαϊκού Νομού Θεσσαλονίκης, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γεώργιος Πουλής του Κωνσταντίνου (A.M. Δ.Σ.Α. 36624), κάτοικος Αθηνών, οδός Κάνιγγος αρ. 2, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και το με στοιχεία Π1668710 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δ.Σ.Α.

Ο ενάγων ζήτησε να γίνει δεκτή η από 5-5-2017 (Γ.Α.Κ. ./2017, Ε.Α.Κ. ./2017) αγωγή του, που άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 1310/2017 οριστική απόφαση του (ειδική διαδικασία περιουσιακών/εργατικών διαφορών) δέχθηκε την αγωγή. Ήδη η εκκαλούσα με την από 16-11-2017 (Γ.Α.Κ. ./2017, Ε.Α.Κ. ./2017 Ειρηνοδικείου Αθηνών) έφεση της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου στις 20-12-2017 με Γ.Α.Κ. ./2017 και Ε.Α.Κ. ./2017, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, προσβάλλει την απόφαση αυτή.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο οι διάδικοι παραστάθηκαν, ως ανωτέρω.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση της εκκαλούσας κατά της υπ’ αριθμ. 1310/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία περιουσιακών/εργατικών διαφορών), που δίκασε την από 5-5-2017 (Γ.Α.Κ. ./2017, Ε.Α.Κ. ./2017) αγωγή, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, εφόσον από τον φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, ούτε έχει παρέλθει διετία από τη δημοσίευση της. Εξάλλου, έχει καταβληθεί το προβλεπόμενο στο άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο της έφεσης (βλ. το υπ’ αριθμ. …. ηλεκτρονικό παράβολο ποσού 75 ευρώ, που μνημονεύει ο Γραμματέας του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η έφεση). Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί κατά την ίδια διαδικασία, για να κριθεί κατ’ ουσίαν.

Με τον Ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ο οποίος εκδόθηκε για την προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας στη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 (που επικυρώθηκε με τον Ν. 2068/1992) και την ενσωμάτωση της Οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24ης-10-1995 «Για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών», προβλέπονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: το άρθρο 1 ορίζει ότι: «Αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των, θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής», το άρθρο 2 ότι: «Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως α) «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων… β)…γ) «υποκείμενο των δεδομένων» το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί… δ) «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («επεξεργασία») κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώρηση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση…, ζ) «υπεύθυνος επεξεργασίας» οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός… η) «Εκτελών την επεξεργασία» οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, 9) «τρίτος» κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπευθύνου επεξεργασίας. 1) «Αποδέκτης», το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή  ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) «Συγκατάθεση» του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες των δεδομένων που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του». Στο άρθρο 4 παρ. 1 ορίζεται ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών, β)…., γ) Στο άρθρο 5 παρ. 1 ορίζεται ότι επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεση του. Στο άρθρο 11 παρ. 1 ορίζεται ότι «ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) …. β) το σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων» και στην παρ. 2 του εν λόγω άρθρου ορίζεται ότι «εάν κατά τη συλλογή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώνει ειδικώς και εγγράφως, για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματα του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως 13 του παρόντος νόμου….», ενώ στην παρ. 3 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι «εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς». Στο άρθρο 23 παρ. 1 ορίζεται ότι «φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον». Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι η ρύθμιση του Ν. 2472/1997 συμπληρώνει το προϋπάρχον αυτού νομικό πλαίσιο (άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9 παρ.1 εδ. 2 και 19 του Συντάγματος, άρθρο 57 ΑΚ κλπ.), συγκεκριμενοποιεί τον ευρύτερο κανόνα προστασίας της προσωπικότητας του άρθρου 57 ΑΚ και διευρύνει την έννοια των παράνομων προσβολών της προσωπικότητας σε σχέση με το άρθρο 57 ΑΚ, ώστε να θεωρείται κατ’ αρχήν απαγορευμένη κάθε επέμβαση στα προσωπικά δεδομένα άλλου (ευμενή ή δυσμενή), χωρίς την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων που τάσσονται από τις διατάξεις του νόμου. Έτσι, ο Ν. 2472/1997 απαγορεύει την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων φυσικού προσώπου, όταν γίνεται μεταξύ άλλων και χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, δικαίωμα που προστατεύεται αυτοτελώς, αλλά αποτελεί και την προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων πρόσβασης και αντίρρησης του υποκειμένου των δεδομένων.

Σύμφωνα, δε, με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει – μετά τη συλλογή των σχετικών δεδομένων και πριν τη διαβίβαση τους σε τρίτους – να ενημερώνει για τη συλλογή και διαβίβαση τα υποκείμενα των δεδομένων, μεταξύ άλλων, και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων του (είτε πρόκειται για αποδέκτες στους οποίους προβλέπεται η μεταβίβαση των δεδομένων ήδη από το στάδιο της συλλογής, είτε πρόκειται για αποδέκτες που προστέθηκαν αργότερα). Η σχετική ενημέρωση πρέπει να γίνεται το αργότερο πριν τη μετάδοση των προσωπικών δεδομένων στους αποδέκτες-τρίτους. Εξάλλου, ο τρίτος-αποδέκτης, ο οποίος κατά τον Ν. 2472/1997 (άρθρο 2 παρ. δ’) ασκεί και αυτός επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, οφείλει, μόλις έλθει σε πρώτη επαφή με το υποκείμενο των δεδομένων, να το ενημερώσει εγγράφως για την πρόθεση του να κάνει χρήση των δεδομένων του, για τον σκοπό της χρήσης και για τον υπεύθυνο επεξεργασίας αυτών, από το αρχείο του οποίου θα γίνει η άντληση των δεδομένων. Τέλος, εάν στο υποκείμενο των δεδομένων έχει προκληθεί ηθική βλάβη από πράξεις του υπευθύνου επεξεργασίας και του αποδέκτη αυτών (ή των οργάνων τους) κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2472/1997 (παράνομα) και όταν αυτοί όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της βλάβης, τότε παρέχεται στον πρώτο η κατά το άρθρο 932 ΑΚ αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική του βλάβη, η οποία ορίζεται κατ’ ελάχιστο όριο στο ποσό των 2.000,000 δρχ. (ή 5.869,61 ευρώ), εκτός αν ζητήθηκε μικρότερο ποσό ή η παράβαση που προκάλεσε την ηθική βλάβη οφείλεται σε αμέλεια. Η ευθύνη, εξάλλου, του προκαλούντος ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του Ν. 2472/1997 ή (και) των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικοί πράξεων της Αρχής. β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης, και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια, αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει η ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται και, ως εκ τούτου, ο προκαλών την ηθική βλάβη, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος του πραγματικά γεγονότα (ΕΑ 1437/2014 Τ.Ν.Π. «ΝΟΜΟΣ»).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή του – όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε στην πρωτοβάθμια δίκη – ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος εκθέτει ότι στις 15-12-2005 συνήψε (από κοινού με τη σύζυγο του … ως συνοφειλέτρια και τους γονείς του … ως συνεγγυητές) με την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 99.000 ευρώ εξοφλητέου σε 360 μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις. Ότι στις 2-1-2007 οι ως άνω συμβληθέντες υπέγραψαν πρόσθετη πράξη τροποποίησης της σύμβασης, με την οποία τροποποιήθηκε η αρχική σύμβαση ως προς το νόμισμα και το επιτόκιο. Ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης η εναγομένη συνέλεξε από τον ίδιο τα αναγκαία προς τούτο απλά προσωπικά του δεδομένα, ήτοι το επώνυμο, το όνομα, το όνομα πατρός, το όνομα μητρός, τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση κατοικίας του. Ότι κατά το χρονικό διάστημα από 12-8-2015 έως 24-8-2015 δέχθηκε τηλεφωνικές κλήσεις από προστηθέντες υπαλλήλους της εταιρείας ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις με την επωνυμία «Διαχείριση Πελατειακής Αξίας Ανώνυμη Εταιρεία Ενημέρωσης Οφειλετών για Ληξιπρόθεσμες Απαιτήσεις» και τον διακριτικό τίτλο «Customer Value Management (CVM)», με τις οποίες τον οχλούσαν για την ύπαρξη καθυστερούμενης οφειλής από το δάνειο. Ότι ουδέποτε είχε ενημερωθεί για τη διαβίβαση των απλών προσωπικών του δεδομένων από την εναγομένη στην ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, συνειδητοποιώντας ότι η εναγομένη είχε αναθέσει παράνομα και αντισυμβατικά την είσπραξη της οφειλής και την ενημέρωση μέσω τηλεφώνου του οφειλέτη της για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών στην ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, στην οποία είχε διαβιβάσει τόσο τα ως άνω προσωπικά του δεδομένα, όσο και το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής, χωρίς προηγουμένως να τον έχει ενημερώσει για αυτή τη διαβίβαση και η οποία τον όχλησε επανειλημμένως τηλεφωνικά για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμης οφειλής του από το δάνειο. Ότι με την ανωτέρω υπαίτια πράξη των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης, που παραβιάζει τον ν. 2472/1997 και τη μεταξύ τους σύμβαση δανείου, προσβλήθηκε παράνομα η προσωπικότητα του. Ζητεί δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση του για την ηθική βλάβη που υπέστη το ποσό των 5.869,40 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων. Με την εκκαλουμένη το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή. Κατά αυτής της απόφασης παραπονείται τώρα η εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεση της για τους λόγους που περιέχονται σε αυτή, που συνίστανται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη της αγωγής του εφεσίβλητου. Σημειωτέον ότι με το ως άνω περιεχόμενο η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, απορριπτόμενων της ένστασης αοριστίας και της ένστασης έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης που προέβαλε η εναγομένη στην πρωτοβάθμια δίκη και επαναφέρονται με σχετικό λόγο έφεσης, καθόσον περιέχει όλα τα κατά νόμο αναγκαία πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας και τη διάρκεια της, τον βαθμό υπαιτιότητας των οργάνων της εναγομένης, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, τη μη περιουσιακή ζημία που υπέστη ο ενάγων και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συγκεκριμένης μη περιουσιακής ζημίας του ενάγοντος και της συμπεριφοράς της εναγομένης. Επίσης, η αγωγή είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 23 ν. 2472/1997, 340, 345, 346 ΑΚ, απορριπτόμενου του σχετικού λόγου έφεσης.

Από την επανεκτίμηση όλων των εγγράφων που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι, καθώς και από τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από τον εφεσίβλητο υπ’ αριθμ. . και ./13-9-2017 ένορκες βεβαιώσεις των … αντίστοιχα, που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βασιλικών κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της εκκαλούσας (βλ. τη με στοιχεία …/8-9-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών …), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Στις 15-12-2005 ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος συνήψε (από κοινού με τη σύζυγο του … ως συνοφειλέτρια και τους γονείς του … ως συνεγγυητές) με την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα την υπ’ αριθμ. … σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 99.000 ευρώ εξοφλητέου σε 360 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις.

Στη συνέχεια, στις 2-1-2007 οι ως άνω συμβαλλόμενοι υπέγραψαν πρόσθετη πράξη τροποποίησης της ως άνω σύμβασης, με την οποία τροποποιήθηκε αυτή ως προς το νόμισμα και το επιτόκιο. Κατά την κατάρτιση της σύμβασης η εναγομένη συνέλεξε από τον ενάγοντα τα αναγκαία προς τούτο απλά προσωπικά του δεδομένα, ήτοι το επώνυμο, το όνομα, το όνομα πατρός, το όνομα μητρός, τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση κατοικίας του. Το καλοκαίρι του έτους 2015 ο ενάγων, αντιμετωπίζοντας πρόσκαιρη οικονομική δυσκολία, καθυστέρησε για πρώτη φορά την καταβολή μίας μηνιαίας δόσης του δανείου. Προς τούτο, κατά το χρονικό διάστημα από 12-8-2015 έως 24-8-2015 ο ενάγων δέχθηκε τηλεφωνικές κλήσεις από προστηθέντες υπαλλήλους της εταιρείας ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις με την επωνυμία «Διαχείριση Πελατειακής Αξίας Ανώνυμη Εταιρεία Ενημέρωσης Οφειλετών για Ληξιπρόθεσμες Απαιτήσεις» και τον διακριτικό τίτλο «Customer Value Management (CVM)», με τις οποίες τον οχλούσαν για την ύπαρξη καθυστερούμενης οφειλής από το δάνειο. Συγκεκριμένα, στις 12-8-2015 ο ενάγων δέχθηκε τηλεφωνική κλήση από την προστηθείσα υπάλληλο της ως άνω εταιρείας ενημέρωσης οφειλετών …, στις 17-8-2015 από τον … και στις 24-8-2015 από την …. Ωστόσο, ο ενάγων ουδέποτε είχε ενημερωθεί για τη διαβίβαση των απλών προσωπικών του δεδομένων από την εναγομένη στην ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών. Κατά αυτόν τον τρόπο, ο ενάγων συνειδητοποίησε ότι η εναγομένη είχε αναθέσει παράνομα και αντισυμβατικά την είσπραξη της οφειλής και την ενημέρωση μέσω τηλεφώνου του οφειλέτη της για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμης οφειλής στην ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, στην οποία είχε διαβιβάσει τόσο τα ως άνω προσωπικά του δεδομένα, όσο και το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής, χωρίς προηγουμένως να τον έχει ενημερώσει για αυτή τη διαβίβαση στη συγκεκριμένη ως άνω εταιρεία και η οποία τον όχλησε επανειλημμένως τηλεφωνικά για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμης οφειλής του από το δάνειο.

Ειδικότερα, η εν λόγω διαβίβαση των απλών προσωπικών δεδομένων και του δυσμενούς οικονομικού στοιχείου ήταν παράνομη, καθόσον σύμφωνα με το κεφάλαιο 1 των Γενικών Όρων Τραπεζικών Συναλλαγών της πρώτης εναγομένης δεν αναφέρεται με σαφή τρόπο τόσο ο σκοπός της επεξεργασίας, όσο και τα ακριβή στοιχεία ταυτότητας ή οι κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων (άρθρο 11 παρ. 1β, γ ν. 2472/1997), με αποτέλεσμα τα προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος να κινδυνεύουν να καταστούν αντικείμενο συνεχούς οικονομικής εκμετάλλευσης όχι μόνο για τους σκοπούς μίας και μόνο σύμβασης (της επίδικης) από την εναγομένη, αλλά για ευρύτερους σκοπούς από άλλα (άγνωστα) νομικά πρόσωπα, προβλέποντας αόριστο και ευρύ κύκλο αποδεκτών, χωρίς να εξασφαλίζεται το απόρρητο και η ασφάλεια επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων. Σε κάθε δε περίπτωση, δεν τηρήθηκε εν προκειμένω η διαδικασία του άρθρου 11 παρ. 3 ν. 2472/1997, ήτοι δεν υπήρξε, σύμφωνα και με τη μείζονα σκέψη της παρούσας, σε μεταγενέστερο της συλλογής των προσωπικών του δεδομένων στάδιο προηγούμενη ενημέρωση του για τη μέλλουσα ανακοίνωση των προσωπικών του δεδομένων στην ως άνω συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, με την οποία συνεργαζόταν η εναγομένη, το είδος των δεδομένων που θα διαβίβαζε και τον σκοπό της επεξεργασίας τους, μη αρκούσης της γενικής και αόριστης προδιατυπωμένης αναφοράς στο σημείο II του κεφαλαίου 1 των Γενικών Όρων Τραπεζικών Συναλλαγών ότι αποδέκτες των δεδομένων είναι «… Για τα στοιχεία που υποχρεούται ή δικαιούται η Τράπεζα να ανακοινώνει βάσει ή για την εκτέλεση σύμβασης, νομοθετήματος, δικαστικής ή κανονιστικής αποφάσεως, καθώς και για τα στοιχεία η ανακοίνωση των οποίων είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση εννόμου συμφέροντος της Τράπεζας ή των τρίτων στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα: Τράπεζα της Ελλάδος, Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών, Χρηματιστήριο Αθηνών, Εταιρία Εκκαθάρισης Συναλλαγών επί Παραγώγων, δημόσιες και ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, φορείς κοινής ωφέλειας, Εθνικό Τυπογραφείο, ασφαλιστικά ταμεία, χρηματοπιστωτικοί και ασφαλιστικοί φορείς, Διατραπεζικά Συστήματα Α.Ε. (ΔΙΑΣ), «Τειρεσίας Α.Ε.», εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών…», πολλώ δε μάλλον δεν αποδείχθηκε ότι τηρήθηκε το άρθρο 10 του ιδίου νόμου για το απόρρητο και την ασφάλεια της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος. Η δε ανωτέρω παράνομη και αντισυμβατική διαβίβαση προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος και του δυσμενούς οικονομικού στοιχείου από την εναγομένη τράπεζα διά των προστηθέντων υπαλλήλων της στην ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών έγινε από υπαιτιότητα της ίδιας της τράπεζας, καθώς η τελευταία όφειλε να γνωρίζει ως τράπεζα με οργανωμένο νομικό τμήμα την πιθανότητα να επέλθει βλάβη στον ενάγοντα και δη ότι η αιφνίδια όχληση του από την εταιρεία αυτή χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του θα του προκαλούσε αιφνιδιασμό, ψυχική αναστάτωση, θυμό και αγανάκτηση, όπως και πράγματι έγινε, εν προκειμένω (άρθρο 23 παρ. 1 ν. 2479/1997). Επομένως, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης (και όχι των υπαλλήλων της εταιρείας ενημέρωσης οφειλετών) προσβλήθηκε παράνομα η προσωπικότητα του ενάγοντος και προκλήθηκε σε εκείνον ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 5.869,40 ευρώ, ποσό που κρίνεται εύλογο και δίκαιο  με βάση τις συνθήκες τέλεσης του αδικήματος, τον βαθμό υπαιτιότητας των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων (άρθρα 932 ΑΚ, 23 παρ. 1 και 2 ν. 2472/1997). Ο δε ισχυρισμός της εναγομένης, που επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης, ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμα του, αποσκοπώντας απλώς και μόνο στο να απαλλαγεί από τις εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις του και να δικαιολογήσει την υπερημερία του σχετικά με την καταβολή της δανειακής δόσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα, απορριπτόμενου και του σχετικού λόγου έφεσης. Επομένως, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως και ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.869,40 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Δεν έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και πρωτοδίκως αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 993/2017, ΑΠ 900/2017, ΑΠ 301/2017 Τ.Ν.Π. «ΝΟΜΟΣ»), απορριπτόμενων και των λοιπών λόγων έφεσης. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί στην ουσία της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επικυρωθεί η πρωτόδικη υπ’ αριθμ. 1310/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία περιουσιακών/εργατικών διαφορών). Τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου αυτού του βαθμού δικαιοδοσίας, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό, βαρύνουν την εκκαλούσα λόγω της ήττας της (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει στην ουσία της την έφεση.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου αυτού του βαθμού δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των διακοσίων εξήντα (260) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 31/1/2019.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ    

http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/mprath%201319_2019.htm

ΠΗΓΗdsanet.gr