Κατασκευή εναέριας γραμμής ηλεκτρικού ρεύματος εξαιρετικά υψηλής τάσης. Δεν αποδείχθηκε παραβίαση δικαιώματος σεβασμού ιδιωτικής, οικογενειακής ζωής και κατοικίας

71

ΑΠΟΦΑΣΗ

Thibaut κ.α κατά Γαλλίας της 07.07.2022  (αρ. προσφ. 41892/19 και αρ. 41893/19)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι προσφεύγοντες αντέδρασαν σε σχέδιο αντικατάστασης της υπάρχουσας γραμμής ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ της Avelin και Gravelle στην περιοχή Nord Pas-de-Calais με μια νέα γραμμή διπλού κυκλώματος 400 kV, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας θα ήταν εναέριο με περίπου 20 καλώδια που υποστηρίζονται από 78 πυλώνες σε ύψος 70 μέτρων, πάνω από περίπου 30 χιλιόμετρα.

Επικαλούμενοι τα άρθρα 2 (δικαίωμα στη ζωή) και 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και της κατοικίας), και στηριζόμενοι στην αρχή της προφύλαξης, οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι η κατασκευή της προβλεπόμενης γραμμής ηλεκτρικού ρεύματος Avelin-Gavrelle, που είναι εξαιρετικά υψηλής τάσης, θα δημιουργούσε κίνδυνο για την υγεία των ατόμων που διέμεναν κοντά, λόγω των μαγνητικών πεδίων που προκύπτουν, και, κατά συνέπεια, ότι θα είχε αντίκτυπο στην ειρηνική απόλαυση του δικαιώματος στην κατοικία τους. Επέκριναν το γεγονός ότι η υπεύθυνη εταιρεία για το έργο είχε απορρίψει την επιλογή να δημιουργηθεί η γραμμή υπογείως και ισχυρίστηκαν ότι δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από το μόνιμο άγχος που προκαλεί η έκθεσή τους σε αυτόν τον κίνδυνο, αφού η εγγύτητα αυτής της υποδομής θα μείωνε την αξία των σπιτιών τους και θα καθιστούσε δύσκολη τη μεταπώληση.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν παραπονεθεί για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της υπάρχουσας υποδομής. Οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν, το πρώτον, ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι η εν λόγω έκθεση στα ηλεκτρομαγνητικά πεδία που δημιουργούνται από την προγραμματισμένη εξαιρετικά υψηλή τάση της γραμμής μεταφοράς θα αύξανε τους κινδύνους βρεφικής λευχαιμίας.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου, ωστόσο, παρατήρησε ότι οι προσφεύγοντες ήταν ενήλικες, ότι δεν είχαν αναφέρει εάν υπήρχαν παιδιά στις οικογένειές τους τους και ότι το σπίτι τους δεν βρισκόταν σε άμεση γειτνίαση με την προγραμματισμένη γραμμή αλλά περίπου 115 μέτρα μακριά από αυτή. Δεν είχαν προσκομίσει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι το έργο θα τους εξέθετε σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία που υπερβαίνουν τα εγχώρια ή διεθνή πρότυπα.

Έτσι, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι οι προσφεύγοντες δεν απέδειξαν ότι η ολοκλήρωση της γραμμής ηλεκτρικής ενέργειας θα τους εξέθετε σε περιβαλλοντικό κίνδυνο, τέτοιο ώστε να υποστούν παραβίαση των δικαιωμάτων της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και της κατοικίας.

Το ΕΔΔΑ απέρριψε τις προσφυγές.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 2,

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, Jean-Marie Thibaut και Guillaume Thibaut, είναι Γάλλοι υπήκοοι οι οποίοι γεννήθηκαν το 1949 και 1975 αντίστοιχα και ζουν στο Tourmignies (Γαλλία). Είναι μέλη του Rassemblement pour l’évitement des lignes électriques dans le Nord, ενός συλλόγου για την αποτροπή εγκατάστασης ηλεκτρικών πυλώνων στον Βορρά (RPEL 59).

Οι δύο προσφεύγοντες, μαζί με δήμους και συλλόγους – συμπεριλαμβανομένου του συλλόγου RPEL 59 – αντιτίθενται στο έργο του Réseau Transport d’ Électricité (RTE) για την αντικατάσταση της υπάρχουσας γραμμής υψηλής τάσης μεταξύ Avelin και Gravelle με μια γραμμή διπλού κυκλώματος που θα αύξανε την ικανότητα μετάδοσης από 1.500 μεγαβάτ σε 4.600 μεγαβάτ. Η RTE είναι μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία εξ’ ολοκλήρου ανήκει στην Électricité de France (ανώνυμη εταιρεία, κατά 70% κρατική). Αυτή η γραμμή ισχύος διπλού κυκλώματος 400 kV, κυρίως εναέρια, προβλεπόταν να συνδέσει τις πόλεις Avelin και Gavrelle με περίπου 20 καλώδια που υποστηρίζονται από 78 πυλώνες σε ύψος 70 μέτρων πάνω από περίπου 30 χιλιόμετρα. Τα σπίτια των προσφευγόντων βρίσκονται μόλις 115 μέτρα μακριά από τη διαδρομή της γραμμής.

Στις 12 Αυγούστου 2015 η RTE υπέβαλε αίτηση στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Θαλάσσης να κηρυχθεί η προτεινόμενη γραμμή υψηλής τάσης δημοσίου συμφέροντος. Η έρευνα που πραγματοποιήθηκε πριν από τη δήλωση δημοσίου συμφέροντος έλαβε χώρα από τις 11 Απριλίου έως τις 11 Μαΐου 2016. Οι προσφεύγοντες δήλωσαν ότι η έκθεση που συνέταξε η εξεταστική επιτροπή έδειξε ότι οι πραγματογνωμοσύνες που συγκεντρώθηκαν ήταν «σχεδόν 100% αποκλειστικά δυσμενείς για το έργο» και ότι σχεδόν το ένα τέταρτο των σχολίων αντανακλούσαν την ανησυχία των κατοίκων της περιοχής για την υγεία τους και ένα άλλο τέταρτο τις αμφιβολίες ως προς τη χρησιμότητα του έργου.

Στις 19 Δεκεμβρίου 2016 ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Θάλασσας εξέδωσε απόφαση προσδιορίζοντας ότι το έργο είναι προς το δημόσιο συμφέρον. Στις 14 Φεβρουαρίου 2017 αρκετοί σύλλογοι, συμπεριλαμβανομένου του συλλόγου RPEL 59, αλλά και  δήμοι κατέθεσαν προσφυγή στον Υπουργό Περιβάλλοντος με σκοπό την ανάκληση της απόφασης που κηρύσσει το έργο ως δημοσίου συμφέροντος.

Η απουσία απάντησης από τον Υπουργό θεωρήθηκε ως σιωπηρή απόρριψη της προσφυγής, και οι προσφεύγοντες προσέφυγαν στο Συμβούλιο του Κράτους για την ακύρωση ως ultra vires της Υπουργικής Απόφασης που κήρυσσε το έργο ως δημοσίου συμφέροντος.

Το Συμβούλιο του Κράτους απέρριψε το ένδικο μέσο με απόφαση την 19η Οκτωβρίου 2018.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 8

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν παραπονεθεί για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της υπάρχουσας υποδομής αλλά για τις επιπτώσεις μιας σχεδιαζόμενης γραμμής υψηλής τάσης που επρόκειτο να αντικαταστήσει την υπάρχουσα γραμμή. Όσον αφορά τον υποτιθέμενο περιβαλλοντικό κίνδυνο της προτεινόμενης γραμμής, το Δικαστήριο σημείωσε ότι οι προσφεύγοντες είχαν υποστηρίξει ουσιαστικά ότι η έκθεση στα ηλεκτρομαγνητικά πεδία που δημιουργούνται από τέτοιες γραμμές αύξησαν τον κίνδυνο βρεφικής λευχαιμίας.

Το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι το Συμβούλιο του Κράτους είχε επιστήσει την προσοχή σε ορισμένες συνεπείς μελέτες, οι οποίες είχαν, παρά τους περιορισμούς τους, αποκαλύψει σημαντική στατιστική συσχέτιση μεταξύ του παράγοντα κινδύνου που επικαλέστηκαν οι προσφεύγοντες και την άνω του μέσου όρου εμφάνιση βρεφικής λευχαιμίας και είχαν συμπεράνει ότι η ύπαρξη ενός τέτοιου κινδύνου έπρεπε να θεωρηθεί ως επαρκώς εύλογη υπόθεση, υπό το φως της επιστημονικής γνώσης, για να δικαιολογηθεί η εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης.

Το ίδιο το Δικαστήριο είχε παρατηρήσει, στην απόφασή του στην υπόθεση Calancea κ.α. κατά Μολδαβίας της 6 Φεβρουαρίου 2018, ότι αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές που δημοσιεύθηκαν από τη Διεθνή Επιτροπή για την Προστασία από τις Μη Ιονίζουσες Ακτινοβολίες έδειξε ότι, σύμφωνα με επιδημιολογικές μελέτες, η καθημερινή έκθεση σε χαμηλής έντασης μαγνητικό πεδίο (πάνω από 0,3-0,4 microteslas) συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο βρεφικής λευχαιμίας, και ότι ο Διεθνής Οργανισμός Έρευνας για τον Καρκίνο είχε ταξινομήσει τέτοια μαγνητικά πεδία ως πιθανώς καρκινογόνα για τον άνθρωπο, αν και η αιτιώδης σύνδεση μεταξύ των μαγνητικών πεδίων και της βρεφικής λευχαιμίας ή άλλων μακροπρόθεσμων επιπτώσεων δεν είχε τεκμηριωθεί.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου σημείωσε, ωστόσο, ότι οι προσφεύγοντες ήταν ενήλικες, ότι δεν είχαν αναφέρει εάν υπήρχαν παιδιά στις κατοικίες τους και ότι οι κατοικίες τους δεν ήταν σε άμεση γειτνίαση με την προβλεπόμενη διαδρομή αλλά παραπάνω από 115 μέτρα μακριά. Επιπλέον, οι προσφεύγοντες δεν είχαν παράσχει αποδείξεις ότι η υλοποίηση του έργου θα τους εξέθετε σε ηλεκτρομαγνητικό πεδίο το οποίο υπερέβαινε τα εγχώρια ή διεθνή πρότυπα.

Γενικότερα, οι προσφεύγοντες δεν είχαν τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς τους σχετικά με τον κίνδυνο που θα διέτρεχαν αν θα εκτίθονταν προσωπικά. Ούτε είχαν προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία που να αμφισβητούν τη λύση που ενέκρινε το Συμβούλιο του Κράτους, το οποίο έκρινε ότι «δεν ήταν προφανές από τα έγγραφα του φακέλου ότι το επίμαχο έργο [ήταν] πιθανό να οδηγήσει σε σημαντική και διαρκή αύξηση του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου στην περιοχή της γραμμής», και ότι «τα μέτρα που λαμβάνονται [από τον ιδιοκτήτη του έργου] [δεν θα μπορούσε] να θεωρηθούν ως προδήλως ανεπαρκή για την εκπλήρωση του στόχου της πρόληψης οποιασδήποτε βλάβης που μπορούσε να προκύψει από υπολειμματική έκθεση σε ηλεκτρομαγνητικά πολύ χαμηλής συχνότητας».

Έτσι, οι προσφεύγοντες δεν απέδειξαν ότι η ολοκλήρωση της γραμμής ηλεκτρικής ενέργειας τους εξέθετε σε περιβαλλοντικό κίνδυνο, τέτοιο ώστε η ικανότητά τους να απολαμβάνουν την ιδιωτική και οικογενειακή ζωή τους  ή την κατοικία τους θα επηρεαζόταν άμεσα και σοβαρά.

Το ΕΔΔΑ, ομόφωνα, κήρυξε τις προσφυγές απαράδεκτες (επιμέλεια: echrcaselaw.com).

ΠΗΓΗechrcaselaw.com