Η συνεχής και μακρόχρονη μη επικοινωνία γονέα και παιδιού, που καταλογίζεται στον γονέα, δεν δημιουργεί επαρκή σταθερότητα σχέσεων ώστε να ενταχθεί στην προστασία της οικογενειακής ζωής!

99
ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

ΑΠΟΦΑΣΗ

Κατσικερός κατά Ελλάδος της 21.07.2022 (αρ. προσφ. 2303/19)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο προσφεύγων, από προηγούμενη σχέση του με την πρώην σύντροφό του, απέκτησε μία κόρη εκτός γάμου. Υπήρξαν σοβαρές διαφωνίες μεταξύ των γονέων για το παιδί τους και άρνηση της μητέρας να του επιτρέψει την επικοινωνία του προσφεύγοντος με την ανήλικη κόρη τους.

Ο προσφεύγων προσέφυγε στα εθνικά δικαστήρια, τα οποία καθόρισαν ένα περιοριστικό τρόπο επικοινωνίας που επέτρεπε την επικοινωνία του πατέρα με την κόρη του με την παρουσία της μητέρας και ενός συγγενούς της επιλογής της (δύο άτομα κατά την επικοινωνία).

Ο προσφεύγων παραπονέθηκε σύμφωνα με το άρθρο 8 της Σύμβασης ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν θέσει ένα πολύ περιοριστικό πρόγραμμα επικοινωνίας με την κόρη του, μη επιτρέποντάς του να δημιουργήσει ουσιαστική σχέση μαζί της. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, το πρόγραμμα επικοινωνίας με το παιδί του που όρισαν τα εθνικά δικαστήρια περιόριζε κατάφωρα τα δικαιώματά του στο σεβασμό της οικογενειακής και ιδιωτικής ζωής που απορρέουν από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

Κατήγγειλε επίσης βάσει του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που είχε καταθέσει στον Άρειο Πάγο απορρίφθηκαν για φορμαλιστικούς λόγους και ότι η αναίρεσή του δεν εξετάστηκε από αμερόληπτο δικαστήριο.

Όσον αφορά την προσφυγή που αφορούσε το άρθρο 8, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν διαπίστωσε παραβίαση της οικογενειακής ζωής του προσφεύγοντος γιατί δεν είχε εδραιωθεί οικογενειακή σχέση μεταξύ αυτού και του βιολογικού παιδιού του λόγω της μη επικοινωνίας και επαφής που δεν είχε επιτευχθεί μεταξύ τους από λόγους που καταλογίζονται σε αυτόν, αφού ο ίδιος, κατά την απόφαση, δεν επιδίωξε να συναντηθεί με την κόρη του και να δημιουργήσει πιο στενούς δεσμούς μαζί της. Κατά το ΕΔΔΑ ο προσφεύγων είχε συναντήσει την κόρη του μόνο μία φορά το 2015 μέχρι το τέλος της επίμαχης εσωτερικής διαδικασίας, όταν ήταν περίπου 3,5 ετών και δεν υπήρχε καμία άλλη επαφή. Έτσι, η σχέση πατέρα – κόρης δεν είχε επαρκή σταθερότητα για να ενταχθεί στην «οικογενειακή ζωή» και η επιδιωκόμενη σχέση μεταξύ τους δεν εμπεριέχεται στη προστασία του πλαισίου που καθορίζει το άρθρο 8.

Το Στρασβούργο έκρινε επίσης ότι τα εθνικά δικαστήρια αιτιολόγησαν με σχετική και επαρκή αιτιολογία την επιβολή περιοριστικών μέτρων επικοινωνίας μη υπερβαίνοντας το περιθώριο εκτίμησης του εναγόμενου κράτους και έτσι δεν υπήρξε παραβίαση της ιδιωτικής ζωής του προσφεύγοντος.

Όσον αφορά την καταγγελία βάσει του άρθρου 6 για την απόρριψη των πρόσθετων λόγων αναίρεσης του προσφεύγοντος, το ΕΔΔΑ έκρινε η απόρριψη από τον Άρειο Πάγο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης του προσφεύγοντος ως εκπρόθεσμων δεν παρεμπόδισαν δυσανάλογα την ουσία του δικαιώματος και το εθνικό περιθώριο εκτίμησης.

Ως προς το ισχυρισμό του προσφεύγοντος περί έλλειψης αμεροληψίας του ΑΠ, το ΕΔΔΑ έκρινε απαράδεκτη την καταγγελία του για τη μη εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 6

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1970 και ζει στη Νέα Ιωνία.

Ο προσφεύγων γνώρισε την Κ.Π. στα τέλη του 2013 και σύντομα ξεκίνησε σχέση μαζί της. Άρχισαν να συζούν τον Ιανουάριο του 2014. Ο προσφεύγων τερμάτισε τη σχέση τους τον Ιούνιο του 2014, περίπου ένα μήνα πριν τον προγραμματισμένο γάμο τους τον Ιούλιο του 2014 και ενώ η Κ.Π. ήταν έγκυος στο παιδί τους.

Την 1η Δεκεμβρίου 2014 η Κ.Π. γέννησε τη Μ., την κόρη τους. Τους μήνες που ακολούθησαν τη γέννηση του παιδιού τους, η επικοινωνία του προσφεύγοντος με την Κ.Π. ήταν ανύπαρκτη και κάθε προσπάθεια από αυτή την άποψη απέτυχε. Στις 26 Ιανουαρίου 2015 ο προσφεύγων αναγνώρισε εκουσίως την πατρότητα του τέκνου με συμβολαιογραφική πράξη, χωρίς τη συναίνεση της Κ.Π.

Στις 18 Μαρτίου 2015 ο προσφεύγων υπέβαλε Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας να επιλυθεί προσωρινά η κατάσταση και συγκεκριμένα να του ανατεθεί η προσωρινή συνάσκηση της επιμέλειας από κοινού με την Κ.Π. ή επικουρικώς να ρυθμιστεί το δικαίωμα επικοινωνίας του με το τέκνο. Με την απόφαση με αριθ. 6821/2015 της 05.08.2015, η Αίτησή του έγινε δεκτή ως προς το δεύτερο σκέλος της και του επετράπη να βλέπει τη Μ. κάθε Σάββατο για τρεις ώρες στο σπίτι της Κ.Π., παρουσία της και παρουσία συγγενούς της μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης.

Εν τω μεταξύ, στις 30 Μαρτίου 2015, στις 8 Μαΐου 2015 και στις 25 Μαΐου 2015, ο προσφεύγων υπέβαλε στον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου Αιτήσεις για έκδοση προσωρινής διαταγής προκειμένου να καθοριστεί προσωρινή επικοινωνία. Ωστόσο, καθώς η πατρότητά του δεν είχε διαπιστωθεί ούτε δικαστικά ούτε ενώπιον συμβολαιογράφου, λόγω έλλειψης συγκατάθεσης της μητέρας, οι αιτήσεις του απορρίφθηκαν.

Ο προσφεύγων υπέβαλε επιπλέον Αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο ζητώντας έκδοση οριστικής απόφασης και επαναλαμβάνοντας τα ίδια παραπάνω αιτήματα.

Με την με αριθμ. 2884/2016 της 13 Ιουνίου 2016, το Μονομελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι η σχέση του προσφεύγοντος με την Κ.Π. ήταν τεταμένη λόγω της συμπεριφοράς του προσφεύγοντος. Το δικαστήριο αναγνώρισε επίσης ότι ο προσφεύγων ήταν ο πατέρας της Μ., η οποία ήταν δέκα μηνών κατά την συζήτηση της υπόθεσης, αλλά απέρριψε το αίτημά του για συνάσκηση της επιμέλειας, λόγω της τεταμένης σχέσης που είχε με την Κ.Π.

Καθόρισε το πρόγραμμα επικοινωνίας του προσφεύγοντος με την κόρη του ως εξής: για το πρώτο έτος μετά την απόφαση, ο προσφεύγων μπορούσε να δει την κόρη του το πρώτο και τρίτο Σάββατο κάθε μήνα και τη δεύτερη και τέταρτη Κυριακή κάθε μήνα, από τις 12 το μεσημέρι έως τις 5μμ.. Οι συναντήσεις θα γίνονταν στην κατοικία της Κ.Π., με την παρουσία της και την επιπρόσθετη ενός εκ των συγγενών της, δεδομένης της έντασης και της ανησυχίας που προκαλούσε η παρουσία του προσφεύγοντος. Για το δεύτερο έτος μετά την έκδοση της απόφασης, θα υπήρχε παράταση της επικοινωνίας από τις 12 το μεσημέρι έως τις 7 μ.μ. και ο προσφεύγων θα έπαιρνε τη Μ. και θα την άφηνε στο σπίτι της μητέρας της. Κατά τον καθορισμό του τρόπου και χρόνου της επικοινωνίας το εθνικό δικαστήριο έλαβε υπόψη την παντελή έλλειψη εγγύτητας μεταξύ του προσφεύγοντος και της κόρης του, καθώς είχε γνωρίσει την Μ. μόνο μία φορά, τη νεαρή ηλικία του παιδιού, που είχε συνηθίσει στην αποκλειστική φροντίδα της μητέρας του, την έλλειψη ειδικού προσαρμοσμένου χώρου για το παιδί στην κατοικία του προσφεύγοντος και τη βοήθεια που θα χρειαζόταν αυτός για τη φροντίδα του Μ., τουλάχιστον για το αρχικό στάδιο. Το δικαστήριο δήλωσε περαιτέρω ότι η Μ. δεν θα έπρεπε ακόμη να διανυκτερεύσει στην κατοικία του προσφεύγοντος έως ότου επιτευχθεί τουλάχιστον κάποια ελάχιστη επικοινωνία μεταξύ τους.

Μετά από εφέσεις που άσκησαν τόσο ο προσφεύγων όσο και η Κ.Π., το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την απόφαση με αρ. 2798/2017 της 8ης Ιουνίου 2017. Με την απόφαση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση του προσφεύγοντος στο μέτρο που αφορούσε την συνάσκηση της επιμέλειας, καθώς η απόφαση κατά το ως άνω σκέλος ήταν ανέκκλητη και ήταν υποκείμενη μόνο σε αναίρεση.

Το δικαστήριο επισήμανε το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν επιδίωξε να επικοινωνεί με το ανήλικο τέκνο του κατά τον τρόπο που όρισαν οι δύο δικαστικές αποφάσεις και είχε δει τη Μ. μόνο μία φορά, στις 7 Μαρτίου 2015, όταν ήταν περίπου τριών μηνών. Είχε στείλει δύο εξώδικα στην Κ.Π. επικρίνοντας την πρωτόδικη απόφαση και δεν είχε καταβάλει διατροφή για το παιδί. Την ίδια έλλειψη ενδιαφέροντος είχαν επιδείξει και οι συγγενείς του προσφεύγοντος. Ωστόσο, το συμφέρον του παιδιού υπαγόρευε ότι θα έπρεπε να έχει επαφή με τον πατέρα του, ώστε σταδιακά να δημιουργηθεί ένας δεσμός μεταξύ τους. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο προσφεύγων είχε από επιλογή συναντήσει την κόρη του μόνο μία φορά και ότι, λόγω του νεαρού της ηλικίας της, η Μ. είχε συνηθίσει στην αποκλειστική φροντίδα της μητέρας της, το Εφετείο έκρινε ότι, τουλάχιστον για την πρώτη περίοδο, η επικοινωνία του προσφεύγοντος με την κόρη του θα πρέπει να τακτική αλλά περιορισμένη. Ειδικότερα, η Μ. δεν θα πρέπει να διανυκτερεύσει στο σπίτι του προσφεύγοντος έως ότου το ενδιαφέρον του τελευταίου γίνει σαφές και αναμφισβήτητο και μέχρι να ενισχυθεί σταδιακά ο φυσικός τους δεσμός, διαφορετικά θα είχε καταστροφικές επιπτώσεις στη συναισθηματική και ψυχική ανάπτυξη της Μ., δεδομένου ότι ο προσφεύγων της ήταν εντελώς άγνωστος σ΄αυτήν. Επιπλέον, οι συναντήσεις το ίδιο διάστημα θα πρέπει να γίνονται παρουσία της Κ.Π. και ενός από τους συγγενείς της. Με τη σειρά της η Κ.Π. θα πρέπει να προσπαθήσει να διευκολύνει την ουσιαστική επικοινωνία του προσφεύγοντος με την κόρη του. Και οι δύο γονείς θα πρέπει να αποφεύγουν να βάζουν την Μ. στη μέση της διαμάχης τους και θα πρέπει να ενθαρρύνουν μια σχέση αγάπης και σεβασμού προς τον άλλο γονέα.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, το Εφετείο έκρινε ότι, για την περίοδο εκείνη, το καταλληλότερο πρόγραμμα επικοινωνίας για τον προσφεύγοντα με την Μ. θα ήταν το εξής: για τους πρώτους έξι μήνες μετά την απόφαση, ο προσφεύγων θα συναντούσε την Μ. το πρώτο και τρίτο Σάββατο κάθε μήνα από τις 12 το μεσημέρι έως τις 3 μ.μ., και τη δεύτερη και τέταρτη Κυριακή από τις 12 το μεσημέρι έως τις 5 μ.μ. στην κατοικία της Κ.Π., παρουσία της ίδιας και ενός συγγενή της. Για τους δεύτερους έξι μήνες μετά, το πρόγραμμα θα παρέμενε το ίδιο, αλλά η επαφή τα Σάββατα θα ήταν επίσης μέχρι τις 5 μ.μ. Οι συναντήσεις θα γίνονταν εναλλάξ στην κατοικία της Κ.Π. ή σε εσωτερική ή εξωτερική παιδική χαρά. Για το δεύτερο έτος μετά την απόφαση, η επικοινωνία του προσφεύγοντος με την Μ. θα πρέπει να πραγματοποιείται το πρώτο και τρίτο Σάββατο κάθε μήνα και τη δεύτερη και τέταρτη Κυριακή κάθε μήνα από τις 12 το μεσημέρι έως τις 7 μ.μ. Ο προσφεύγων θα έπαιρνε το παιδί από την κατοικία της Κ.Π., όπου θα το επέστρεφε μετά το τέλος της προγραμματισμένης επικοινωνίας.

Κατόπιν της ανωτέρω απόφασης, ο προσφεύγων άσκησε αναίρεση κατά της με αριθμ. 2884/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την απόρριψη του αιτήματός του για την από κοινού συνάσκηση της επιμέλειας, και της με αριθμ. 2798/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς την επικοινωνία του με την Μ. Υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα το συμφέρον του παιδιού κατά τον καθορισμό της επικοινωνίας του με αυτό, καθώς ήταν υπερβολικά περιοριστική και είχε δώσει αδικαιολόγητη προτεραιότητα στη μητέρα σε σχέση με εκείνον. Στις 23 Μαρτίου 2018 κατέθεσε πρόσθετους λόγους αναίρεσης σε χωριστό έγγραφο.

Στις 13 Ιουλίου 2018, το Τμήμα Α2 του Αρείου Πάγου εξέδωσε την απόφαση με αριθ. 1286/2018, με την οποία απέρριψε την αναίρεση. Απέρριψε επίσης τους πρόσθετους λόγους που προβλήθηκαν με χωριστό έγγραφο ως εκπρόθεσμους. Ειδικότερα, έκρινε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 569 § 2 και το άρθρο 577 §§ 1 και 2 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης και η επίδοσή τους στον αντίδικο πρέπει να πραγματοποιούνται τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο. Αναφερόμενο σε προηγούμενη νομολογία του, επανέλαβε ότι η προθεσμία αυτή αφορούσε τόσο τις προθεσμίες ενέργειας όσο και τις προπαρασκευαστικές προθεσμίες όπως αυτή στην υπό κρίση υπόθεση, και ότι εάν η τριακοστή ημέρα ήταν αργία, οι πρόσθετοι λόγοι δεν θα υποβάλλονταν εγκαίρως. Στην περίπτωση του προσφεύγοντος, η τριακοστή ημέρα από την κατάθεση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης και την επίδοσή τους στην Κ.Π. ήταν Κυριακή, και έτσι η προθεσμία άσκησης των πρόσθετων λόγων έληγε την Δευτέρα, η οποία όμως συνέπεσε με την ορισθείσα δικάσιμο. Ως εκ τούτου, οι πρόσθετοι λόγοι απορρίφθηκαν ως εκπρόθεσμοι.

Όσον αφορά τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο είχε αιτιολογήσει επαρκώς και είχε λάβει υπόψη του τα στοιχεία που είχε ενώπιον του όταν αποφάσισε να αναθέσει την επιμέλεια αποκλειστικά στη μητέρα. Επιπλέον, έκρινε ότι το Εφετείο είχε λάβει υπόψη διάφορα στοιχεία κατά τον καθορισμό των περιορισμών της επικοινωνίας του προσφεύγοντος με την κόρη του, συμπεριλαμβανομένης, αλλά όχι περιορίζοντάς την, της βιοκοινωνικής υπεροχής που έχει μια μητέρα όταν φροντίζει ένα τόσο μικρό παιδί. Η απόφαση κατέστη αμετάκλητη στις 13 Σεπτεμβρίου 2018.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

α) εφαρμογή άρθρου 8

Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι η έννοια της «οικογενειακής ζωής» σύμφωνα με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ δεν περιορίζεται σε σχέσεις που βασίζονται στον γάμο και μπορεί να περιλαμβάνει άλλους de facto «οικογενειακούς» δεσμούς όπου τα μέρη ζουν μαζί εκτός γάμου. Ένα παιδί που γεννήθηκε από μια τέτοια σχέση αποτελεί αυτοδικαίως μέρος αυτής της «οικογενειακής» μονάδας από τη στιγμή, και από το ίδιο το γεγονός, της γέννησης (βλ. Keegan κατά Ιρλανδίας, 26 Μαΐου 1994, § 44, Series A αρ. 290 L. κατά Ολλανδίας, αρ. 45582/99, § 35, και Znamenskaya κατά Ρωσίας, αρ. 77785/01, § 26, 2 Ιουνίου 2005).

Ωστόσο, μια βιολογική συγγένεια μεταξύ ενός φυσικού γονέα και ενός παιδιού μόνο, χωρίς περαιτέρω νομικά ή πραγματικά στοιχεία που να υποδηλώνουν την ύπαρξη στενής προσωπικής σχέσης, είναι ανεπαρκής για να εμπεριέχεται υπό την προστασία του άρθρου 8 (πρβλ. L. κατά Κάτω Χωρών, ανωτέρω, § 37). Κατά κανόνα, η συμβίωση είναι προϋπόθεση για μια σχέση που ισοδυναμεί με οικογενειακή ζωή. Κατ’ εξαίρεση, άλλοι παράγοντες μπορεί επίσης να χρησιμεύσουν για να αποδείξουν ότι μια σχέση έχει επαρκή σταθερότητα για να δημιουργήσει de facto «οικογενειακούς δεσμούς» (βλ. Kroon and Others v. the Netherlands, 27 Οκτωβρίου 1994, § 30, Series A αρ. 297-C, και L κατά των Κάτω Χωρών, προαναφερθείσα, § 36).

Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιδιωκόμενη οικογενειακή ζωή μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8, ιδίως σε περιπτώσεις στις οποίες το γεγονός ότι η οικογενειακή ζωή δεν έχει ακόμη πλήρως εδραιωθεί δεν μπορεί να αποδοθεί στον προσφεύγοντα (βλ. Pini κ.α. κατά Ρουμανίας, αρ. 78028/01 και 78030/01, §§ 143 και 146,). Ειδικότερα, όπου το δικαιολογούν οι περιστάσεις, η «οικογενειακή ζωή» πρέπει να επεκτείνεται στην πιθανή σχέση που μπορεί να αναπτυχθεί μεταξύ ενός παιδιού που γεννήθηκε εκτός γάμου και του φυσικού πατέρα. Οι σχετικοί παράγοντες που μπορεί να καθορίσουν την πραγματική ύπαρξη στην πράξη στενών προσωπικών δεσμών σε αυτές τις περιπτώσεις περιλαμβάνουν τη φύση της σχέσης μεταξύ των φυσικών γονέων και το αποδεδειγμένο ενδιαφέρον και δέσμευση του πατέρα προς το παιδί τόσο πριν όσο και μετά τη γέννηση (βλ. Nylund κατά Φινλανδία (αποφ.), αρ. 27110/95, Nekvedavicius κατά Γερμανίας (αποφ.), αρ. 46165/99, 19 Ιουνίου 2003· L. κατά Ολλανδίας, προαναφερθείσα, § 36· και Hülsmann κατά Γερμανίας (αποφ.), αρ. 33375/03, 18 Μαρτίου 2008· συγκρίνετε επίσης Różański κατά Πολωνίας, αρ. 55339/00, § 64, 18 Μαΐου 2006).

Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει περαιτέρω ότι το άρθρο 8 προστατεύει όχι μόνο την «οικογενειακή» αλλά και την «ιδιωτική» ζωή. Η παραδοσιακή προσέγγιση των θεσμικών οργάνων της Σύμβασης αποδέχεται ότι οι στενές σχέσεις εκτός της «οικογενειακής ζωής» θα εμπίπτουν γενικά στο πεδίο της «ιδιωτικής ζωής» (βλ. Znamenskaya, που αναφέρεται παραπάνω, § 27, με περαιτέρω παραπομπές). Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετικά με τη θεμελίωση ή την αμφισβήτηση της πατρότητας ότι ο καθορισμός των εννόμων σχέσεων ενός άνδρα με το νόμιμο ή υποτιθέμενο τέκνο του μπορεί να αφορά την «οικογενειακή» του ζωή, αλλά ότι το ζήτημα θα μπορούσε να μείνει ανοιχτό επειδή αφορούσε αναμφίβολα την ιδιωτική ζωή αυτού του άνδρα σύμφωνα με το άρθρο 8, το οποίο περιλαμβάνει σημαντικές πτυχές της προσωπικής ταυτότητας κάποιου (βλ. Rasmussen κατά Δανίας, 28 Νοεμβρίου 1984, § 33, Yildirim κατά Αυστρίας (απ.), 34308/96, 19 Οκτωβρίου 1999 και Backlund κατά Φινλανδίας, αρ. 36498/05, § 37, 6 Ιουλίου 2010).

Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να καθορίσει εάν η απόφαση του Εφετείου, που επικυρώθηκε από τον Άρειο Πάγο, που έθεσε ορισμένους περιορισμούς στα δικαιώματα επικοινωνίας του προσφεύγοντος με την Μ. αγνόησε την υπάρχουσα «οικογενειακή ζωή» του προσφεύγοντος με το παιδί του κατά την έννοια του άρθρου 8. Σημειώνει εξαρχής ότι, παρά την αρχική άρνηση της Κ.Π. να αναγνωρίσει ότι ο προσφεύγων ήταν ο βιολογικός πατέρας της M., στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι αυτό όντως ίσχυε. Η πατρότητα του προσφεύγοντος δεν αμφισβητείται πλέον μεταξύ των μερών. Εξετάζοντας κατά πόσον υπάρχει, επιπλέον, στενή προσωπική σχέση μεταξύ αυτού και του παιδιού που πρέπει να θεωρείται ως καθιερωμένη «οικογενειακή ζωή» για τους σκοπούς του άρθρου 8, το Δικαστήριο παρατήρησε αφενός ότι ο προσφεύγων συζούσε με την μητέρας της Μ. για μικρό χρονικό διάστημα και σκόπευαν να παντρευτούν. Από την άλλη πλευρά, ο προσφεύγων δεν έχει συγκατοικήσει ποτέ με την Μ. και, παρά τα δικαιώματα επικοινωνίας που του παραχωρήθηκαν από τις εγχώριες αποφάσεις, είχε συναντήσει την Μ. μόνο μία φορά στις 7 Μαρτίου 2015 μέχρι το τέλος της επίμαχης εσωτερικής διαδικασίας, όταν η Μ. ήταν γύρω στα 3,5 χρονών. Δεν υπάρχουν ενδείξεις δέσμευσης εκ μέρους του προσφεύγοντος έναντι της Μ. πριν τη γέννησή της. Υπό αυτές τις συνθήκες, η σχέση τους δεν είχε επαρκή σταθερότητα για να χαρακτηριστεί ως εντασσόμενη στην «οικογενειακή ζωή».

Ωστόσο, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η επιδιωκόμενη οικογενειακή ζωή μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 στις περιπτώσεις που δεν μπορεί να αποδοθεί ευθύνη στον προσφεύγοντα. Αυτό ισχύει, ειδικότερα, για τη σχέση μεταξύ ενός παιδιού που γεννήθηκε εκτός γάμου και του βιολογικού πατέρα του, οι οποίοι συνδέονται αναλλοίωτα με φυσικό δεσμό, ενώ η πραγματική τους σχέση μπορεί να καθοριστεί, για πρακτικούς και νομικούς λόγους, από τη μητέρα του παιδιού και, εάν είναι παντρεμένος, από τον σύζυγό της (βλ. Anayo κατά Γερμανίας της 21.12.2010, αρ. 20578/07, § 60). Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο προσφεύγων εξέφρασε την επιθυμία του να αναγνωριστεί ως πατέρας της Μ., να μοιραστεί την επιμέλεια με την Κ.Π. και να έχει τακτική επαφή με την Μ. μέσω των αιτήσεών του στα εθνικά δικαστήρια. Ωστόσο, μετά τη διαπίστωση της πατρότητάς του και τη χορήγηση των δικαιωμάτων επικοινωνίας του από τα εθνικά δικαστήρια, ο προσφεύγων αρνήθηκε να ασκήσει τα δικαιώματά του υπό τους όρους που είχαν οριστεί στις αποφάσεις και, ως εκ τούτου, είδε την Μ. μόνο μία φορά κατά τη διάρκεια της περιόδου που αναφέρεται στις εγχώριες αποφάσεις. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, αυτή η συμπεριφορά δεν ήταν επαρκής για να καταδείξει το ενδιαφέρον του προσφεύγοντος για το παιδί του. Επομένως, η παρούσα υπόθεση πρέπει να διακρίνεται από εκείνη της Anayo (προαναφερθείσα), στην οποία ο προσφεύγων δεν είχε καμία επικοινωνία με τα βιολογικά του παιδιά επειδή η μητέρα τους και ο νόμιμος πατέρας τους είχαν αρνηθεί τα αιτήματά του να επιτρέψουν την επικοινωνία μαζί τους. Επομένως, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, το γεγονός ότι δεν υπήρχε καμία διαπιστωμένη οικογενειακή σχέση μεταξύ του προσφεύγοντος και της Μ. μπορεί να αποδοθεί στον προσφεύγοντα.

Έχοντας υπόψη τα προαναφερθέντα, το Δικαστήριο θεώρησε ότι η επιδιωκόμενη σχέση του προσφεύγοντος με το βιολογικό του παιδί δεν προσελκύει την προστασία της «οικογενειακής ζωής» σύμφωνα με το άρθρο 8. Σημείωσε, ωστόσο, ότι σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα του αν το πρόγραμμα επικοινωνίας με την Μ. ήταν υπερβολικά περιοριστικό, ακόμη και αν δεν εμπίπτει στην «οικογενειακή ζωή», αφορούσε σημαντικό μέρος της ταυτότητας του προσφεύγοντος και συνεπώς ενέπιπτε εντός της «ιδιωτικής ζωής» του κατά την έννοια του άρθρου 8 § 1.

β) Εάν υπήρξε παρέμβαση

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν υπήρξε αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ότι η απόφαση των εθνικών δικαστηρίων περιόρισε το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής του προσφεύγοντος και δεν βλέπει κανένα λόγο να πράξει διαφορετικά. Η παρέμβαση θα συνιστά παραβίαση του άρθρου 8, εκτός εάν είναι «σύμφωνη με το νόμο», επιδιώκει σκοπό ή σκοπούς που είναι νόμιμοι σύμφωνα με την παράγραφο 2 της παρούσας διάταξης και μπορούν να θεωρηθούν «αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία».

γ) Εάν η παρέμβαση ήταν δικαιολογημένη

(i) Σύμφωνα με το νόμο

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι διάδικοι δεν αμφισβήτησαν ότι οι επίδικες αποφάσεις είχαν βάση στο εθνικό δίκαιο, δηλαδή στο άρθρο 1520 του ΑΚ όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο.

(ii) Θεμιτός σκοπός

Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, οι αποφάσεις του εσωτερικού δικαστηρίου για τις οποίες κατήγγειλε ο προσφεύγων αποσκοπούσαν σαφώς στην προστασία της «υγείας ή ηθικής» και των «δικαιωμάτων και ελευθεριών» της Μ. Συνεπώς, επιδίωκαν θεμιτούς σκοπούς κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 8.

(iii) «Απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία»

Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο σημείωσε ότι τα εθνικά δικαστήρια έθεσαν ένα περιορισμένο πρόγραμμα επικοινωνίας μεταξύ του προσφεύγοντος και της κόρης του. Ειδικότερα, οι περιορισμοί αφορούσαν τις ώρες που του επιτρεπόταν να περνά μαζί της, το μέρος όπου θα πραγματοποιούνταν οι συναντήσεις και τα άτομα που έπρεπε να είναι παρόντα στο δωμάτιο, δηλαδή η μητέρα του παιδιού, η Κ.Π., και συγγενής της επιλογής της. Όσον αφορά τους λόγους που επικαλέστηκαν τα εθνικά δικαστήρια για αυτούς τους περιορισμούς, αναφέρθηκαν στη νεαρή ηλικία της Μ., στο γεγονός ότι είχε συνηθίσει στην αποκλειστική φροντίδα της μητέρας της και στην έλλειψη εγγύτητας μεταξύ του προσφεύγοντος και της Μ. καθώς ο προσφεύγων είχε επιλέξει να μην ακολουθήσει το πρόγραμμα επικοινωνίας που είχε καθορίσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για λόγους παρόμοιους με αυτούς που προβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Εφετείο έκρινε ότι η Μ. δεν έπρεπε να διανυκτερεύσει στην κατοικία του πατέρα της έως ότου το ενδιαφέρον του γι’ αυτήν ήταν αδιαμφισβήτητο και μέχρι να εξοικειωθούν μεταξύ τους, διαφορετικά θα μπορούσε να βλάψει τη συναισθηματική και ψυχική ανάπτυξη της Μ..

Έλαβε επίσης υπόψη το γεγονός ότι ήταν επιλογή του προσφεύγοντος να μην διατηρήσει στενότερη σχέση με την κόρη του, καθώς είχε αρνηθεί να επικοινωνήσει με την Μ. υπό τους όρους που όρισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ως προς την παρουσία της Κ.Π. και συγγενή της κατά την συνάντηση, τα εθνικά δικαστήρια το έκριναν απαραίτητο μετά από αίτημα της Κ.Π. Τα εθνικά δικαστήρια περιλάμβαναν επιπρόσθετα συστάσεις και στους δύο γονείς να απόσχουν από εντάσεις μεταξύ τους και μια σύσταση προς την Κ.Π. να προσπαθήσει να καταστήσει ουσιαστική την επαφή μεταξύ του προσφεύγοντος και της Μ.

Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, οι λόγοι που επικαλέστηκαν τα εθνικά δικαστήρια ήταν σχετικοί. Συγκεκριμένα, στήριξαν τα πορίσματά τους στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, όπως προσδιορίζεται στις περιστάσεις της υπόθεσης. Στο σκεπτικό τους, έδωσαν μεγάλη σημασία στην έλλειψη εγγύτητας μεταξύ του προσφεύγοντος και της Μ., τη πολύ νεαρή ηλικία της και την επιλογή του προσφεύγοντος να μην ακολουθήσει το πρόγραμμα επικοινωνίας που όρισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η επικοινωνία του προσφεύγοντος με την κόρη του θα έπρεπε αρχικά να περιοριστεί έως ότου ο πατέρας και η κόρη αρχίσουν να γνωρίζονται μεταξύ τους και μέχρι να καταστεί σαφές το ενδιαφέρον του πρώτου να συνάψει σχέση με την κόρη του (βλ. Giorgioni κατά Ιταλίας, αρ. 43299 /12, § 81, 15 Σεπτεμβρίου 2016, και συγκρίνετε Gobec κατά Σλοβενίας, αρ. 7233/04, § 144, 3 Οκτωβρίου 2013, και Grujić κατά Σερβίας, αρ. 203/07, §§ 72-73, 28 Αυγούστου 2018 κατά το οποίο η συμπεριφορά του προσφεύγοντος ήταν ένας παράγοντας που ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο).

Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν κατά την επικοινωνία του προσφεύγοντος με τη Μ. δεν ήταν τόσο ακραίοι, ώστε να εμποδίζουν τον προσφεύγοντα να δημιουργήσει μια σταθερή σχέση μαζί της, αλλά επέτρεπαν αντιθέτως τη σταδιακή σύνδεση μεταξύ τους. Σημειώνεται επίσης ότι οι σχετικοί περιορισμοί αμβλύνθηκαν σταδιακά, καθώς στο δεύτερο εξάμηνο σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου, ο προσφεύγων θα μπορούσε να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στην Μ. και τον δεύτερο χρόνο μετά την απόφαση, μπορούσε να την συναντήσει χωρίς την παρουσία της μητέρας της και σε τόπο εκτός από το σπίτι της. Όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι έπρεπε να του επιτραπεί να περνά περισσότερο χρόνο με το παιδί του για να μπορέσουν να συνδεθούν, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι τα εθνικά δικαστήρια, τα οποία ασχολήθηκαν επισταμένα με την υπόθεση και εξέδιδαν αποφάσεις με πλήρη αιτιολογία, ήταν σε καλύτερη θέση από το ΕΔΔΑ να επιτύχουν μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων της Μ. να ζει σε ένα ειρηνικό περιβάλλον και του ενδιαφέροντος του προσφεύγοντος να βλέπει την κόρη του πιο συχνά.

Το Δικαστήριο παρατήρησε περαιτέρω ότι ο προσφεύγων υποστήριξε ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν εξετάσει αδικαιολόγητα την τεταμένη σχέση του με την K.Π., χωρίς να λάβουν υπόψη την άρνηση της τελευταίας να συναινέσει στην αναγνώριση της πατρότητας του. Ωστόσο, τα επιχειρήματα αυτά αφορούν την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και όχι την ικανότητα του να συμμετάσχει προβάλλοντας τα επιχειρήματα αυτά ενώπιον των εθνικών αρχών. Συναφώς, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, κατά γενικό κανόνα, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να αξιολογήσουν τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν ενώπιον τους, συμπεριλαμβανομένων των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για να αποδειχθούν τα σχετικά πραγματικά περιστατικά (βλ. Vidal κατά Βελγίου της 22.04.1992, § 33).

Τέλος, όσον αφορά τη διάρκεια της διαδικασίας, η οποία διήρκησε 3,5 χρόνια σε όλα τα επίπεδα δικαιοδοσίας, συγκεκριμένα από τον Μάρτιο του 2015 έως τον Σεπτέμβριο του 2018, είναι μια χρονική διάρκεια που δεν μπορεί να θεωρηθεί παράλογη, ιδίως δεδομένου ότι υπήρχε χρονοδιάγραμμα επικοινωνιών κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής.

Έχοντας υπόψη τα προαναφερθέντα και το περιθώριο εκτίμησης του εναγόμενου κράτους, το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι η διαδικαστική προσέγγιση των ελληνικών δικαστηρίων ήταν λογική υπό τις περιστάσεις και παρείχε επαρκές υλικό για να καταλήξει σε αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με το ζήτημα της επικοινωνίας στη συγκεκριμένη υπόθεση. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τηρήθηκαν οι διαδικαστικές απαιτήσεις του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

Ως εκ τούτου, οι λόγοι που επικαλέστηκαν τα εθνικά δικαστήρια για να δικαιολογήσουν την παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή του προσφεύγοντος ήταν σχετικοί και επαρκείς για τους σκοπούς της παραγράφου 2 του άρθρου 8 και ότι οι εθνικές αρχές δεν υπερέβησαν το περιθώριο εκτίμησης τους. Συνεπώς, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης στην παρούσα υπόθεση.

ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΛΟΓΩ ΑΠΟΡΡΙΨΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ

Οι γενικές αρχές σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο και, ειδικότερα, σχετικά με την πρόσβαση σε ανώτερα δικαστήρια συνοψίστηκαν στην υπόθεση Zubac κατά Κροατίας της 05.04.2018 [GC], αρ. 40160/12, §§ 76-99).

Εφαρμόζοντας τις αρχές αυτές στις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο σημείωσε ότι στην ελληνική έννομη τάξη, η πρόσβαση στον Άρειο Πάγο σε αστικές υποθέσεις διασφαλίζεται μέσω της αναίρεσης. Ο νόμος προβλέπει επίσης τη δυνατότητα υποβολής πρόσθετων λόγων αναίρεσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, δηλαδή την υποχρέωση υποβολής σχετικού δικογράφου και επίδοσής του στους υπόλοιπους διαδίκους 30 ολόκληρες ημέρες πριν από την ημερομηνία της συζήτησης στον ΑΠ, όπως προβλέπει το άρθρο 569 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Το Δικαστήριο σημειώνει επιπλέον ότι το άρθρο 144 του ΚΠολΔ περιέχει λεπτομερείς διατάξεις για τον υπολογισμό των προθεσμιών. Ο Άρειος Πάγος απέρριψε τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης του προσφεύγοντος ως εκπρόθεσμους. Πιο συγκεκριμένα, ο νόμος προέβλεπε ότι η επίδοση έπρεπε να γίνει τριάντα ολόκληρες ημέρες πριν από την συζήτηση. Καθώς η τριακοστή ημέρα πριν από τη συζήτηση ήταν Κυριακή, Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η επίδοση έπρεπε να γίνει την προηγούμενη εργάσιμη ημέρα, δηλαδή την Παρασκευή.

Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι ο περιορισμός του παραδεκτού των πρόσθετων λόγων αναίρεσης σε αστικές υποθέσεις ενώπιον του Αρείου Πάγου επιδιώκει έναν θεμιτό σκοπό, δηλαδή την αποτελεσματική και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Πρέπει επομένως να εξακριβωθεί αν, υπό το φως όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης, υπήρχε εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ του σκοπού αυτού και των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξή του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τον βαθμό στον οποίο η υπόθεση εξετάστηκε ενώπιον των κατώτερων δικαστηρίων, την (μη)ύπαρξη ζητημάτων που σχετίζονται με το δίκαιο των διαδικασιών που διεξάγονται ενώπιον των κατώτερων δικαστηρίων και τη φύση του ρόλου του επίμαχου δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο παρατήρησε καταρχάς ότι η υπόθεση του προσφεύγοντος εκδικάστηκε ενώπιον δύο βαθμών (ήτοι ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών) που άσκησαν πλήρη δικαιοδοσία επί του θέματος, και ότι δεν διαπιστώθηκε ζήτημα μη απόδοσης της δικαιοσύνης σε αυτή την περίπτωση. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο ρόλος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στον έλεγχο της εφαρμογής του σχετικού εσωτερικού δικαίου από τα κατώτερα δικαστήρια, γεγονός που επιτρέπει να είναι αυστηρότεροι οι όροι παραδεκτού μιας αναίρεσης από ότι όσον αφορά το τακτικό ένδικο μέσο της έφεσης (βλ. Zubac § 108). Το Δικαστήριο θεώρησε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις οι αρχές του εναγόμενου κράτους απολαμβάνουν ευρύ περιθώριο εκτίμησης όσον αφορά τον τρόπο εφαρμογής των σχετικών περιορισμών.

Συναφώς, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο τρόπος με τον οποίο ο περιορισμός αυτός ορίζεται στο άρθρο 569 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 144 του ΚΠολΔ, εμπίπτει στο περιθώριο εκτίμησης του κράτους (βλ. Pasquini κατά Αγίου Μαρίνουτης 02.05.2019, αρ. 50956/16 § 159). Ειδικότερα, όσον αφορά το προβλεψιμότητα του περιορισμού στην υποβολή πρόσθετων λόγων αναίρεσης φαίνεται να υπάρχει συνεπής και σαφής νομολογία του Αρείου Πάγου για τον υπολογισμό των προθεσμιών, στην οποία ο Άρειος Πάγος αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του. Ο προσφεύγων δεν αναφέρθηκε σε καμία αντιφατική νομολογία ή σε πρόσφατες αλλαγές στην ερμηνεία των σχετικών διατάξεων που θα μπορούσαν να τον οδηγήσουν να πιστέψει ότι οι πρόσθετοι λόγοι του είχαν υποβληθεί εμπροθέσμως. Πολύ περισσότερο ως δικαστής θα έπρεπε να γνωρίζει τη σχετική νομολογία του Αρείου Πάγου.

Οι προηγούμενες σκέψεις αρκούν για να καταλήξει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί για τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης ρυθμίστηκε με συνεκτικό και προβλέψιμο τρόπο. Υπό αυτές τις συνθήκες, λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπόθεση του προσφεύγοντος εκδικάστηκε σε δύο επίπεδα δικαιοδοσίας των εθνικών δικαστηρίων που ασκούσαν πλήρη δικαιοδοσία επί του θέματος, δεν προέκυψε κανένα ζήτημα έλλειψης απονομής της δικαιοσύνης στην υπόθεση, ο περιορισμός ήταν προβλέψιμος και ότι ο ρόλος του Αρείου Πάγου περιορίστηκε στον έλεγχο της εφαρμογής του σχετικού εσωτερικού δικαίου από τα κατώτερα δικαστήρια. Τέλος δεν μπορεί να λεχθεί ότι η απόφασή του Αρείου Πάγου συνιστούσε ένα δυσανάλογο εμπόδιο που προσέβαλε την ίδια την ουσία του δικαιώματος πρόσβασης του προσφεύγοντος σε δικαστήριο, όπως διασφαλίζεται βάσει του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, ή υπερέβη το εθνικό περιθώριο εκτίμησης.

Το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 της Σύμβασης όσον αφορά την απόρριψη των πρόσθετων λόγων αναίρεσης του προσφεύγοντος.

ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο σημείωσε καταρχάς ότι σύμφωνα με τα άρθρα 52 και 57 του ΚΠολΔ, ένας διάδικος μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση δικαστή για συγκεκριμένους λόγους έως και πέντε ημέρες πριν από τη συζήτηση ή ακόμη και κατά τη διάρκεια της συζήτησης, εάν ο λόγος της εξαίρεσης δεν μπορούσε να γίνει γνωστός εντός της προθεσμίας των πέντε ημερών πριν από την συζήτηση.

Παρατήρησε περαιτέρω ότι ο προσφεύγων θα μπορούσε να λάβει αντίγραφο της απόφασης με αριθ. 1/2018 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου στις 2 Φεβρουαρίου 2018, ημερομηνία που ολοκληρώθηκε η διαδικασία καθαρογραφής και θεώρησής της. Ως εκ τούτου, ο προσφεύγων γνώριζε ή θα μπορούσε να γνωρίζει τους δικαστές που είχαν ψηφίσει κατά της προαγωγής του στο βαθμό του Εφέτη λόγω της ιδιωτικής διαμάχης που είχε ήδη με τη μητέρα του παιδιού του στις 2 Φεβρουαρίου 2018.

Επιπλέον, η αναίρεση του προσφεύγοντος είχε προγραμματιστεί από τον Νοέμβριο του 2017 να εκδικαστεί στις 23 Απριλίου 2018 από το Τμήμα Α2 του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα με την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, για το εν λόγω δικαστικό έτος, το τμήμα Α2 αποτελούνταν από έναν Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου που ασκούσε καθήκοντα Προέδρου Τμήματος και έξι μέλη του δικαστηρίου και, επομένως, μια υπόθεση προγραμματισμένη στο Τμήμα Α2 θα είχε εκδικαστεί από πέντε μέλη μεταξύ των δικαστών που έχουν οριστεί να συμμετάσχουν σε αυτό το Τμήμα.

Επομένως, ο προσφεύγων μπορούσε να γνωρίζει ποια από τα σαράντα πέντε μέλη είχαν καταψηφίσει την έφεσή του κατά την έκδοση της απόφασης με αριθ. 1/2018 και ποια από τα μέλη είχε τοποθετηθεί στο Τμήμα Α2, στο οποίο ανατέθηκε η εκδίκαση της αναίρεσής του. Από εξέταση των μελών που τοποθετήθηκαν στο Τμήμα Α2, όπως δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και των μελών του Αρείου Πάγου που εξέδωσαν την με αριθ. 1/2018, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι πέντε από τους έξι δικαστές που είχαν τοποθετηθεί σε αυτό το τμήμα είχαν συμμετάσχει στην εκδίκαση της έφεσης του προσφεύγοντος κατά της απόφασης μη προαγωγής του. Τρεις από αυτούς είχαν ψηφίσει υπέρ της αποδοχής της έφεσης του προσφεύγοντος και δύο από αυτούς την είχαν καταψηφίσει. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης του προσφεύγοντος, το Τμήμα Α2 αποτελούνταν από δύο μέλη αυτού του Τμήματος που είχαν ψηφίσει υπέρ του προσφεύγοντος, δύο που τον είχαν καταψηφίσει και ένα πέμπτο μέλος του Αρείου Πάγου το οποίο δεν είχε αρχικά τοποθετηθεί στο Τμήμα Α2, σύμφωνα με την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, το Δικαστήριο θεώρησε ότι υπήρχε μεγάλη πιθανότητα η αναίρεση του προσφεύγοντος να είχε εξεταστεί από τη σύνθεση πέντε δικαστών (από τους έξι που διορίστηκαν σε αυτό το Τμήμα) στην οποία θα συμμετείχαν τουλάχιστον οι δύο δικαστές που είχαν τοποθετηθεί στο Τμήμα Α2 και είχαν ψηφίσει κατά στο να γίνει δεκτή η έφεση του προσφεύγοντος στην υπόθεση της προαγωγής του (βλ. Juričić κατά Κροατίας της 26.07.2011, αρ. 58222/09, § 63, και αντίθεση με την Κροατική Ομοσπονδία Γκολφ § 118). Επιπλέον, ο προσφεύγων πρέπει να γνώριζε αυτή τη δυνατότητα, ωστόσο παρέλειψε να υποβάλει Αίτηση εξαίρεσης των δικαστών, παρόλο που γνώριζε ήδη ή όφειλε να γνωρίζει από τις 2 Φεβρουαρίου 2018 τα περιστατικά στα οποία μπορούσε να στηρίξει την Αίτησή του.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων έπρεπε να είχε ζητήσει την εξαίρεση των δικαστών, ανεξάρτητα από την υποχρέωση των δικαστών να απέχουν από υποθέσεις στις οποίες υπάρχει νόμιμος λόγος δημιουργίας υποψίας μεροληψίας, προκειμένου να διατηρηθεί η ακεραιότητα της δικαστικής εξουσίας.

Συνεπάγεται ότι η καταγγελία του προσφεύγοντος σχετικά με την εικαζόμενη έλλειψη αμεροληψίας είναι απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 35 § 1 της Σύμβασης για τη μη εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το άρθρο 35 § 4 αυτής.

Συνεπώς:

κηρύσσει παραδεκτές τις προσφυγές βάσει των άρθρων 8 και 6 της ΕΣΔΑ σχετικά με την απόρριψη των πρόσθετων λόγων αναίρεσης και το υπόλοιπο της προσφυγής ω απαράδεκτο.

Κρίνει ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 και του άρθρου 6 της Σύμβασης λόγω της απόρριψης των πρόσθετων λόγων αναίρεσης.

ΠΗΓΗechrcaselaw.com