Κράτηση ασυνόδευτου ανηλίκου που ζητούσε άσυλο σε κέντρο ενηλίκων με απάνθρωπες συνθήκες. Παραβιάσεις για απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και σεβασμού στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής

82

ΑΠΟΦΑΣΗ

Darboe και Camara κατά Ιταλίας της 21.07.2022 (αρ. προσφ. 5797/17)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ευαλωτότητα ανηλίκων αιτούντων άσυλων. Αυξημένες διαδικαστικές εγγυήσεις για την προστασία τους.

Ο προσφεύγων έφτασε στην Σικελία με ένα αυτοσχέδιο σκάφος. Έγινε αξιολόγηση της ηλικίας του χωρίς την συγκατάθεση του, με μέθοδο όχι πλήρως αξιόπιστη. Θεωρήθηκε ενήλικας και τοποθετήθηκε  σε κέντρο υποδοχής ενηλίκων για περισσότερους από τέσσερις μήνες σε άθλιες συνθήκες. Το κέντρο ήταν υπερπλήρες, χωρίς προσωπικό, γιατρούς, εκπαιδευτές, ψυχαγωγία, καθαριότητα. Άσκησε προσφυγή για απάνθρωπη  ή εξευτελιστική  μεταχείριση  και παραβίαση της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής .

Το Στρασβούργο υπενθύμισε ότι, κατά τη στιγμή των γεγονότων, το εθνικό δίκαιο και το δίκαιο της ΕΕ προέβλεπαν εγγυήσεις για τους ασυνόδευτους ανήλικους που αιτούνται άσυλο, οι οποίες λόγω της ευαλωτότητας των ανηλίκων  υπερίσχυαν έναντι των εκτιμήσεων που αφορούσαν την ιδιότητά τους  ως παράνομων μεταναστών.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι μετά την άφιξη στην Ιταλία δεν είχαν δοθεί στον προσφεύγοντα  τα απαραίτητα εργαλεία για την υποβολή αίτησης ασύλου και είχε τοποθετηθεί σε ένα υπερπλήρες   κέντρο υποδοχής ενηλίκων για περισσότερους από τέσσερις μήνες. Οι εθνικές αρχές είχαν αποτύχει να εφαρμόσουν την αρχή του τεκμηρίου της ανηλικότητας και να παράσχουν διασφαλίσεις.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

Το ΕΔΔΑ επίσης επανέλαβε την πάγια νομολογία του ότι οι δυσκολίες που προκύπτουν από την αυξημένη εισροή μεταναστών και αιτούντων άσυλο, ιδίως στα κράτη που αποτελούν τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν απαλλάσσουν αυτά τα κράτη από τις υποχρεώσεις βάσει του άρθρου 3. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη τη διάρκεια και τις προϋποθέσεις της παραμονής του προσφεύγοντος  σε κέντρο υποδοχής ενηλίκων, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε υποστεί απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

Τέλος διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων δεν είχε κανένα διαθέσιμο ένδικο βοήθημα με το οποίο θα μπορούσε να καταγγείλει τις συνθήκες στο κέντρο υποδοχής ενηλίκων και έκρινε παραβίαση του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 και 8.

Το ΕΔΔΑ επιδίκασε στον προσφεύγοντα ποσό 7.500 ευρώ για ηθική βλάβη και 4.000 ευρώ για έξοδα.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 3,

Άρθρο 8,

Άρθρο 13

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Οι προσφεύγοντες, Ousainou Darboe, υπήκοος Γκάμπιας, και ο Moussa Camara, υπήκοος Γουινέας, φέρεται να γεννήθηκαν το 1999. Ο πρώτος ζει στην Πάντοβα (Ιταλία). Επειδή δεν είναι γνωστό που βρίσκεται ο δεύτερος, το Δικαστήριο διέγραψε το μέρος της προσφυγής που τον αφορούσε.

Ο προσφεύγων έφτασε στη Σικελία στις 29 Ιουνίου 2016 με ένα αυτοσχέδιο σκάφος. Αρχικά στεγάστηκε σε ένα κέντρο ασυνόδευτων αλλοδαπών ανηλίκων.

Τρεις μήνες αργότερα μεταφέρθηκε σε κέντρο υποδοχής ενηλίκων στην Κόνα και του δόθηκε κάρτα υγειονομικής περίθαλψης, η οποία έδειχνε ως ημερομηνία γέννησής του την 22η Φεβρουαρίου 1999. Ένα μήνα αργότερα, κατόπιν αιτήματος της νομαρχίας,  τοπικός γιατρός πραγματοποίησε ιατρική εξέταση για να διαπιστωθεί η ηλικία του. Η  προκύπτουσα έκθεση ανέφερε ότι η οστική του ηλικία, όπως αξιολογήθηκε με ακτινολογικές εξετάσεις του αριστερού καρπού και χεριού με βάση τη μέθοδο Greulich and  Pyle, αντιστοιχούσε σε αυτή ενός δεκαοκτάχρονου άνδρα.

Δεν αναφέρθηκε κανένα περιθώριο σφάλματος. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι η συγκατάθεσή του για αυτήν την εξέταση δεν είχε δοθεί  και ότι δεν του είχε δοθεί αντίγραφο της ιατρικής έκθεσης. Επιπλέον δεν του κοινοποιήθηκε καμία  διοικητική ή δικαστική απόφαση σχετικά με την εκτίμηση της ηλικίας του.

Μόλις μπήκε στο κέντρο υποδοχής ενηλίκων στην Cona, ο προσφεύγων με τη συνδρομή δικηγόρων του, μέσα του Ιανουαρίου 2017, υπέβαλε αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο της Βενετίας για να αποκτήσει νόμιμο επίτροπο. Ισχυρίστηκε ότι η εσωτερική νομοθεσία προέβλεπε ότι οι ασυνόδευτοι ανήλικοι δεν έπρεπε να στεγάζονται σε δομές στις οποίες φιλοξενούνται ενήλικες και αντιθέτως θα έπρεπε να φιλοξενούνται μόνο σε κρατικές εγκαταστάσεις υποδοχής για όσο διάστημα ήταν απολύτως απαραίτητο για την αναγνώρισή της ταυτότητάς τους, την πιθανή εκτίμηση της ηλικίας τους και για τη λήψη όλων των σχετικών πληροφοριών σχετικά με τα δικαιώματά τους, με τρόπο κατάλληλο για την ηλικία τους, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος υποβολής αίτησης για διεθνή προστασία. Επιπλέον, ο προσφεύγων έπρεπε να είχε καταθέσει για να αξιολογηθεί η προσωπική  του  κατάσταση, και η αστυνομία θα έπρεπε να είχε ενημερώσει αμέσως το Δικαστήριο Ανηλίκων και τον εισαγγελέα για να κινηθεί η διαδικασία για τον διορισμό επιτρόπου. Ο αρμόδιος δικαστής έγραψε ένα σημείωμα στην πρώτη σελίδα της αίτησης: «Να σταλεί στην αστυνομική διεύθυνση της Βενετίας για τους απαραίτητους ελέγχους». Δεν  παρασχέθηκαν ποτέ πληροφορίες σχετικά με το αποτέλεσμα της αίτησης.

Ο προσφεύγων περιέγραψε το κέντρο υποδοχής ενηλίκων Cona ως υπερπλήρες και παραπονέθηκε ότι δεν υπήρχε κατάλληλη υγειονομική περίθαλψη, καμία ψυχολογική βοήθεια και καμία πρόσβαση σε νομικές πληροφορίες και βοήθεια. Σύμφωνα με ανεξάρτητες αναφορές, οι μετανάστες στριμώχνονταν σε μικρά κτίρια από τούβλα και μεγάλες σκηνές χωρίς σωστή θέρμανση. Οι κουκέτες ήταν τοποθετημένες τόσο κοντά μεταξύ τους που δεν υπήρχε χώρος για να περάσει κάποιος  ανάμεσα  τους. Παρά το ότι η  χωρητικότητα του κέντρου ήταν 542 ατόμων, στεγάζονταν στο κέντρο 1.400 άτομα.

Δεν παρέχονταν  σωστή θέρμανση και ζεστό νερό στα μπάνια, ο αριθμός των λουτρών και οι  πάγκοι της καντίνας ήταν ανεπαρκείς, οι εκπαιδευτικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες ήταν φτωχές και το προσωπικό ανεπαρκές. Εξάλλου, στο κέντρο μπορούσες να προμηθευτείς μαχαίρια, αλκοόλ και ναρκωτικά και σημειώθηκαν επεισόδια βίας και πορνείας. Μόνο ένας γιατρός ήταν παρών κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ μια νοσοκόμα ήταν εκεί τη νύχτα και κατά τη διάρκεια των διακοπών.

Στις 21 Ιανουαρίου 2017, ο προσφεύγων υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτημα προσωρινών μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 39 του Κανονισμού ζητώντας να μεταφερθεί σε εγκαταστάσεις για ασυνόδευτους ανηλίκους. Στις 14 Φεβρουαρίου 2017 το Δικαστήριο εφάρμοσε τον Κανόνα 39 και υπέδειξε στην Κυβέρνηση να μεταφέρει τον προσφεύγοντα σε μια τέτοια εγκατάσταση. Παράλληλα, γιατρός που εξέδωσε  ανακοίνωση την προηγούμενη μέρα εξέφρασε την άποψη ότι η μέθοδος Greulich and Pyle από μόνη της δεν επαρκούσε για τον προσδιορισμό της ηλικίας ενός ατόμου με βεβαιότητα και ήταν μόνο ενδεικτική, καθώς υπόκειται σε βιολογική μεταβλητότητα. Ο βαθμός βιολογικής ωριμότητας, ιδιαίτερα κατά την εφηβεία, διαφέρει ευρέως.

Εφαρμόζοντας τη μέθοδο TW34, η δήλωση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ημερομηνία γέννησης του προσφεύγοντος  ήταν συμβατή με αυτή που είχε δηλώσει. Στις 18 Φεβρουαρίου 2017, μετά από περισσότερους από τέσσερις μήνες στο Κέντρο υποδοχής Cona, ο προσφεύγων μεταφέρθηκε στο κέντρο ανηλίκων «Villa Sarina-Aria» στο Vedrana di Budrio (Μπολόνια).

Στις 2 και 9 Μαρτίου 2017 εκπρόσωπος του Ταμείου Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης 2014-2020 (FAMI – Fondo Asilo, Migrazione e Integrazione 2014-2020), ένα έργο που διοργανώθηκε από το Υπ. Εσωτερικών και συγχρηματοδοτήθηκε  από την Ευρωπαϊκή Ένωση, συνάντησε τον προσφεύγοντα και συνέταξε σχετική έκθεση για την προσωπική και οικογενειακή κατάσταση στη χώρα καταγωγής του και τα διαφορετικά βήματα του ταξιδιού του στην Ευρώπη.

Ο προσφεύγων επιβεβαίωσε τις περιστάσεις και τις πληροφορίες που περιγράφονται στα γεγονότα της υπόθεσης τα οποία κατατέθηκαν στο  Δικαστήριο και δήλωσε ότι η ημερομηνία γέννησής του ήταν στις 22 Μαΐου 1999.

Το προσωρινό μέτρο που χορηγήθηκε βάσει του άρθρου 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου άρθηκε στις 7 Νοεμβρίου 2018.

Στηριζόμενος στα άρθρα 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης) και 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής), ο κ. Darboe παραπονέθηκε ότι οι αρχές δεν είχαν αναγνωρίσει  τα δικαιώματά του ως ασυνόδευτος ανήλικος αιτών άσυλο και ότι είχε συστεγαστεί  σε κέντρο υποδοχής ενηλίκων όπου δεν είχε επωφεληθεί από υποστήριξη κατάλληλη για την ηλικία του και τα αντίστοιχα μέτρα προστασίας. Κατήγγειλε επίσης ότι είχε θεωρηθεί ότι ήταν ενήλικος με βάση μια διαδικασία αξιολόγησης της ηλικίας που πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση του εθνικού και διεθνούς δικαίου. Εν τέλει, επικαλούμενος το άρθρο 13, ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε αποτελεσματικό ένδικο μέσο.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 8

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι, κατά τη στιγμή των γεγονότων, το εθνικό δίκαιο και το δίκαιο της ΕΕ προέβλεπαν ήδη ορισμένες εγγυήσεις για τους ασυνόδευτους ανήλικους αιτούντες άσυλο. Αναφερόταν στις Οδηγίες της ΕΕ που εφαρμόζονταν στην Ιταλία, καθώς και στο ψήφισμα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 26 Ιουνίου 1997 και το ψήφισμα 1810 (2011) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης. Τα εν λόγω κείμενα  αναγνώριζαν ξεκάθαρα την πρωταρχική σημασία του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού και της αρχής του τεκμηρίου της ανηλικότητας όσον αφορά τα ασυνόδευτα παιδιά μεταναστών, τα οποία απαιτούσαν ειδική προστασία και στα οποία θα πρέπει να ανατεθεί επίτροπος και να παρέχεται βοήθεια κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ασύλου.

Αναφερόμενο στις εσωτερικές και ενωσιακές διατάξεις, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι εθνικές αρχές είχαν αποτύχει να παράσχουν  αμέσως στον κ. Darboe νόμιμο επίτροπο ή εκπρόσωπο, πράγμα που σήμαινε ότι είχε αποτραπεί ουσιαστικά να υποβάλλει αίτημα ασύλου. Φιλοξενούμενος στο Cona και με τη βοήθεια των δικηγόρων του, είχε καταθέσει αμέσως αίτηση για την απόκτηση επιτρόπου και για την αναγνώριση των δικαιωμάτων του ως ασυνόδευτος ανήλικος αιτών άσυλο. Ωστόσο, δεν του είχαν δοθεί πληροφορίες σχετικά με την έκβαση της αίτησής του. Μόνο μετά το αίτημα του για εφαρμογή του Κανονισμού 39 προς το Δικαστήριο, η κυβέρνηση τον είχε μεταφέρει σε κατάλληλη εγκατάσταση για ασυνόδευτους ανηλίκους.

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι λόγω των ελλείψεων στις διαδικαστικές εγγυήσεις μετά την άφιξή του στην Ιταλία, δεν του είχαν δοθεί τα απαραίτητα εργαλεία για την υποβολή αίτησης ασύλου και είχε τοποθετηθεί σε ένα υπερπλήρες κέντρο υποδοχής ενηλίκων για περισσότερους από τέσσερις μήνες. Οι εθνικές αρχές είχαν αποτύχει να εφαρμόσουν την αρχή του τεκμηρίου της ανηλικότητας και να παράσχουν διασφαλίσεις. Σύμφωνα με το εγχώριο και Ευρωπαϊκό δίκαιο,  τέτοιες διασφαλίσεις περιελάμβαναν το διορισμό νόμιμου εκπροσώπου ή επιτρόπου, πρόσβαση σε δικηγόρο και ενημερωμένη συμμετοχή στη διαδικασία αξιολόγησης της ηλικίας.

Η τοποθέτηση του προσφεύγοντος σε κέντρο υποδοχής ενηλίκων για περισσότερους από τέσσερις μήνες έπρεπε να έχει επηρεάσει το δικαίωμά του στην προσωπική ανάπτυξη και τη δυνατότητα να δημιουργήσει και να αναπτύξει σχέσεις με άλλους. Αυτό θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί εάν ο προσφεύγων είχε τοποθετηθεί σε εξειδικευμένο κέντρο ή με ανάδοχους γονείς.

Τα μέτρα είχαν ληφθεί τελικά από τις εθνικές αρχές, αλλά μόνο μετά αφότου παρήλθε  σημαντικό χρονικό διάστημα, μετά την εφαρμογή του άρθρου 39.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αρχές δεν είχαν ενεργήσει με εύλογη επιμέλεια και ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης.

Άρθρο 3

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι ο προσφεύγων είχε προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Αυτά τα έγγραφα επιβεβαίωναν ότι το κέντρο υποδοχής ενηλίκων ήταν υπερπλήρες, ότι ήταν υποστελεχωμένο και ότι ήταν δύσκολη η πρόσβαση στην ιατρική περίθαλψη. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, οι περιστάσεις αυτές  ήταν προβληματικές όσον αφορά την ευαλωτότητα και την αξιοπρέπεια του προσφεύγοντος.

Στη νομολογία του, το Δικαστήριο είχε ήδη παρατηρήσει ότι ήταν σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι η ευαλωτότητα ενός παιδιού ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας και υπερίσχυε έναντι των εκτιμήσεων που αφορούσαν την ιδιότητά του ως παράνομου μετανάστη. Τα παιδιά είχαν συγκεκριμένες ανάγκες που δεν σχετίζονταν μόνο με την ηλικία τους και την έλλειψη ανεξαρτησίας, αλλά και με το καθεστώς αιτούντος άσυλο. Επιπλέον, η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού ενθάρρυνε τα κράτη να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι ένα παιδί που προσπαθούσε να αποκτήσει το καθεστώς του πρόσφυγα απολάμβανε προστασίας και ανθρωπιστικής βοήθειας.

Κατά το ΕΔΔΑ οι δυσκολίες που προκύπτουν από την αυξημένη εισροή μεταναστών και αιτούντων άσυλο, ιδίως στα κράτη που αποτελούν τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν απαλλάσουν τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης από τις υποχρεώσεις βάσει του άρθρου 3. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη τη διάρκεια και τις προϋποθέσεις της παραμονής του προσφεύγοντος  στο κέντρο υποδοχής ενηλίκων, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε υποστεί απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 της Σύμβασης.

Άρθρο 13 σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 8

Σε απάντηση στην καταγγελία του προσφεύγοντος ότι δεν είχε πρόσβαση σε αποτελεσματικό ένδικο μέσο βάσει της ιταλικής νομοθεσίας για να υποβάλει τις καταγγελίες του σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 8 της Σύμβασης, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η Κυβέρνηση δεν είχε υποδείξει κανένα συγκεκριμένο ένδικο βοήθημα με το οποίο θα μπορούσε ο προσφεύγων να καταγγείλει τις συνθήκες στο κέντρο υποδοχής ενηλίκων. Σημείωσε επίσης ότι τα διορθωτικά μέτρα που αναφέρθηκαν  από την κυβέρνηση με ειδική αναφορά στη διαδικασία αξιολόγησης της ηλικίας του προσφεύγοντος είχαν αποδειχθεί αναποτελεσματικά. Ακολούθησε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 13 σε συνδυασμό με τα άρθρα 3 και 8 της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ιταλία έπρεπε να καταβάλει στον προσφεύγοντα 7.500 ευρώ για ηθική βλάβη  και 4.000 ευρώ για έξοδα και δαπάνες (επιμέλεια echrcaselaw.com).

ΠΗΓΗechrcaselaw.com