Έξωση χωρίς δικαστική απόφαση! Παραβίαση δικαιώματος στην κατοικία. Αναποτελεσματικά ένδικα βοηθήματα για αποζημίωση

116
ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

ΑΠΟΦΑΣΗ

Jansons κατά Λετονίας της 08.09.2022 (αρ. προσφ. 1434/14)

βλ. εδώ 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Έξωση μισθωτή χωρίς δικαστική απόφαση. Δικαίωμα σεβασμού της κατοικίας. Αποτελεσματικό ένδικο μέσο.

Ο προσφεύγων είχε σύμβαση μίσθωσης κατοικίας. Μετά από πλειστηριασμό του μίσθιου ακινήτου που αποτελούσε την κύρια κατοικία του, ο νέος ιδιοκτήτης τον απέβαλε χωρίς δικαστική απόφαση. Ο δικαστικός επιμελητής που διενέργησε την έξωση δεν τήρησε τα προβλεπόμενα από το νόμο. Τα εγχώρια δικαστήρια απέρριψαν την αγωγή του για αποζημίωση.

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι παρόλο που υπήρχαν διαδικαστικές διασφαλίσεις στο εσωτερικό δίκαιο – δηλαδή ότι οι εξώσεις μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μόνο σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης και ότι η αστυνομία έπρεπε να είναι παρούσα κατά την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης  – δεν εφαρμόστηκαν με τον κατάλληλο τρόπο  και οι εγχώριες αρχές απέτυχαν να αποτρέψουν μια αυθαίρετη παρέμβαση στο δικαίωμα του προσφεύγοντος. Ως εκ τούτου διαπίστωσε παραβίαση του δικαιώματος στην κατοικία (άρθρο 8 της ΕΣΔΑ).

Επιπλέον το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι στην μήνυση που κατέθεσε ο προσφεύγων για την παράνομη έξωση δεν έγινε αποτελεσματική έρευνα. Τέλος το δικαστήριο διαπίστωσε δεν έλαβε καμία  αποζημίωση από τα αστικά δικαστήρια και έκρινε ότι ο προσφεύγων δεν είχε αποτελεσματική ένδικη προστασία για την δική του καταγγελία για παρέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της κατοικίας του, κατά παράβαση του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 8.

Το Στρασβούργο επιδίκασε 8.000 ευρώ για ηθική  βλάβη και 5.316 ευρώ για έξοδα.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 8,

Άρθρο 13

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ο προσφεύγων  Mārtiņš Jansons, είναι Λετονός υπήκοος που γεννήθηκε το 1979 και ζει στη Ρίγα.

Τον Αύγουστο του 2009 ο προσφεύγων  υπέγραψε συμφωνητικό  μίσθωσης ενός διαμερίσματος  σε συγκρότημα  κατοικιών στη Ρίγα, το οποίο ανανεώθηκε πολλές φορές. Η τελευταία ανανέωση είχε  διάρκεια ισχύος έως 1 Ιουλίου 2011. Ωστόσο, τον Φεβρουάριο του 2011 το κτίριο κατοικιών πλειστηριάστηκε σε δημόσιο πλειστηριασμό. Η νέα ιδιοκτήτρια ήταν μια εταιρεία, η οποία έστειλε επιστολή στον προσφεύγοντα ζητώντας να εκκενώσει το διαμέρισμα έως τις 25 Ιουνίου 2012, και δεν δεχόταν πλέον την καταβολή των μισθωμάτων. Επειδή ο προσφεύγων δεν αποχώρησε από το διαμέρισμα, η εταιρεία διέκοψε την παροχή ρεύματος και νερού.

Στις 8 Νοεμβρίου 2012 η εταιρεία τοποθέτησε φύλακες στην είσοδο του διαμερίσματος. Ο προσφεύγων κάλεσε την αστυνομία στο διαμέρισμα, αλλά οι αστυνομικοί αρνήθηκαν να παρέμβουν, θεωρώντας ότι είναι ιδιωτική διαφορά.

Ο προσφεύγων έκανε αλλεπάλληλες εκκλήσεις στην αστυνομία να επέμβει, μάταια, και τελικά αποχώρησε από το μίσθιο διαμέρισμα τις πρώτες πρωινές ώρες του επόμενου πρωινού και υπέβαλε μήνυση στο αστυνομικό τμήμα. Όσο απουσίαζε,  η εταιρεία είχε αλλάξει την κλειδαριά στο μίσθιο. Το διαμέρισμα παρέμεινε φρουρούμενο τις επόμενες εβδομάδες και του απαγορεύτηκε η πρόσβαση.

Στις 12 Δεκεμβρίου 2012, ένας δικαστικός επιμελητής πήγε στο διαμέρισμα. Ο δικαστικός επιμελητής παραβίασε  την είσοδο, άλλαξε τις κλειδαριές και αφαίρεσε τα πράγματα του προσφεύγοντος που ευρίσκοντο στο διαμέρισμα. Ο προσφεύγων, ο οποίος είχε φτάσει στο διαμέρισμα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, είπε στον δικαστικό επιμελητή ότι ήταν μισθωτής και μπορούσε να το αποδείξει. Ο δικαστικός επιμελητής απάντησε ότι αυτό δεν ήταν απαραίτητο και ότι έπρεπε να εκτελέσει τα καθήκοντά του.

Ο προσφεύγων κάλεσε την αστυνομία, αλλά αυτή αρνήθηκε και πάλι να παρέμβει.

Όλες οι νομικές προσπάθειες του προσφεύγοντα να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του σε σχέση με το διαμέρισμα ήταν ανεπιτυχείς. Η αγωγή αποζημίωσης  του προσφεύγοντος κατά του νέου ιδιοκτήτη απορρίφθηκε τον Ιανουάριο του 2014. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν είχε πλέον το δικαίωμα να διαμένει στο διαμέρισμα καθώς η μίσθωση του είχε λήξει και δεν είχε παραταθεί με νέα συμφωνία. Θεώρησε ότι το ζήτημα της παράνομης έξωσης ήταν ποινικό αδίκημα και έπρεπε να ασκήσει σχετική μήνυση.  Η διαδικασία που ασκήθηκε κατά του δικαστικού επιμελητή περατώθηκε επειδή ο προσφεύγων  δεν είχε  υποβάλει μήνυση κατά των πράξεών του. Η ποινική δίωξη, που κινήθηκε για την παράνομη έξωση, αρχειοθετήθηκε  επίσης τον Αύγουστο 2016 επειδή δεν υπήρχε σε ισχύ και  έγκυρη σύμβαση μίσθωσης (χαρακτηρίστηκε ως  «άτομο που χρησιμοποιούσε το κτίριο»).

Επικαλούμενος  το άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της κατοικίας), ο προσφεύγων παραπονέθηκε ότι είχε εκδιωχθεί παράνομα από το σπίτι του. Ισχυρίστηκε παραβίαση των δικαιωμάτων του τόσο από την  αστυνομία, η οποία είχε αρνηθεί να επέμβει όταν η ιδιωτική ασφάλεια είχε αποκλείσει την πρόσβαση στο δικό του διαμέρισμα, τόσο και από τον  δικαστικό επιμελητή, οι ενέργειες του οποίου είχαν πραγματοποιηθεί χωρίς δικαστική απόφαση. Ο προσφεύγων κατήγγειλε επίσης βάσει του άρθρου 13 (δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας) την απουσία αποτελεσματικού εγχώριου ένδικου βοηθήματος για την προστασία των δικαιωμάτων του.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Άρθρο 8

Το Δικαστήριο, κατά πρώτον,  διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων  είχε επαρκείς δεσμούς με το διαμέρισμα στη Ρίγα για να θεωρείται ως το «σπίτι» του. Δεν αμφισβητήθηκε ότι διέμενε εκεί για περισσότερα από τρία χρόνια και ότι, όταν είχε αναγκαστεί να φύγει, εκκρεμούσε  ενώπιον των εγχώριων δικαστηρίων η  νομική αξίωση σχετικά με το δικαίωμά του στην μίσθωση κατοικίας. Ως εκ τούτου, το άρθρο 8 ίσχυε για την καταγγελία για την έξωσή του.

Οι αρχές, ωστόσο, δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι θα διασφαλιστεί το δικαίωμα σεβασμού για την κατοικία του, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του.

Συγκεκριμένα, η αστυνομία, που κλήθηκε στο σημείο, έπρεπε να γνωρίζει εξαρχής ότι ο προσφεύγων  κατά πάσα πιθανότητα κατοικούσε στο διαμέρισμα. Ωστόσο, δεν είχαν λάβει καμία εντολή από τον νέο ιδιοκτήτη – ο οποίος είχε ενεργήσει μόνος του χωρίς καμία νομιμοποίηση – να εμποδίσει την πρόσβαση του προσφεύγοντος  στο διαμέρισμα, ούτε δόθηκε καμία προειδοποίηση ότι έστω και ένα άτομο που καταλαμβάνει παράνομα χώρους, θα μπορούσε να εξωθεί  χωρίς έγκυρη δικαστική απόφαση. Πράγματι, θα έπρεπε να  ήταν σαφές στην αστυνομία ότι δεν μπορούσε να επικαλεστεί μια δικαστική διαμάχη για να εξαναγκάσει ένα άτομο να φύγει από το δικό του σπίτι.

Η αστυνομία δεν είχε επίσης λάβει κανένα μέτρο σε μεταγενέστερο στάδιο της αντιδικίας, παρόλο που ο προσφεύγων  είχε παραμείνει κλειδωμένος έξω από το σπίτι του και είχε ασκηθεί ποινική δίωξη.

Ούτε η ποινική έρευνα προσέφερε προστασία: οι διατάξεις για αρχειοθέτηση της υπόθεσης δεν περιελάμβαναν  ακριβή αναφορά  για το εάν ο προσφεύγων  κατοικούσε στο διαμέρισμα, αν θεωρούνταν κατοικία του ούτε αξιολογήθηκε η νομιμότητα των ενεργειών του νέου ιδιοκτήτη.

Όσον αφορά το δικαστικό επιμελητή, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι δεν ήταν δυνατό να μην γνώριζε ότι ο προσφεύγων, ο οποίος του συστήθηκε κατά την διαδικασία της έξωσης, διέμενε στο διαμέρισμα και είχε εγείρει δικαστική αγωγή για τα δικαιώματα του. Παρά ταύτα δεν ανέστειλε τη διαδικασία της έξωσης.

Επιπλέον, αφαιρώντας τα υπάρχοντα του προσφεύγοντος, ο δικαστικός επιμελητής είχε εμπλακεί άμεσα σε αυτό, και είχε ενεργήσει προς το συμφέρον του νέου ιδιοκτήτη χωρίς τα επιχειρήματα να αξιολογηθούν  από  το δικαστήριο.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μεταβίβαση της κυριότητας  που οδήγησε στην έξωση του προσφεύγοντος δε είχε νόμιμη βάση. Επιπλέον, παρόλο που υπήρχαν διαδικαστικές διασφαλίσεις στο εσωτερικό δίκαιο – δηλαδή ότι οι εξώσεις μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μόνο βάσει δικαστικής απόφασης και ότι η αστυνομία έπρεπε να είναι παρούσα κατά την εκτέλεση των αποφάσεων  – δεν εφαρμόστηκαν με τον κατάλληλο τρόπο  και απέτυχαν να αποτρέψουν μια αυθαίρετη παρέμβαση στα δικαιώματα του προσφεύγοντα.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε  παραβίαση του άρθρου 8.

Άρθρο 13 σε συνδυασμό με άρθρο 8

Το Δικαστήριο έκρινε ότι κανένα ένδικο βοήθημα για αστική αξίωση  δεν ήταν διαθέσιμο στον προσφεύγοντα. Οι διαδικασίες που είχε κινήσει αφορούσαν μόνο το δικαίωμά του να διαμένει στο διαμέρισμα και όχι την παράνομη έξωση, θεωρώντας ότι αυτό ανήκε στα ποινικά δικαστήρια. Είχε μόνο το δικαίωμα υποβολής μήνυσης, αλλά η έρευνα που προέκυψε ήταν περιορισμένης έκτασης και δεν είχε παράσχει αποτελεσματική προστασία σε μια κατάσταση όπου το δικαίωμα  μίσθωσης είχε αμφισβητηθεί.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο προσφεύγων δεν είχε αποτελεσματική ένδικη προστασία για την δική του καταγγελία για παρέμβαση στο δικαίωμά του σεβασμού της κατοικίας του, κατά παράβαση του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το άρθρο 8.

Άρθρο 41 (δίκαιη ικανοποίηση)

Το Δικαστήριο έκρινε, κατά πλειοψηφία με έξι ψήφους έναντι μίας, ότι η Λετονία έπρεπε να καταβάλει στον προσφεύγοντα 8.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 5.316,47 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.

Ξεχωριστή γνώμη

Ο δικαστής O’Leary εξέφρασε μια αντίθετη γνώμη, η οποία επισυνάπτεται στην απόφαση (επιμέλεια echrcaselaw.com).

ΠΗΓΗechrcaselaw.com