1922: Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις που οδήγησαν στην Μικρασιατική καταστροφή

310

100 χρόνια μετά τον ξεριζωμό του Ελληνισμού – Το τέλος του ονείρου ανασύστασης της Βυζαντινής αυτοκρατορίας

Το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 1921 μέχρι τον Αύγουστο του 1922 χαρακτηρίσθηκε από στρατιωτική απραξία εκτός από συμπλοκές με συμμορίες Τούρκων κακοποιών και ατάκτων.

Ο Γούναρης, σε διπλωματικό επίπεδο, προσπάθησε να αποσοβήσει το μοιραίο, αλλά τώρα πλέον η Συνθήκη των Σεβρών ήταν νεκρό γράμμα και ο Κεμάλ ήταν ο άνθρωπος με τον οποίο όλοι ήθελαν να τα έχουν καλά. Στην μαρτυρική γη της Ιωνίας, εξέχοντες Μικρασιάτες προσπάθησαν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για δημιουργία αυτονόμου κράτους με την υποστήριξη του Βενιζέλου, λύση την οποία υποστήριζε και ο Παπούλας.

Ο Στεργιάδης υπονόμευσε αυτή την κίνηση, η οποία δεν μπόρεσε επίσης να βρει διεθνή υποστήριξη και μοιραίως δεν υλοποιήθηκε. Η μόνη ουσιαστική εξέλιξη στον στρατιωτικό τομέα ήταν η αντικατάσταση του Παπούλα (ο οποίος δεν είχε πλέον την υποστήριξη της κυβέρνησης), από τον Αντιστράτηγο Χατζηανέστη στις 21 Μαΐου 1922.

Οι ενέργειες αυτού, έδειξαν αργότερα ότι είχε ολοσχερή άγνοια της κατάστασης και ήταν εντελώς ανίκανος να διοικήσει όχι ολόκληρη στρατιά αλλά ούτε απλό σύνταγμα.

Ο Χατζηανέστης πίστευε ότι θα μπορούσε να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη και για τον λόγο αυτό μετακίνησε σημαντικές δυνάμεις στην Θράκη για την επιχείρηση, την οποία σχεδίαζε αλλά βεβαίως ποτέ δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει.

Η σκέψη για επιχείρηση κατά της Κωνσταντινούπολης μπορεί να χαρακτηρισθεί εάν όχι έγκλημα, τουλάχιστον αποτέλεσμα διανοητικής διαταραχής. Καμία ένδειξη δεν υπήρχε ότι οι Σύμμαχοι θα επέτρεπαν τέτοια ενέργεια και ούτε είχε γίνει κάποια προγενέστερη διπλωματική ενέργεια.

Ακόμη οι αρμοστές των Συμμάχων επανειλημμένα είχαν δηλώσει ότι σε καμία περίπτωση δεν θα επιτρεπόταν η παραβίαση της ουδέτερης ζώνης και συνεπώς επιθετική ενέργεια εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Ουσιαστικά η σκέψη αυτή είχε ως αποτέλεσμα την μεταφορά σημαντικών δυνάμεων στην Θράκη, περίπου 25.000 αξιωματικοί και άνδρες και συνεπώς την εξασθένιση των δυνάμεων της Μικράς Ασίας, ενώ ο εχθρός δυνάμωνε συνεχώς.

Ακόμη, πυροδότησε περισσότερο τον εθνικό φανατισμό των Τούρκων, οι οποίοι, υπό την ηγεσία του Κεμάλ ετοιμάζοντο να εξοντώσουν τον «εισβολέα» από την πατρίδα τους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι για τον Χατζηανέστη, ο Παπούλας θεωρούσε ότι ήταν καταστροφή για το στράτευμα και ότι κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του είχε αφαιρεθεί διοίκηση μεραρχίας από τον ίδιο τον Κωνσταντίνο λόγω ανικανότητας.

Αυτός λοιπόν, ανίκανος για μέραρχος σε στρατό προελαύνοντα και νικηφόρο, κρίθηκε κατάλληλος για διοικητής στρατιάς σε υποχώρηση με πλήθος προβλημάτων, κυριότερα των οποίων το χαμηλό ηθικό και ο ελλιπής ανεφοδιασμός. Οι διοικητές των ελληνικών σωμάτων αντέδρασαν έντονα για την τοποθέτηση του Χατζηανέστη, αλλά ο μοιραίος στρατηγός έχαιρε της εκτίμησης της αυλής και ήταν ακραιφνής βασιλόφρων, γεγονός το οποίο ήταν το βασικό εάν όχι το μοναδικό προσόν του.

Μαζί με τον Παπούλα αντικαταστάθηκε και το επιτελείο της Στρατιάς με ακόμη χειρότερους αξιωματικούς, οι οποίοι, σε αντίθεση με τον Παπούλα και τους επιτελείς του, ήταν ανίκανοι να σχεδιάσουν μία οργανωμένη υποχώρηση. Αναδιαρθρώθηκε επίσης και η διάταξη των μεγάλων μονάδων.

Στις αρχές του 1922 ευρίσκοντο στην Μικρασία 177.000 άνδρες, από τους οποίους μόνο 70.000 μάχιμοι στην πρώτη γραμμή. Ο βαρύς χειμώνας ήταν ένα ακόμη αρνητικό στοιχείο για το χαμηλό ηθικό του στρατεύματος, το οποίο επίσης υπέφερε από τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό των «ρεαλιστών», των «ειρηνόφιλων» και των λιποτακτών.

Δυστυχώς για την Ελλάδα δεν χρησιμοποιήθηκε καθόλου ο ισχυρότατος στόλος της, παρ’ όλο που στις αρχές Ιουνίου μοίρα πολεμικών υπό τον «Αβέρωφ» βομβάρδισε τουρκικά επάκτια πυροβολεία στην Σαμψούντα.

Η επιχείρηση αυτή έδειξε ότι θα μπορούσε να εκδηλωθεί αποβατική επιχείρηση στον Πόντο μεταφέροντας σημαντικές δυνάμεις στα νώτα του Κεμάλ, οι οποίες θα υπεστηρίζοντο και από τους Πόντιους αντάρτες. Τον Αύγουστο του 1922 η Στρατιά της Μικράς Ασίας απετελείτο από τρία Σώματα Στρατού ανεπτυγμένα σε μέτωπο μήκους 700 χιλιομέτρων περίπου, κατέχοντας έκταση 80.700 τετραγωνικών χιλιομέτρων.

Μεταξύ των μονάδων υπήρχαν σημαντικά κενά και οι σιδηροδρομικές γραμμές, τόσο σημαντικές για τον ανεφοδιασμό, ήταν πολύ κοντά στο εύθραυστο μέτωπο.

Στην πρώτη γραμμή η παράταξη μαχίμων μονάδων και υπηρεσιών υποστήριξης ήταν σε απόλυτη αταξία αφού μαζί με έδρες σωμάτων συστεγάζοντο νοσοκομεία και αποθήκες.

Ο Χατζηανέστης και το επιτελείο του, απορροφημένοι με την χίμαιρα της εκστρατείας εναντίον της Κωνσταντινούπολης, δεν έκαναν τίποτε στο διαθέσιμο πεντάμηνο για να οργανώσουν διόδους και σχέδια υποχώρησης, παρ’ όλο που η σύμπτυξη ακόμη δυτικότερα είχε ήδη αποφασισθεί. Ακόμη στα μετόπισθεν οι δυνάμεις εφεδρείας απετελούντο από χαμηλής ποιότητας αξιωματικούς και άνδρες, γεγονός γνωστό στην πρώτη γραμμή όπου οι λιποταξίες αύξαναν καθημερινώς.

Δεύτερη γραμμή άμυνας δεν είχε δημιουργηθεί και ήταν φανερό σε όσους ήθελαν να το δουν ότι εάν οι Τούρκοι διασπούσαν το μέτωπο σε κάποιο σημείο θα επακολουθούσε πλήρης κατάρρευση.

Η διάταξη των ελληνικών δυνάμεων της πρώτης γραμμής καθώς έφθανε ο μοιραίος Αύγουστος του 1922 ήταν η ακόλουθη:

• Α’ Σώμα Στρατού (Υποστράτηγος Τρικούπης). Στην περιοχή από Τουκλού Τεπέ προς Δυσμάς μέχρι το Αφιόν με τις Ι Μεραρχία (Υποστράτηγος Φράγκου), IV Μεραρχία (Υποστράτηγος Δημαράς), V Μεραρχία (Συνταγματάρχης Ρόκκας) και XII Μεραρχία (Συνταγματάρχης Καλλιδόπουλος) εκατέρωθεν του ποταμού Ακάρ.

Στο Α’ Σώμα ανήκε επίσης και μικτό απόσπασμα από την ΧΙΙΙ Μεραρχία, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων του Πλαστήρα και Μεραρχία Ιππικού (Υποστράτηγος Καλλίνσκης) με επιτελάρχη τον Αλέξανδρο Παπάγο.

• Β’ Σώμα Στρατού (Υποστράτηγος Διγενής). Στην περιοχή Εϋρέτ Ντουγκέρ, ως εφεδρεία της Στρατιάς καλύπτοντας το κενό μεταξύ Α’ και Γ’ Σωμάτων στο Σαριτσέ Νταγ. Απετελείτο από τις ΙΧ Μεραρχία (Συνταγματάρχης Γαρδίκας), ΧΙΙΙ Μεραρχία (Συνταγματάρχης Καϊμπαλής), VII Μεραρχία (Συνταγματάρχης Κουρουσόπουλος) και ΙΙ Μεραρχία (Συνταγματάρχης Γονατάς).

• Γ’ Σώμα Στρατού (Υποστράτηγος Σουμίλας). Στο βόρειο τμήμα του μετώπου από την Προποντίδα έως την περιοχή βορειονατολικώς της Κιουτάχειας με τις ΙΙΙ Μεραρχία (Συνταγματάρχης Γκορτζάς), Χ Μεραρχία (Συνταγματάρχης Παπανικολάου), ΧΙ Μεραρχία (Υποστράτηγος Κλαδάς) και Ανεξάρτητη Μεραρχία (Συνταγματάρχης Θεοτόκης).

Ο ίδιος ο Χατζηανέστης ευρίσκετο στην Σμύρνη, πλήρως αποκομμένος δηλαδή από την πραγματική εικόνα της κατάστασης στο μέτωπο. Το καλοκαίρι του 1922, ο Κεμάλ είχε κατορθώσει να επουλώσει τις πληγές του από τον προηγούμενο χρόνο και με την αμέριστη υποστήριξη Γάλλων, Ιταλών, Σοβιετικών και εβραϊκού κεφαλαίου, διέθετε υπεροχή σε αριθμό παρατακτής δύναμης ανδρών (πεζικό και ιππικό) σε βαρέα όπλα, πολυβόλα και τροχοφόρα.

Ήταν απολύτως έτοιμος για μία μεγάλη επίθεση για την εξόντωση της ελληνικής Στρατιάς και του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας.

Η επιχείρηση αυτή ξεκίνησε στις 6 Αυγούστου 1922 με παραπλανητικές επιθέσεις στην περιοχή του Μπουλαντάν, νοτίως του ποταμού Μαιάνδρου. Στον τομέα του Αφιόν η γραμμή της ελληνικής παράταξης σταματούσε να είναι σχεδόν ευθύγραμμη και σχημάτιζε μία προεξοχή την «εξέχουσα του Αφιόν», η οποία με ευκολία μπορούσε να προσβληθεί από δύο πλευρές.

Οι προθέσεις των Τούρκων για μεγάλη επίθεση εκεί, εκτιμήθηκαν σωστά από τον Τρικούπη, αλλά οι αιτήσεις του στις 10 Αυγούστου προς την Στρατιά για ενίσχυση της δύναμής του έγιναν μερικώς μόνο αποδεκτές, με αποτέλεσμα, απέναντι των Ι και IV Μεραρχιών να ευρίσκονται τριπλάσιες τουρκικές δυνάμεις.

Στις 12 Αυγούστου, όταν πλέον οι προθέσεις των Τούρκων είναι εμφανείς, θα αποσταλεί από τον διοικητή του Β’ Σώματος ολόκληρη η VII Μεραρχία για ενίσχυση του Α’ Σώματος.

Η κατάρρευση

Στις 13 Αυγούστου εκδηλώθηκε η μεγάλη τουρκική επίθεση. Οι προθέσεις του Κεμάλ ήταν για μία κεραυνοβόλο επίθεση εναντίον του υψώματος Χασάν Μπέλ, ώστε με την κατάληψή του να βρεθεί στα νώτα της Ι Μεραρχίας, η οποία είχε απέναντί της 5 εχθρικές μεραρχίες και το σώμα ιππικού.

Ο διοικητής της τουρκικής 57ης Μεραρχίας, η οποία ανέλαβε το εγχείρημα, Ρεσάτ Μπέης, είχε υποσχεθεί κατάληψη του υψώματος σε μία ώρα, αλλά δεν είχε υπολογίσει τον αστάθμητο παράγοντα. Αυτός ήταν οι δαίμονες του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων, οι οποίοι κατείχαν τον λόχο και έχοντας αφήσει τους Τούρκους να πλησιάσουν πετάχτηκαν από τα μετερίζια τους και επιτέθηκαν αυτοί πρώτοι. Η ιστορική πολεμική κραυγή των Ελλήνων «Αέρα» ακούστηκε και πάλι, η ξιφολόγχη του τσολιά άστραψε και ξέσκισε εχθρικές σάρκες.

Οι Τούρκοι αιφνιδιάσθηκαν και υποχώρησαν. Επανήλθαν βεβαίως σύντομα. Ο Ρεσάτ είχε δώσει τον λόγο του και ήθελε να τον κρατήσει, αλλά οι τσολιάδες και οι φαντάροι του 5ου Συντάγματος της Ι Μεραρχίας υπό τον Ταγματάρχη Κατσιμήτρο (εξέχων στρατηγός στον πόλεμο του 40-41) είχαν αντίθετη γνώμη.

Ίσως πλέον να μην ήταν απλοί άνδρες, ίσως να είχαν μετενσαρκωθεί σε αυτούς ήρωες από άλλες εποχές, από τον Αχιλλέα μέχρι τον Αθανάσιο Διάκο.

Το αποτέλεσμα πάντως ήταν ο Ρεσάτ να αυτοκτονήσει και το ρήγμα σε αυτό το σημείο του μετώπου να αποσοβηθεί.

Το σύνταγμα του Πλαστήρα, από εκείνη την ημέρα ουσιαστικώς ανέλαβε ρόλο προστάτη ολόκληρης της Στρατιάς, αφού παραμένοντας συνεχώς τελευταίο με πλήρη σύνταξη και πειθαρχία, απέκρουε επιθέσεις μεραρχιών στις μαύρες ημέρες, οι οποίες ακολούθησαν.

Στον τομέα του Α’ Σώματος Στρατού όμως, η ένταση της επίθεσης ήταν τέτοια που σε πολλά σημεία η ελληνική αμυντική γραμμή διασπάσθηκε. Τρεις τουρκικές μεραρχίες ιππικού πέρασαν από χαράδρα που ο Τρικούπης δεν είχε φροντίσει να οχυρώσει και απέκοψαν την σιδηροδρομική γραμμή Αφιόν – Τουμλού Μπουνάρ.

Η IV Μεραρχία αδυνατεί να αντισταθεί περισσότερο από μία ώρα, καθώς τα εύστοχα τουρκικά πυροβόλα σπέρνουν τον θάνατο στα ελληνικά χαρακώματα και η σημαντική θέση Καμελάρ καταλαμβάνεται.

Η ένταση και ο όγκος του εχθρικού πυρός ήταν μεγαλύτερα από κάθε άλλη φορά και οι αποκαρδιωμένοι πλέον φαντάροι δεν είχαν το κουράγιο να αντέξουν. Δεν βοηθούσε και η διασπορά του ανεπαρκούς ελληνικού πυροβολικού. Σταδιακά, η υποχώρηση της IV Μεραρχίας εξελίσσεται σε άτακτη φυγή, αλλά το χειρότερο αποφεύγεται για την ώρα χάρις στην παρουσία του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων, ενισχυμένου από τμήματα του 11ου Συντάγματος της IV Μεραρχίας. Δυστυχώς το 5/42 δεν μπορεί να ευρίσκεται παντού.

Ετσι το 49ο Σύνταγμα Πεζικού της Ι Μεραρχίας, αποτελούμενο από στρατιώτες παλαιών κλάσεων, οι οποίοι μάλιστα προ τριμήνου είχαν στασιάσει, ένα πραγματικό συνονθύλευμα, με διοικητή αξιωματικό εξ αποτάξεως λόγω ανικανότητας (Αντισυνταγματάρχης Κλάδης), υποχωρεί από το Ταλκί Κιρί Μπελ, χωρίς να προβάλει ουσιαστική αντίσταση.

Ανώτεροι αξιωματικοί από τις διοικήσεις των μεραρχιών σπεύδουν στην πρώτη γραμμή για να οργανώσουν στοιχειώδη άμυνα αλλά υπάρχουν μεραρχίες ολόκληρες, όπως η ΧΙΙ Μεραρχία, οι οποίες δεν κινούνται γιατί δεν έχουν σχετικές διαταγές. Αποκορύφωμα της σήψης, η οποία έχει καταλάβει τμήματα της ελληνικής Στρατιάς, 800 φαντάροι τραυματίες, οι οποίοι έχουν αυτοτραυματισθεί, όπως αποκαλύπτεται από πρόχειρη εξέταση των υγειονομικών.

Βορειότερα της ΧΙΙ Μεραρχίας, η V Μεραρχία δέχθηκε σφοδρότατο πυρ, αλλά αντέδρασε με ψυχραιμία και μετά από τακτικά εκτελεσμένη σύμπτυξη απέκρουσε τις εχθρικές εφόδους. Αυτές οι επιχειρήσεις όμως ήταν δευτερεύουσας σημασίας σύμφωνα με τον σχεδιασμό του Κεμάλ, για να μη μπορέσει η V Μεραρχία να υποστηρίξει τις Ι και IV Μεραρχίες, στο κενό μεταξύ των οποίων ρίχνεται το μεγαλύτερο βάρος της εχθρικής επίθεσης.

Ενώ όμως τα τμήματα του Α’ Σώματος, τα οποία μάχονται μόλις και μετά βίας, κρατούν τις θέσεις τους, ο Χατζηανέστης οραματίζεται εκτεταμένες αντεπιθέσεις και συνεπώς δεν ενδιαφέρεται για ενίσχυσή τους αλλά διατάζει τα άλλα δύο Σώματα να προετοιμασθούν για επίθεση.

Εγκληματική άγνοια, αλλά ίσως και εκούσια, αφού ο Χατζηανέστης προτιμούσε να διοικεί από την Σμύρνη σε αντίθεση με τον Κεμάλ, ο οποίος συνεχώς ευρίσκετο στο μέτωπο.

Συνεπώς το Α’ Σώμα στην περιοχή του Αφιόν θα έπρεπε τουλάχιστον για 48 ώρες να αντέξει τις μαζικές τουρκικές επιθέσεις, χωρίς καμμία ελπίδα ενισχύσεων. Ο Τρικούπης σχεδόν ικετεύει την Στρατιά και τον Διγενή για ενισχύσεις, αλλά μόνο ο δεύτερος ανταποκρίνεται μερικώς με την αποστολή του 25ου Συντάγματος της ΙΧ Μεραρχίας.

Ο μέραρχος της IV Μεραρχίας Δημαράς, διαπιστώνει ότι η κύρια προσπάθεια του εχθρού στρέφεται μεταξύ της δεξιάς πλευράς του και Ι Μεραρχίας, εκεί όπου υπάρχει κενό. Ζητάει να ενισχυθεί από το 5/42 του Πλαστήρα και ο Τρικούπης εγκρίνει αυτή την κίνηση. Ο Πλαστήρας προσπαθεί να οργανώσει την ύστατη άμυνα.

Με το καλό ή με το άγριο, σταματάει άτακτα υποχωρούντες φαντάρους και στήνει γραμμές άμυνας, αλλά το τουρκικό πυρ αποδεκατίζει τους τσολιάδες και όσους φαντάρους σταματούν για να πολεμήσουν.

Ξημερώνει η 14η Αυγούστου και στον τομέα του Α’ Σώματος οι μάχες φθάνουν στο αποκορύφωμά τους. Η VII Μεραρχία καθοδηγούμενη από τον ίδιο τον διοικητή της στην πρώτη γραμμή, προσπαθεί να καλύψει κενά αλλά δεν χρησιμοποιείται με ενιαίο τρόπο, αφού ο Υποστράτηγος Φράγκου προτιμά να διασπά τις δυνάμεις της, διαθέτοντάς τις σε σημεία όπου τα τμήματα της Ι Μεραρχίας έχουν καταρρεύσει πλήρως.

Οι Τούρκοι όμως έχουν ήδη διασπάσει πλήρως το ελληνικό μέτωπο στο δεξιό της IV Μεραρχίας και η αποστολή ολόκληρης της ΙΧ Μεραρχίας από τον Διγενή είναι πολύ αργοπορημένη. Ο Τρικούπης δεν έχει πλέον επαφή με την Στρατιά και ενώ οι Τούρκοι προελαύνουν στην κοιλάδα, αποφασίζει στις 10.00 το πρωί να εκκενώσει το Αφιόν.

Ενδεικτικό της σύγχυσης είναι ότι ενώ τα στρατηγεία του Α’ Σώματος και της IV Μεραρχίας ευρίσκοντο μέσα στην πόλη δεν επικοινωνούσαν και η μεραρχία συνέχισε να μάχεται μέχρι τις 14.00 το μεσημέρι.

Επίσης η Ομάδα μεραρχιών Φράγκου (Ι και IV Μεραρχίες) δεν ενημερώθηκε για την εκκένωση του Αφιόν και απαγκιστρώθηκε από την γραμμή πυρός μετά από πρωτοβουλία του Φράγκου. Έτσι οι δύο ομάδες του Α’ Σώματος υποχώρησαν χωρίς κανέναν συντονισμό και χωρίς επικοινωνία μεταξύ τους. Τρομερά πράγματα συνέβησαν κατά την υποχώρηση.

Το Γραφείο Σημάτων ξηλώθηκε πριν διανεμηθεί η διαταγή σε όλες τις μονάδες με τα παραπάνω αποτελέσματα και ο ασύρματος του Σώματος από λάθος φορτώθηκε σε αμαξοστοιχία, η οποία κατευθυνόταν στο Εσκή Σεχήρ. Πάντως η υποχώρηση δεν εξελίσσεται σε φυγή, αφού το 23ο Σύνταγμα της VII Μεραρχίας (Συνταγματάρχης Λούφας) και φυσικά το 5/42, καλύπτουν την υποχώρηση και μάλιστα κατ’ επανάληψη αναστρέφουν και αντεπιτίθενται σπείροντας τον όλεθρο στους έκπληκτους Τούρκους, οι οποίοι δεν μπορούν να εννοήσουν πώς ένας στρατός στα πρόθυρα της κατάρρευσης μπορεί να διαθέτει τέτοιες μονάδες.

Δυστυχώς η επικοινωνία μεταξύ Στρατιάς και Τρικούπη αποκαθίσταται αργά το βράδυ. Δυστυχώς, γιατί η διαταγή του Χατζηανέστη είναι το Α’ Σώμα να αντεπιτεθεί ή τουλάχιστον να υποχωρήσει βήμα – βήμα. Ολέθριες διαταγές, τις οποίες ο Τρικούπης θα υπακούσει γιατί, αν και στρατηγός, δεν ήταν αξιωματικός ευρείας αντίληψης. Γενναίος μεν και πειθαρχικός, αλλά μικρός. Η υπακοή του στην αλλόκοτη διαταγή θα οδηγήσει ένα ολόκληρο σώμα στην καταστροφή και στην αιχμαλωσία.

Η μόνη προφανώς ενδεδειγμένη κίνηση για τον Τρικούπη ήταν η δημιουργία γραμμής άμυνας στην περιοχή Τουμλού Μπουνάρ – Ινονού, όπου το έδαφος ευνοούσε αμυντικό αγώνα. Παρ’ όλο που οι επιτελείς του το πρότειναν, ο μοιραίος στρατηγός δεν ετόλμησε να αψηφήσει τις εξωπραγματικές διαταγές του αρχηγού του.

Κατηγορήθηκε επίσης αργότερα και για την εκκένωση του Αφιόν αλλά αυτή η απόφαση δεν ήταν λανθασμένη, αφού έστω και πρόσκαιρα αποσοβήθηκε η διάλυση του Α’ Σώματος. Κάτι που θα συνέβαινε οπωσδήποτε αφού με τις πρώτες οβίδες των Τούρκων πολλοί ήταν αυτοί, οι οποίοι πέταξαν τα όπλα τους και άρχισαν να φεύγουν. Και την ίδια ώρα ολόκληρο το Γ’ Σώμα και τμήματα του Β’ Σώματος απλώς παρακολουθούσαν.

Την ίδια ώρα ο Φράγκου, αγνοώντας τις κινήσεις της ομάδας Τρικούπη, βλέπει ότι οι Τούρκοι κατευθύνονται προς το Τουμλού Μπουνάρ και αντιλαμβάνεται ότι εάν φθάσουν εκεί πρώτοι θα βρεθεί περικυκλωμένος. Οι άνδρες του ήδη κατέχονται από πανικό, οι λιποταξίες είναι πολλές και περισσότερη αργοπορία θα έχει ως αποτέλεσμα να διοικεί συρφετό φυγάδων και όχι στοιχειωδώς αξιόμαχους στρατιώτες.

Ενώ ακόμη αμφιταλαντεύεται αγωνιώντας για την τύχη της ομάδας Τρικούπη, βλέπει ομάδες πανικόβλητων φυγάδων (υπολείμματα των IV και ΧΙΙ Μεραρχιών) να έρχονται από αντικρινά υψώματα τρέχοντας χωρίς να καταδιώκονται από τον εχθρό. Αντιθέτως ακολουθούνται από τα συντεταγμένα τμήματα του Πλαστήρα και του Λούφα, οι οποίοι τίθενται υπό τις διαταγές του, αλλά δεν γνωρίζουν για την τύχη των άλλων μονάδων.

Η IV Μεραρχία, λόγω έλλειψης επικοινωνιών, έμεινε ακάλυπτη από τα τμήματα Πλαστήρα και Λούφα και παρά τον ηρωικό αγώνα του 11ου Συντάγματος Πεζικού (Αντισυνταγματάρχης Νικολαρέας) και του 26ου Συντάγματος Πεζικού της ΙΧ Μεραρχίας (Αντισυνταγματάρχης Καλιαγκάκης) για να καλύψουν την υποχώρησή της, διαλύθηκε πλήρως.

Ο Φράγκου έκρινε ότι δεν μπορούσε να περιμένει άλλο και άρχισε να κινείται προς την σχετική ασφάλεια του Τουμλού Μπουνάρ.

Η ΙΧ Μεραρχία, κατευθυνόμενη προς Ουλουτζάκ ήλθε σε επαφή με τμήματα της ομάδας Φράγκου και ο μέραρχος Γαρδίκας αντιλήφθηκε πλήρως τον κίνδυνο για την ομάδα Τρικούπη και έσπευσε προσωπικώς στις 15 Αυγούστου να τον ενημερώσει, προτείνοντας και αυτός ταχεία υποχώρηση προς Τουμλού Μπουνάρ.

Ο Τρικούπης όμως αρνήθηκε να παραβεί τις διαταγές του Χατζηανέστη εάν και ο ίδιος εσκόπευε να ενωθεί με τον Φράγκου. Τέλος η διαταγή από την Στρατιά για σύμπτυξη στο Τουμλού Μπουνάρ ήλθε και στις 16 Αυγούστου ο Τρικούπης αποφασίζει να κινηθεί.

Αντιλαμβάνεται από τους ήχους και καπνούς των μαχών ότι και ο Φράγκου κατευθύνεται προς τα εκεί. Εναντίον του τελευταίου ο Κεμάλ στέλνει μόνο δύο μεραρχίες, κυρίως για παρενόχληση αφού ορθώς κρίνει ότι ο Τρικούπης είναι ευκολότερη λεία, καθώς έστω και τώρα δεν τολμά ή δεν σκέφτεται να ακολουθήσει επιθετική τακτική, παρόμοια με του Παπούλα στον Σαγγάριο.

Διαθέτοντας σημαντικά τμήματα του Β’ Σώματος, τα οποία δεν είχαν καταπονηθεί ιδιαιτέρως, θα μπορούσε ίσως να επιχειρήσει και μετωπική επίθεση, κάτι μη αναμενόμενο από τους Τούρκους. Δεν το έκανε αλλά προτίμησε τις στενωπούς του ορεινού όγκου Χαμούρκιοϊ – Ιλμπουλάκ, όπου αναγκαστικώς οι μεραρχίες του δεν μπορούσαν να δράσουν συντονισμένα.

Οι Έλληνες φαντάροι έπεφταν μόνοι τους στην παγίδα του Κεμάλ, αλλά όσοι δεν έριχναν τα όπλα για να τραπούν σε φυγή πολεμούσαν σαν παγιδευμένα λιοντάρια, που θέλουν να πάρουν μαζί τους στον θάνατο όσο περισσότερους από τους παγιδευτές τους μπορούν.

Παρά την απελπιστική τους θέση, ελληνικά τμήματα κατορθώνουν να φθάσουν 12 χιλιόμετρα από το Τουμλού Μπουνάρ και ο αγώνας τους γίνεται αντιληπτός από τον Πλαστήρα, ο οποίος έχει σταλεί από τον Φράγκου στα υψώματα Χασάν Ντεντέ Τεπέ. Σε συνεννόηση με τον Φράγκου οργανώνει επιχείρηση διάσπασης των εχθρικών γραμμών.

Η σωτηρία για την ομάδα Τρικούπη φαίνεται τώρα κοντά, αλλά δυστυχώς το αξιόμαχο της ομάδας Φράγκου είχε μειωθεί πολύ. Οι περισσότεροι από τους άνδρες του δεν είχαν πλέον όρεξη για μάχη και έφευγαν τρέχοντας προς τα δυτικά. Έτσι κάποιες αρχικές καθυστερήσεις στην υλοποίηση της ιδέας του Πλαστήρα, ανυπακοή του Ιππικού (υπό τον καθεστωτικό Ρούσση) και μαζική άτακτη φυγή ορισμένων μονάδων, δεν επέτρεψαν την επιχείρηση σωτηρίας των μεραρχιών του Τρικούπη, του οποίου οι άνδρες, ευρισκόμενοι σε πολύ χειρότερη μοίρα, ίσως και από το αίσθημα της αυτοσυντήρησης, μάχονται οι περισσότεροι πολύ καλύτερα.

Ίσως εάν στην θέση του Τρικούπη ευρίσκετο κάποιος σαν τον Φράγκου, να είχε αποφευχθεί η καταστροφή του Αλή Βεράν.

Ο Μαύρος Καβαλάρης, παρά τις απώλειες της μονάδας του, μένει στην θέση του μέχρι τις 18 Αυγούστου, ελπίζοντας ότι τα τμήματα του Τρικούπη θα κατορθώσουν να διασπάσουν τον εχθρικό κλοιό και να κατευθυνθούν προς Τουμλού Μπουνάρ. Μάλιστα δεν αρκέσθηκε στο να περιμένει τυχόν διέλευση του Τρικούπη από την δίοδο, την οποία φύλαγε.

Επέτυχε να έλθει σε επαφή με τον μοιραίο στρατηγό, στέλνοντας τον Ανθυπολοχαγό Καραμάνη με τέσσερεις τσολιάδες για να οδηγήσουν, με την κάλυψη της νύχτας, την ομάδα του προς Τουμλού Μπουνάρ.

Ήταν η τελευταία ευκαιρία του Τρικούπη να φανεί μεγάλος. Γενναίος σίγουρα ήταν. Χάθηκε και αυτή. Ως προορισμός της ομάδας προτιμήθηκε το Μπανάζ, παραβλέποντας τους κινδύνους πλήρους εξόντωσης των μεραρχιών του από τις ορδές του Κεμάλ. Βεβαίως, μεραρχίες ήταν μόνο κατ’ όνομα, αφού το σύνολο των μαχίμων ανδρών ήταν λιγότεροι από 7.000 με 116 πυροβόλα.

Μαζί τους και περίπου 15.000 φυγάδες και λιποτάκτες χωρίς εξαρτύσεις και οπλισμό, θλιβερά κακέκτυπα άλλοτε νικητών και πλήθος χριστιανών αμάχων. Τα πυρομαχικά ήταν ελάχιστα και κανείς ασύρματος δεν λειτουργούσε. Το συνονθύλευμα αυτό οδηγήθηκε σε μάχη σε χώρο πλήρως επιλεγμένο από τον εχθρό. Στην κοιλάδα του Αλή Βεράν.

Στο Αλή Βεράν, μετά το μεσημέρι της 17ης Αυγούστου, γράφτηκε μία πραγματική τραγωδία. Τα δείγματα ατομικής αυτοθυσίας και ηρωϊσμού χρειάζονται τόμους για να γραφούν. Οι Έλληνες, με το πάθος του απελπισμένου, ενώ βάλλονται καταιγιστικώς από τους γύρω λόφους, δεν περιμένουν να πεθάνουν αμυνόμενοι. Δεν δέχονται στην τελευταία μάχη της ζωής τους να αφήσουν την πρωτοβουλία στα «μεμέτια».

Η κραυγή «Αέρα» καλύπτει τα «Αλλάχ – Αλλάχ» των Οθωμανών και δονεί την ατμόσφαιρα, αυτή την συννεφιασμένη ημέρα και οι ήρωες επιτίθενται εναντίον των επερχομένων ανθρωπίνων κυμάτων του εχθρού. Η ορμή τους είναι υπεράνθρωπη, αφού οι Τούρκοι, με την ψυχολογία του θριαμβευτή, αναγκάζονται να υποχωρούν απέναντι στους προδομένους ημίθεους.

Οι Έλληνες δεν μάχονται συμβατικά. Τρικούπης και Διγενής πολεμούν στην πρώτη γραμμή δίπλα στους φαντάρους σαν να επιζητούν τον θάνατο ως ύστατη πράξη εξιλέωσης. Πολεμούν ακόμη και γραφιάδες και βοηθητικοί. Ακόμη και οι ιερείς των μονάδων. Το μόνο που τους έχει απομείνει είναι η τιμή τους και αυτή δεν θέλουν να την χάσουν.

Μέσα σε αυτή την κόλαση αναδεικνύονται θεϊκές οι μορφές αξιωματικών όπως των Αβράμπου, Παπαγιαννίδη, Κωτούλα, Βλάχου, Τσάκαλου (που ήταν στην Μικρασία από την αρχή της εκστρατείας). Καθώς πέφτει η νύχτα, η ΧΙΙΙ Μεραρχία ανατολικά και το 14ο Σύνταγμα Πεζικού δυτικά, δεν οπισθοχωρούν βήμα και αποτρέπουν την αιχμαλωσία ολόκληρης της ομάδας.

Στην κόλαση του Αλή Βεράν, 16 ελλιπή τάγματα απέκρουσαν 60 εχθρικά με 16 ίλες ιππικού και 23 πυροβολαρχίες. Τελικώς πριν τις 22.00 το βράδυ, τα απομεινάρια των δύο Σωμάτων κατορθώνουν να διαφύγουν προς Δυσμάς ενώ οι τραυματίες στον χώρο της μάχης εκλιπαρούν τους συναδέλφους τους να τους απαλλάξουν από το όνειδος της τουρκικής αιχμαλωσίας, χαρίζοντάς τους τον θάνατο. Αλλά και αυτοί οι οποίοι διαφεύγουν δεν γλυτώνουν εκτός από την ΙΧ Μεραρχία του Γαρδίκα.

Ο Τρικούπης και όσοι είναι μαζί του θα παραδοθούν κοντά στο Ουσάκ, εκτός από έναν. Τον Σπαρτιάτη Αντισυνταγματάρχη Σακέτα, ο οποίος βρίζοντας τον Τρικούπη, μόνος όρμησε έφιππος προς τις γραμμές των Τούρκων και πέρασε στην αθανασία καθώς το κορμί του έπεφτε διάτρητο από τις σφαίρες.

Ο Τρικούπης και ο Διγενής θα είναι οι πρώτοι Έλληνες αξιωματικοί στην ιστορία του Ελληνικού Στρατού, οι οποίοι θα παραδοθούν στον εχθρό και δέχονται με σκυμμένο κεφάλι την οργή αξιωματικών όπως ο Βλάχος, οι οποίοι σκίζουν τις επωμίδες τους κλαίγοντας από ντροπή, όπως κλαίνε και οι προδομένοι άνδρες. Υπάρχουν και οι Μικρασιάτες φαντάροι, οι οποίοι προτιμούν να αυτοκτονήσουν παρά να παραδοθούν.

Η 20η Αυγούστου 1922, είναι ακόμη μία μαύρη ημέρα στην Ελληνική Ιστορία. Την ίδια τύχη θα έχει και μία άλλη ομάδα από την δύναμη του Φράγκου, υπό τους τέως μεράρχους Καλλιδόπουλο και Δημαρά. Οι μέτριοι αυτοί αξιωματικοί δεν κατόρθωσαν να οδηγήσουν τους άνδρες τους στην σωτηρία και μετά από περιπλάνηση τριών ημερών παραδόθηκε και αυτή η ομάδα στους Τούρκους.

Ενώ γραφόταν η τραγωδία της ομάδας Τρικούπη, η ομάδα Φράγκου, σε πλήρη σύγχυση και αποδιοργάνωση, άφησε την περιοχή του Τουμλού Μπουνάρ, αδυνατώντας να προβάλει εκεί αντίσταση χωρίς ενισχύσεις και συνέχισε να κατευθύνεται προς Δυσμάς.

Η ΙΙ Μεραρχία, κινούμενη παραλλήλως με τον Φράγκου, υποχώρησε πιο συντεταγμένα με πρωτοβουλία του άξιου Ταγματάρχη Μάντακα. Η Ανεξάρτητη Μεραρχία θα λάβει τελικώς διαταγή κίνησης από την Στρατιά με τετραήμερη καθυστέρηση όπως και το Γ’ Σώμα, το οποίο παρέμεινε απλός θεατής του δράματος.

Δύναμη 30.000 περίπου ανδρών υπό τον μέραρχο της V Μεραρχίας Ρόκκα, τις ίδιες ημέρες θα προσπαθεί απεγνωσμένα να ενωθεί με την ομάδα Τρικούπη, αλλά μέσα στην δύσβατη ορεινή περιοχή δεν θα το καταφέρει, για δικό της καλό, όπως αποδείχθηκε. Ο Ρόκκας θα καταφέρει να οδηγήσει τους άνδρες του στο Ουσάκ, όπου έφθασαν στις 18 Αυγούστου. Ο Φράγκου θα προσπαθήσει να δημιουργήσει γραμμή αντίστασης στο Μπανάζ, αλλά οι τουρκικές επιθέσεις πρωτοφανούς σφοδρότητας θα ανατρέψουν σε πολλά σημεία την ελληνική άμυνα.

Το τμήμα του 5/42μ Συντάγματος Ευζώνων, το οποίο είχε προσπαθήσει να βοηθήσει την ομάδα Τρικούπη, εντελώς αποκομμένο, κατάφερε μετά από νυκτερινή πορεία, με δύο ώρες μόνο ανάπαυση, κατά την οποία φύλαγε σκοπιά ο ίδιος ο Πλαστήρας, να φθάσει στο Ουσάκ ταυτοχρόνως με την V Μεραρχία.

Ούτε το Ουσάκ όμως μπορεί να κρατηθεί από τους Έλληνες. Ο διοικητής του 4ου Συντάγματος Πεζικού Χατζηγιάννης, στην θέα των Τούρκων από μακριά το βάζει στα πόδια και παρασύρει ολόκληρο το σύνταγμά του. Τον σταματάει ο μέραρχος της VII Μεραρχίας Κουρουσόπουλος, ο οποίος αναθέτει και αυτού του συντάγματος την διοίκηση στον πρώτο αξιωματικό που βρίσκει εμπρός του, «συμπτωματικώς» τον Πλαστήρα, ο οποίος σέρνει μαζί του και Τούρκους αιχμαλώτους.

Οι άνδρες του 4ου Συντάγματος μπολιάζονται με τον θεϊκό οίστρο των τσολιάδων και ξαναστρέφονται προς αντιμετώπιση του Τούρκου. Μεταμορφώνεται και ο Χατζηγιάννης, ο οποίος πολεμά στην πρώτη γραμμή και αρνείται να αφήσει την θέση του χωρίς έγγραφη διαταγή από τον Πλαστήρα.

Είναι όμως αργά γιατί η αρχική υποχώρηση του 4ου Συντάγματος έχει δημιουργήσει ρήγμα στην ελληνική άμυνα. Το 34ο Σύνταγμα Πεζικού του Πιτσίκα με τρομερές απώλειες και η ΙΙ Μεραρχία με λιγότερη πίεση, συμπτύσσονται. Ο Φράγκου δεν γνωρίζει την τύχη του Τρικούπη και προσπαθεί να φθάσει στο Σαραντίκ. Φθάνει εκεί στις 20 Αυγούστου, την ίδια ώρα που ο Τρικούπης παραδινόταν. Ο Φράγκου θα αποφύγει την ίδια τύχη χάρις στον ηρωϊσμό του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων και στην ηρωϊκή δράση μεμονομένων τμημάτων της VII Μεραρχίας και του 22ου Συντάγματος Πεζικού, το οποίο μέχρι τότε ανετρέπετο συνεχώς.

Από το σημείο αυτό δεν υπάρχει πλέον Στρατιά Μικράς Ασίας. Ελάχιστες είναι οι μονάδες, οι οποίες θυμίζουν ακόμη στρατό. Το 5/42 και ό,τι άλλο μένει από την ΧΙΙΙ Μεραρχία, το Απόσπασμα Λούφα, η πυροβολαρχία Μαντά και η Μεραρχία Ιππικού. Μία ακόμη μάχη στο Σαλιχλή δυτικώς της Φιλαδελφείας θα χαθεί μέσα σε σύγχυση και ανάμεικτες ενέργειες ηρωϊσμού και ντροπής.

Οι μέχρι πριν ένα χρόνο νικητές είναι ένα αλλόφρον πλήθος εξαθλιωμένων ανθρώπων, οι οποίοι αφήνουν το μίσος τους για όλους να ξεσπάσει στους Τούρκους χωριάτες. Αυτούς τους πονηρούς Ασιάτες, οι οποίοι μέχρι πριν ένα χρόνο έσκυβαν δουλικότατα εμπρός στους νικητές αλλά τώρα, φίδια πραγματικά, χτυπούσαν όπως μπορούσαν τους ρακένδυτους, πεινασμένους και άοπλους στρατιώτες, οι οποίοι ανταπέδιδαν με το παραπάνω. Οι Έλληνες της Μικρασίας δεν επίστευαν στα μάτια τους, αφού μέχρι τότε δεν τους έλεγαν την αλήθεια. Αντιμετώπιζαν με οίκτο τους συμπατριώτες τους από την άλλη πλευρά του Αιγαίου και σε πολλές περιπτώσεις τους πήραν τα όπλα για να προβάλλουν αυτοί μία στοιχειώδη αντίσταση στα κτήνη που έφθαναν.

Τμήματα του Γ’ Σώματος Στρατού θα καταφέρουν να επιβιβασθούν κακήν κακώς σε πλοία από τους λιμένες Πανόρμου και Αρτάκης. Άλλες μονάδες όπως η ΧΙ Μεραρχία θα έχουν χειρότερη τύχη. Πιεζόμενη και από γαλλικές δυνάμεις θα πολεμήσει απελπισμένα νοτίως των Μουδανιών και τελικώς θα παραδοθεί σε υποδεέστερες σε αριθμό τουρκικές δυνάμεις. Οι Τούρκοι σφάζουν πολλούς αιχμαλώτους.

Πιο τυχερή ήταν η Ανεξάρτητη Μεραρχία, που στις 31 Αυγούστου θα περάσει στην Μυτιλήνη σώζοντας 6.000 πρόσφυγες από τους Τσέτες. Την ίδια ημέρα φεύγουν και τα υπολείμματα των άλλων μεραρχιών.

Τελευταίοι μένουν το 1ο Σύνταγμα Πεζικού (Αντισυνταγματάρχης Μαρούλης) και φυσικά το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων, το οποίο πριν αποχωρήσει στις 2 Σεπτεμβρίου στην θέση Σταυρός κοντά στον Τσεσμέ, επιτέθηκε και σκότωσε 147 Τούρκους ιππείς χάνοντας την ευκαιρία για μεγαλύτερη νίκη, αφού κάποιος λοχίας εύζωνας βιάστηκε να πυροβολήσει. Ο ίδιος ο Πλαστήρας είπε αργότερα «Αχ μωρέ. Αν δεν βιαζόταν εκείνος ο λοχίας θα τους είχα πιάσει όλους ζωντανούς».

Οι δυνάμεις του Ελληνικού Στρατού που είχαν μεταφερθεί στην Θράκη, παρέμειναν πλήρως αμέτοχες ενώ εξελισσόταν η καταστροφή. Το γεγονός και μόνο ότι αξιόμαχα στρατιωτικά τμήματα έλειπαν από εκεί που θα έπρεπε να ευρίσκονται, διευκόλυνε την εκδήλωση της εχθρικής αντεπίθεσης. Ακόμη οι δυνάμεις αυτές θα μπορούσαν να διατεθούν ως στρατηγική εφεδρεία όταν άρχισε να διαγράφεται η αρνητική έκβαση του πολέμου, αλλά ούτε και αυτό έγινε.

Η γνωστοποίηση, πριν ακόμη να υλοποιηθεί, της πρόθεσης για σύμπτυξη και υποχώρηση μέχρι το επίπεδο των απλών στρατιωτών, δημιούργησε στο σύνολο των ανδρών την πεποίθηση ότι είναι άσκοπο να αγωνισθούν για την διατήρηση των εδαφών, που με τόσες θυσίες είχαν κερδηθεί. Αυτή η πεποίθηση και η απώλεια της διάθεσης για μάχη ήταν βεβαίως και αποτέλεσμα της συνεχούς και πολύχρονης στρατιωτικής θητείας.

Ο Χατζηανέστης, διαλύοντας τα Συγκροτήματα Στρατιάς, υπήγαγε υπό τις άμεσες διαταγές του τις μονάδες του μετώπου. Δεν προέβη όμως, όπως θα έπρεπε, στην έκδοση οδηγιών σε επίπεδο στρατιών περί του πρακτέου σε περίπτωση εχθρικής αντεπίθεσης. Ουσιαστικά δηλαδή, δεν υπήρχε επιτελικό σχέδιο αντιμετώπισης τέτοιας ενέργειας και ούτε το σύστημα αξιολόγησης των πληροφοριών από τις εχθρικές κινήσεις λειτούργησε στο ελάχιστο, ώστε να είναι γνωστές οι εχθρικές προθέσεις στην ελληνική ηγεσία.

Έτσι, ενώ από τις 8 Αυγούστου κατέφθαναν στο στρατηγείο της Στρατιάς πληροφορίες περί εχθρικών συγκεντρώσεων και προπαρασκευών για εκδήλωση μαζικής αντεπίθεσης με λεπτομέρειες ακόμη και για το αναμενόμενο σημείο της αντεπίθεσης, ο Χατζηανέστης παρέμεινε μακάριος. Μάλιστα προγραμμάτιζε ταξίδι στην Αθήνα, παρ’ όλο που στις 11 Αυγούστου υπόγραψε και εκοινοποίησε την υπ’ αριθμό 2190/5468 διαταγή, με την οποία γνωστοποιούσε στις μονάδες του μετώπου τις κινήσεις του εχθρού.

Στην τελευταία παράγραφο αυτής της διαταγής ανέφερε: «εν περιπτώσει εκδηλώσεως εχθρικής επιθέσεως έν τινι τομεί τα εις άπαντας τους λοιπούς τομείς Στρατεύματα δεν θα αδρανήσωσιν, αλλά θα αναλάβωσι σφοδράν επίθεσιν σύμφωνον πάντοτε προς τας προτέρας οδηγίας της Στρατιάς και τας γενομένας επί του θέματος τούτου μελέτας και αναγνωρίσεις».

Δηλαδή ο Έλληνας αρχιστράτηγος παρέπεμπε σε οδηγίες, οι οποίες δεν υπήρχαν ενώ καμία μνεία δεν έκανε στις προγενέστερες διαταγές.

Και τελικά, όταν εκδηλώθηκε η εχθρική αντεπίθεση παρέμεινε στην Σμύρνη και μη διαθέτοντας καθαρή εικόνα των διαδραματιζομένων συνέχιζε να εκδίδει αλλοπρόσαλλες και ανεφάρμοστες διαταγές με τα γνωστά αποτελέσματα. Βεβαίως, για την σταδιακή αποσύνθεση των ελληνικών μονάδων ευθύνη φέρουν όλοι οι διοικητές, αλλά η ευθύνη των αποτελούντων το ελληνικό στρατηγείο είναι μεγαλύτερη, αφού με αυτά που έκαναν ή δεν έκαναν, δημιούργησαν αυτή την κατάσταση.

Η πλήρης άγνοια από πλευράς ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας της τραγικής εξέλιξης στο μέτωπο, είχε ένα ακόμη τραγικό αποτέλεσμα.

Στους Έλληνες της Σμύρνης δόθηκαν διαβεβαιώσεις ότι η πόλη μπορεί να κρατηθεί επί μήνες. Η πόλη όμως μόλις τρεις ημέρες μετά την διαβεβαίωση αυτή του Χατζηανέστη, έπεσε στα χέρια των ορδών του Κεμάλ και χιλιάδες Μικρασιατών, που θα μπορούσαν να έχουν διαφύγει, βρήκαν μαρτυρικό θάνατο. Εδώ αξίζει να αναφέρουμε ότι καταστροφική αποδείχθηκε η εγκατάλειψη της δημιουργίας οχυρωματικών έργων στην περιοχή Σμύρνης.

Η κατασκευή αυτών των οχυρωματικών έργων είχε ξεκινήσει το 1919 με εντολή του Βενιζέλου και το σχέδιο πρόεβλεπε οχυρώσεις σε μήκος μετώπου 130 χιλιομέτρων με έκταση 550 – 600 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Το έργο αυτό θα ήταν πολύτιμο, αφού θα έδινε στον Ελληνικό Στρατό την δυνατότητα να αμυνθεί μέσα σε αυτή την περίμετρο, όπου θα υπήρχαν τα απαραίτητα μέσα (αποθήκες, καταφύγια, πολυβολεία, παρατηρητήρια, νοσοκομεία). Οι εργασίες όμως σταμάτησαν τον Νοέμβριο του 1920.

Οι ευθύνες μοιράζονται ανάμεσα στον Παπούλα και στους επιτελείς του, που εισηγήθηκαν την εγκατάλειψη του έργου αφενός και αφετέρου στην κυβέρνηση που έλαβε την σχετική απόφαση κυρίως για οικονομικούς λόγους. Φυσικά κανείς δεν σκέφθηκε να ζητηθεί η συνδρομή των εύπορων Ελλήνων της Σμύρνης.

Πηγαίνοντας λίγο πιο πίσω μπορούμε να πούμε ότι η συνέχιση της προέλασης των ελληνικών δυνάμεων, ακόμα και όταν η διεθνής πολιτική κατάσταση διαγραφόταν αρνητική, είναι η ρίζα της καταστροφής. Εάν είχε υπάρξει αρκετά ενωρίτερα σταθεροποίηση του μετώπου και είχαν αποφευχθεί τα υπερφύαλα σχέδια περί κατάληψης της Άγκυρας, η κατάσταση θα ήταν διαφορετική. Οι ελληνικές δυνάμεις δεν θα είχαν εξαντληθεί, ισχυρές αμυντικές γραμμές θα μπορούσαν να έχουν δημιουργηθεί, το πνεύμα της ηττοπάθειας και η αίσθηση περί άσκοπου αγώνα δεν θα είχαν εμφανισθεί.

Σε μία τέτοια περίπτωση οι τουρκικές δυνάμεις, μη έχοντας φθάσει ακόμα στην κατάσταση που επιθυμούσε ο Κεμάλ, δεν θα ήταν σε θέση να εκδηλώσουν τέτοια σφοδρή αντεπίθεση και τελικά ίσως τα πράγματα να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά, μέσα από διπλωματικούς αγώνες.

Τέλος μπορούμε να πούμε ότι ακόμα και εάν οι ελληνικές δυνάμεις είχαν επιτύχει μέχρι και κατάληψη της Άγκυρας (όπως είδαμε αυτός ο στόχος δεν απείχε τελικά πολύ για να επιτευχθεί), τίποτα δεν εγγυάται ότι ο πόλεμος θα τελείωνε με ελληνική νίκη. Ανατολικότερα της Άγκυρας ο Κεμάλ θα συνέχιζε να έχει την δυνατότητα να αναδιοργανώσει τον στρατό του και τα προβλήματα του Ελληνικού Στρατού (παρατεταμένη θητεία σε πολεμικό μέτωπο, αδύνατες γραμμές εφοδιασμού, απουσία αποδεδειγμένα ικανών αξιωματικών, δράση ατάκτων τουρκικών τμημάτων στα μετώπισθεν) όχι μόνο θα παρέμεναν αλλά και θα ενετείνοντο.

Βεβαίως για τα παραπάνω μεγαλύτερη ευθύνη φέρει η πολιτική ηγεσία και ο θρόνος, αλλά αυτά έχουν αποτελέσει αντικείμενο άλλων συζητήσεων και αναλύσεων και τα περί της πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα εκείνη την εποχή ξεφεύγουν από τον σκοπό αυτής της εξιστόρισης.

ΠΗΓΗpronews.gr