Ανακοπή κατά πράξεων ταμειακής βεβαίωσης ΚΕΑΟ (ΜονΔΠρΠατρών 888/2022)

64

Βάσιμη η ανακοπή – Οι πράξεις βεβαίωσης εκδόθηκαν ενόσω διαρκούσε η προθεσμία άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής κατά της καταλογιστικής πράξης

Δεκτή ως βάσιμη έγινε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο ανακοπή κατά πράξεων ταμειακής βεβαίωσης  Διευθυντή περιφερειακού ΚΕΑΟ (ΜονΔΠρΠατρών 888/2022).

Κατά την κρίση του δικαστηρίου, οι προσβαλλόμενες πράξεις ταμειακής βεβαίωσης του Διευθυντή του αρμόδιου Περιφερειακού Κ.Ε.Α.Ο. παρίστανται μη νόμιμες, ως ερειδόμενες επί μη οριστικοποιηθέντος νομίμου τίτλου, και, για το λόγο αυτό, ακυρωτέες.

Πιο αναλυτικά, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι κατά της απόφασης του Διευθυντή του αρμόδιου Υποκαταστήματος Μισθωτών του Ε.Φ.ΚΑ, περί καταλογισμού σε βάρος της ανακόπτουσας, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της, των ένδικων αχρεωστήτως ληφθέντων ποσών προσαύξησης, λόγω οικογενειακών βαρών επί σύνταξης γήρατος, η ανακόπτουσα άσκησε ένσταση.

Παρά ταύτα, οι προσβαλλόμενες πράξεις ταμειακής βεβαίωσης του Διευθυντή του αρμόδιου Περιφερειακού Κ.Ε.Α.Ο., με τις οποίες βεβαιώθηκαν ταμειακά σε βάρος της ανακόπτουσας, υπό την ως άνω ιδιότητά της, τα επίδικα ποσά οφειλών, εκδόθηκαν ενόσω διαρκούσε η προθεσμία άσκησης ένστασης (ενδικοφανούς προσφυγής) κατά της ανωτέρω καταλογιστικής πράξης, επί της οποίας ερείδονται οι ταμειακές αυτές βεβαιώσεις.

 Σύμφωνα με την κρίση του δικαστηρίου, συνεπώς, κατά το χρόνο έκδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων ταμειακής βεβαίωσης, δεν είχε εισέτι ολοκληρωθεί η διοικητική διαδικασία προσβολής του νομίμου τίτλου, ήτοι της ανωτέρω καταλογιστικής απόφασης. Επομένως, μη νομίμως συγκροτήθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας εκτελεστός τίτλος αναγκαστικής είσπραξης και έλαβαν χώρα οι ως άνω ταμειακές βεβαιώσεις.

Απόσπασμα απόφασης

Επειδή, όπως παγίως γίνεται δεκτό, από τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 217 παρ. 1 και 224 του Κ.Δ.Δ., των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 3 και 4 του Α.Ν. 1846/1951 (Α’ 179), των άρθρων 2, 4, 11 και 39 του Κανονισμού Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας του Ι.Κ.Α. (57440/1938 Α.Υ.Ε., Β’ 33) και των άρθρων 119, 120 και 122 του Κανονισμού Ασφάλισης του Ι.Κ.Α. (55575/1.479/1965 Α.Υ.Ε., Β’ 816), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε., Ν.Δ. 356/1974, Α’ 90) και του άρθρου 4 παρ. 5 του Ν. 2556/1997 (Α’ 270), συνάγονται τα εξής : Το Δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή, κατά το άρθρο 217 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., δεν μπορεί να εξετάσει λόγο ανακοπής που αμφισβητεί το κατ’ ουσία βάσιμο της απαίτησης του επισπεύδοντος την αναγκαστική εκτέλεση, στην περίπτωση που ο ανακόπτων έχει δικαίωμα άσκησης προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου που αποφαίνεται με δύναμη δεδικασμένου κατά της σχετικής καταλογιστικής πράξης (βλ. ΣτΕ 274/2018, 120/2018, 3593/2013). Περαιτέρω, κατά των πράξεων του Διευθυντή Υποκαταστήματος του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ (ήδη, e-ΕΦΚΑ), με τις οποίες, όπως εν προκειμένω, καταλογίζονται, σε βάρος (των κληρονόμων) του συνταξιούχου, αχρεωστήτως καταβληθείσες συντάξεις, δύναται να ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου, μετά την εξάντληση της προβλεπόμενης από το νόμο διοικητικής – ενδικοφανούς διαδικασίας, με την υποβολή ένστασης ενώπιον της οικείας Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (ΤΑΕ.) εντός προθεσμίας τριών μηνών (άρθρο 39 παρ. 2 του Κανονισμού Ασφαλιστικής Αρμοδιότητας του Ι.Κ.Α.). Όπως δε, ειδικότερα, έχει κριθεί (ΣτΕ 2281/2000 Ολομ.), δεν επιτρέπεται ούτε η σύνταξη κατάστασης οφειλέτη, η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο είσπραξης της προερχόμενης από την ανωτέρω αιτία οφειλής, ούτε η έκδοση της πράξης ταμειακής βεβαίωσης της οφειλής αυτής, μη υφισταμένου, συνεπώς, σταδίου έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης, στην περίπτωση που δεν έχει εγκύρως κοινοποιηθεί η ως άνω πράξη καταλογισμού στον οφειλέτη, με την οποία, μάλιστα, πρέπει να γίνεται ενημέρωση για τη δυνατότητα άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού οργάνου και για τις συνέπειες από την τυχόν παράλειψη της άσκησης της. Εξάλλου, κατά την έννοια όλων των προαναφερθεισών διατάξεων, ερμηνευομένων υπό το φως του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης «για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 (Α’ 256), κατά τη διάρκεια της προθεσμίας άσκησης ένστασης (ενδικοφανούς προσφυγής), όπως και στην περίπτωση που, μετά την άσκηση ένστασης από τον οφειλέτη κατά της ανωτέρω καταλογιστικής πράξης, δεν έχει εισέτι ολοκληρωθεί η διοικητική διαδικασία, είτε με την έκδοση απόφασης της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής επί της ένστασης, είτε με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας εντός της οποίας οφείλει να αποφανθεί η Επιτροπή, δεν αναστέλλεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Κανονισμού Ασφάλισης του Ι.Κ.Α., η εγγραφή του οφειλέτη στην κατάσταση οφειλετών του Ιδρύματος (η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 108 παρ. 1 του ανωτέρω Κανονισμού, αποτελεί το νόμιμο τίτλο υπό ευρεία έννοια για τη βεβαίωση και είσπραξη των σχετικών απαιτήσεων του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ). Είναι, όμως, ανεπίτρεπτη, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η ταμειακή βεβαίωση της σχετικής οφειλής, η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο υπό στενή έννοια για την είσπραξη των εν λόγω απαιτήσεων και έχει, κατά βάση, ως έννομη συνέπεια ότι το οικείο χρέος καθίσταται ληξιπρόθεσμο και αρχίζει η επιβολή προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής (πρβλ. ΣτΕ 269/2017, 3530/2009). Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατή η λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του οφειλέτη, κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε., περιλαμβανομένης και της αποστολής σε αυτόν ατομικής ειδοποίησης, που αποτελεί την πράξη έναρξης της αναγκαστικής εκτέλεσης με την οποία αυτός καλείται να καταβάλει την οφειλή του (πρβλ. ΣτΕ 2982/2007 7μ., 2809, 3322, 1825/2010, 3999/2009, 3328/2008 κ.ά.). Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, τα αυτά πρέπει να γίνουν δεκτά και υπό την ισχύ των προπαρατεθεισών διατάξεων του άρθρου 101 του Ν. 4172/2013, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και το όργανο για τη βεβαίωση και την αναγκαστική είσπραξη των ληξιπρόθεσμων – κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού – ασφαλιστικών οφειλών, που διαβιβάζονται λόγω αρμοδιότητας στο Κ.Ε.Α.Ο. μετά την ίδρυση του. Τούτο δε, διότι, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών (οι οποίες ομοίως προβλέπουν ότι η διοικητική αμφισβήτηση του χρέους δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, όπως το άρθρο 120 παρ. 4 του Κανονισμού Ασφάλισης του Ι.Κ.Α.), ερμηνευομένων και πάλι υπό το φως του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α., δεν επιτρέπεται η έκδοση πράξης ταμειακής βεβαίωσης οφειλής, με την απόδοση μοναδικού αριθμού και την οικεία ηλεκτρονική εγγραφή της, και εν συνεχεία, η έναρξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης από τα όργανα του Κ.Ε.Α.Ο., με την αποστολή της οικείας ατομικής ειδοποίησης στον οφειλέτη (πρβλ. ΣτΕ 2982/2007 7μ., 2809, 1825/2010, 3999, 3698/2009), πριν από την κοινοποίηση και τη διοικητική οριστικοποίηση του νομίμου τίτλου. Η οριστικοποίηση δε του νομίμου τίτλου, σε περίπτωση έγκυρης κοινοποίησης και νομότυπης άσκησης ένστασης (ενδικοφανούς προσφυγής) κατά της οικείας καταλογιστικής πράξης, εξακολουθεί να συντελείται είτε με την έκδοση απόφασης επί της ένστασης αυτής είτε με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας εντός της οποίας οφείλει το αρμόδιο όργανο να αποφανθεί επ’ αυτής, άλλως μετά την πάροδο τριμήνου από την υποβολή της ένστασης.

Δείτε αναλυτικά την απόφαση στο dsanet.gr.

ΠΗΓΗlawspot.gr