ΕιρΙλίου 21/2022 Αυτοκινητικό ατύχημα – Αποκλειστική υπαιτιότητα – Αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης

259

Αυτοκινητικό ατύχημα – Αποκλειστική υπαιτιότητα – Αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης – Ένσταση συνυπαιτιότητας – Εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη – Δικαιώματα ασφαλιστή -.

Εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη αν ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου οδηγούσε χωρίς να έχει την απαιτούμενη άδεια οδήγησης. Υπό το νέο δίκαιο οι προβλεπόμενες εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη ισχύουν εκ του νόμου. Ο ασφαλιστής μπορεί να στραφεί αναγωγικά κατά του οδηγού, του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης, ζητώντας οποιοδήποτε ποσό καταβάλει στον ενάγοντα. Τροχαίο ατύχημα οφειλόμενο στην αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και την επιμέλεια που θα κατέβαλε κάθε συνετός οδηγός υπό ανάλογες περιστάσεις. Μεταξύ άλλων οδηγούσε χωρίς να έχει την απαιτούμενη άδεια οδήγησης. Προσδιορισμός εμπορικής αξίας αυτοκινήτου κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Στοιχεία που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο. Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία. Κήρυξη απόφασης προσωρινά εκτελεστής. Η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα.

Αριθμός απόφασης 21/2022

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΙΛΙΟΥ

(ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών διαφορές για ζημιές από αυτοκίνητα)

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Ιλίου Ειρήνη Καφούρου και τη Γραμματέα Κωνσταντίνο Χιονάτου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, την 21-9-2021, για να δικάσει τις υποθέσεις:

Α. Επί της από 24-9-2020 και με αριθμό κατάθεσης ./2020 αγωγής:

Του ενάγοντος: …, κατοίκου Αγίων Αναργύρων Αττικής, οδός …, με Α.Φ.Μ. …, ο οποίος παραστάθηκε μετά της Πληρεξούσιας Δικηγόρου Σταυρούλας Πατουχέα Μανιάτη και κατέθεσε προτάσεις (βλ. το υπ’ αριθμ. Π./22-9-2021 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δ.Σ.Α.).

Των εναγομένων: 1) ., κατοίκου Ν. Χαλκηδόνας Αττικής, οδός ., με Α.Φ.Μ. ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του Πληρεξουσίου Δικηγόρου Παναγιώτη Χολέβα και κατέθεσε προτάσεις (βλ. το υπ’ αριθμ. Π./20-9-2021 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δ.Σ.Α.), 2) ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «AIG EUROPE LTD», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, επί της ., με Α.Φ.Μ. ., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά του Πληρεξουσίου Δικηγόρου Στυλιανού Μπεζαντέ και κατέθεσε προτάσεις (βλ. το υπ’ αριθμ. Π./20-9-2021 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δ.Σ.Α.).

Ο ενάγων κατέθεσε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την από 24-92020 αγωγή του, η οποία έλαβε αριθμό κατάθεσης ./2020 και ορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 12-1-2021, κατά την οποία όμως δεν εισήχθη προς συζήτηση λόγω αναστολής των εργασιών των δικαστηρίων δυνάμει της ΚΥΑ Δ1α/Γ.Π.οικ.: 1293/8-1-2021 (ΦΕΚ Β’ 30/8-1-2021), στη συνέχεια δε επαναπροσδιορίστηκε οίκοθεν για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση στην οποία αφορά, αφού εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, συζητήθηκε.

Β. Επί της από 4-11-2020 και με αριθμό κατάθεσης ./2020 αγωγής:

Του ενάγοντος: . κατοίκου Ν. Χαλκηδόνας Αττικής, οδός ., με Α.Φ.Μ. ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του Παναγιώτη Χολέβα και κατέθεσε προτάσεις (βλ. το υπ’ αριθμ. Π./20-9-2021 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δ.Σ.Α.).

Των εναγομένων: 1) . κατοίκου Αγίων Αναργύρων Αττικής, οδός .  με Α.Φ.Μ. ., ο οποίος παραστάθηκε μετά της Πληρεξούσιας Δικηγόρου Σταυρούλας Πατουχέα Μανιάτη και κατέθεσε προτάσεις (βλ. το υπ’ αριθμ. Π./22-9-2021 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δ. ΣΑ), 2) ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, 15° χλμ. Θεσσαλονίκης – Περαίας (με υποκατάστημα στην Αθήνα, επί της οδού Λ. Συγγρού αρ. 175), με Α.Φ.Μ. ., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά του Πληρεξουσίου Δικηγόρου Σταύρου Κεφάλα και κατέθεσε προτάσεις (βλ. το υπ’ αριθμ. ./21-9-2021 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δ.Σ.Α.).

Ο ενάγων κατέθεσε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την από 4-112020 αγωγή του, η οποία έλαβε αριθμό κατάθεσης ./2020 και ορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 12-1-2021, κατά την οποία όμως δεν εισήχθη προς συζήτηση λόγω αναστολής των εργασιών των δικαστηρίων δυνάμει της ΚΥΑ Δ1α/ΓΧ1,οικ.; 1293/8-1-2021 (ΦΕΚ Β’ 30/8-1-2021), στη συνέχεια δε επαναπροσδιορίστηκε οίκοθεν για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση στην οποία αφορά, αφού εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, συζητήθηκε.

Γ. Επί της από 27-6-2021 και με αριθμό κατάθεσης ./2021 παρεμπίπτουσας αγωγής:

Της παρεμπιπτόντως ενάγουσας: ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «AIG EUROPE LTD» και ήδη «AIG EUROPE SA – ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΕΛΛΑΔΟΣ», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, επί της ., με Α.Φ.Μ. ., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά του Πληρεξουσίου Δικηγόρου Στυλιανού Μπεζαντέ και κατέθεσε προτάσεις (βλ. το υπ’ αριθμ. Π./20-9-2021 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δ.ΣΑ).

Των παρεμπιπτόντως εναγομένων: 1) ., κατοίκου Ν. Χαλκηδόνας Αττικής, οδός ., με Α.Φ.Μ. ., και 2) ., κατοίκου Ν. Χαλκηδόνας Αττικής, οδός ., με Α.Φ.Μ. ., οι οποίοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο μετά του Παναγιώτη Χολέβα, πλην όμως δεν κατέθεσαν προτάσεις (βλ. ότι ενώ υπάρχουν κατατεθειμένες προτάσεις από τον . για τις υπό στοιχεία Α και Β αγωγές, με το υπ’ αριθμ. Π./20-9-2021 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δ.Σ.Α., εκδοθέν για τις υποθέσεις του προαναφερόμενου διαδίκου, δεν υπάρχουν κατατεθειμένες προτάσεις αυτού ούτε του 2ου παρεμπιπτόντως εναγομένου που να αφορούν στην παρεμπίπτουσα αγωγή).

Η παρεμπιπτόντως ενάγουσα κατέθεσε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την από 27-6-2021 παρεμπίπτουσα αγωγή της, η οποία έλαβε αριθμό κατάθεσης 18./2021 και ορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση στην οποία αφορά, αφού εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση των ανωτέρω υποθέσεων στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, οι Πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά και τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου: α) η από 24-9-2020 και με αριθμό κατάθεσης ./2020 αγωγή (εφεξής υπό στοιχείο Α αγωγή), β) η από 4-11-2020 και με αριθμό κατάθεσης ./2020 αγωγή (εφεξής υπό στοιχείο Β αγωγή) και γ) η από 27-6-2021 και με αριθμό κατάθεσης ./2021 παρεμπίπτουσα αγωγή (εφεξής υπό στοιχείο Γ παρεμπίπτουσα αγωγή), οι οποίες πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, εφόσον όλες εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, υπάγονται στην ίδια διαδικασία, αφορούν αξιώσεις απορρέουσες από το ίδιο βιοτικό συμβάν, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στα αντίστοιχα δικόγραφα, και, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ενώ συγχρόνως επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 31, 246, 285, σε συνδυασμό με τα άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α’ και 614ΚΠολΔ).

Α. Με την υπό στοιχείο Α αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα του 1ου εναγομένου, ο οποίος οδηγούσε τη με αριθμό κυκλοφορίας ΒΡΒ-. δίκυκλη μοτοσικλέτα (με παλαιό αριθμό κυκλοφορίας ΧΥΒ-.), η οποία ήταν ασφαλισμένη για τις προς τρίτους ζημίες στη 2η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, επισυνέβη σύγκρουση, στον τόπο, τον χρόνο και με τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή, με αποτέλεσμα α) να προκληθούν υλικές ζημίες στο με αριθμό κυκλοφορίας ΗΑΖ-. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος, οι οποίες αποκαταστάθηκαν με τη δαπάνη ποσού 719,20 ευρώ για αγορά ανταλλακτικών και ποσού 622,48 ευρώ για επισκευασπκές εργασίες, β) να προκληθεί μείωση της εμπορικής αξίας του οχήματος ύψους 200 ευρώ, καθώς και γ) να υποστεί ο ενάγων ηθική βλάβη για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας ο ενάγων ζητά ποσό 1.000 ευρώ. Κατόπιν αυτών, ο ενάγων ζητά α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος εξ αυτών, το συνολικό ποσό των 2.541,68 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, β) να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησόμενη απόφαση και γ) να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά του έξοδα.

Με αυτό το περιεχόμενο και αυτά τα αιτήματα, η αγωγή παραδεκτά εισάγεται στο παρόν Δικαστήριο, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 14 παρ. 1 περ. 1, 35 ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν κατά τον χρόνο κατάθεσης της αγωγής), προκειμένου να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591 και 614 ΚΠολΔ), για το παραδεκτό δε της συζήτησης προσκομίζεται από τον ενάγοντα το από 7-9-2020 ενημερωτικό έγγραφο για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 4640/2019. Περαιτέρω, η αγωγή είναι ορισμένη τόσο ως προς την περιγραφή των συνθηκών του ατυχήματος όσο και ως προς όλα τα κονδύλια της. Ειδικότερα ως προς το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, τούτο είναι επαρκώς ορισμένο, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της 2ης εναγομένης, καθόσον ο ενάγων εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά ενόψει των οποίων προκλήθηκε σε αυτόν ηθική βλάβη και ζητά με την αγωγή του ορισμένο χρηματικό ποσό για την αιτία αυτή, τα δε στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο για τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, μεταξύ των οποίων η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, δεν είναι απαραίτητο να εκτίθενται στην αγωγή, αλλά μπορούν να προκύψουν και από τις αποδείξεις (βλ. ΑΠ 543/2009, ΑΠ 1445/2003, ΕφΠειρ 352/2021 σε ΤΝΠ Nomos, Αθ. Κρητικός, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση 2008, σελ. 425, αριθ. 92). Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330 εδ. β’, 346, 481, 914, 922, 926, 932 ΑΚ, 2, 4, 9 και 10 του ν. ΓπΝ/1911, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την έναρξη ισχύος του ΑΚ, σύμφωνα με τα άρθρα 47 και 114 ΕισΝΑΚ, των άρθρων του ν. 2696/1999 «Περί κυρώσεως του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας» και των άρθρων 176, 907, 908 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. το υπ’ αριθμ. . e-παράβολο).

Ο 1ος εναγόμενος, με προφορική δήλωση του Πληρεξουσίου Δικηγόρου του, καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, καθώς και με τις νομότυπα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, αρνήθηκε την υπό κρίση αγωγή και τα επιμέρους κονδύλια της, επικαλούμενος, ως προς το κονδύλιο αποκατάστασης υλικών ζημιών και μείωσης εμπορικής αξίας, ότι η αξία του οχήματος του ενάγοντος δεν υπερβαίνει το ποσό των 700 ευρώ, επομένως πρέπει να απορριφθεί το κονδύλιο ως προς το επιπλέον ποσό. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα ειδικότερα εκθέτει στις προτάσεις του, προέβαλε τον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος. Ο ισχυρισμός αυτός, με δεδομένο ότι υπάρχει σώρευση νομικών βάσεων της παρούσας αγωγής, ερειδόμενων στον ν. ΓπΝ/1911 και την 914 ΑΚ, συνιστά άρνηση της αγωγής, τόσο όσον αφορά στη βάση της αγωγής από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, όσο και ως προς τη βάση της από τον ν. ΓπΝ/1911 (ενόψει του ότι πρόκειται περί σύγκρουσης οχημάτων, οπότε στοιχείο της βάσης της αγωγής είναι, όπως προκύπτει από το εφαρμοζόμενο εν προκειμένω άρθρο 10 του εν λόγω νόμου, και ενόψει της μη εφαρμογής του άρθρου 5 του νόμου αυτού, η υπαιτιότητα του οδηγού του άλλου αυτοκινήτου -βλ. ΑΠ 53/2006, ΜΠρΛαρ 715/2013, ΜΠρΖακ 10/2010, ΤΝΠ Nomos, Αθάν. Γ. Κρητικό, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση 2008, σελ. 137-138, αρ. 12). Περαιτέρω, ο 1ος εναγόμενος προέβαλε, μόνο με τις κατατεθείσες προτάσεις του, ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος σε ποσοστό 95%, κατ’ άρθρο 300 ΑΚ. Η ένσταση αυτή προβάλλεται μεν με τις νομότυπα και εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις του εναγόμενου, πλην όμως δεν προτάθηκε προφορικά στο ακροατήριο και δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά, επομένως είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 περ. δ ΚΠοΑΔ, η οποία ορίζει ότι «τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα». Η 2η εναγόμενη, με προφορική δήλωση του Πληρεξουσίου Δικηγόρου της, καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, καθώς και με τις νομότυπα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, αρνήθηκε την υπό κρίση αγωγή και προέβαλε τους κάτωθι ισχυρισμούς: α) τον ισχυρισμό περί αοριστίας του κονδυλίου χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ο οποίος είναι απορριπτέος, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, β) τον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος, άλλως συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση του ατυχήματος, κατά ποσοστό 95%, σύμφωνα με όσα ειδικότερα εκθέτει στις προτάσεις της. Ο ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, με δεδομένο ότι υπάρχει σώρευση νομικών βάσεων της παρούσας αγωγής, ερειδόμενων στον ν. ΓπΝ/1911 και την 914 ΑΚ, συνιστά άρνηση της αγωγής, τόσο όσον αφορά στη βάση της αγωγής από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, όσο και ως προς τη βάση της από τον ν. ΓπΝ/1911 (ενόψει του ότι πρόκειται περί σύγκρουσης οχημάτων, οπότε στοιχείο της βάσης της αγωγής είναι, όπως προκύπτει από το εφαρμοζόμενο εν προκειμένω άρθρο 10 του εν λόγω νόμου, και ενόψει της μη εφαρμογής του άρθρου 5 του νόμου αυτού, η υπαιτιότητα του οδηγού του άλλου αυτοκινήτου -βλ. ΑΠ 53/2006, ΜΠρΛαρ 715/2013, ΜΠρΖακ 10/2010, ΤΝΠ Nomos, Αθάν. Γ. Κρητικό, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση 2008, σελ. 137-138, αρ. 12). Ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος συνιστά ένσταση, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 300 ΑΚ, και θα εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, γ) τον ισχυρισμό ότι το εμπλεκόμενο όχημα του 1ου εναγομένου δεν ήταν ασφαλισμένο από εκείνη κατά τον χρόνο του ένδικου ατυχήματος, ο οποίος αποτελεί άρνηση της αγωγής και θα εξεταστεί στο πλαίσιο ελέγχου της ουσιαστικής της βασιμότητας, δ) τον ισχυρισμό ότι συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, λόγω έλλειψης άδειας οδήγησης του 1ου εναγομένου. Ο ισχυρισμός αυτός, προβαλλόμενος στο πλαίσιο της υπό κρίση αγωγής είναι μη νόμιμος, διότι, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω στην υπό στοιχεία Γ νομική σκέψη, όταν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του έναντι των ζημιωθέντων τρίτων προβάλλοντας κατ’ αυτών την εξαίρεση αυτή, η οποία ισχύει αποκλειστικά στο πλαίσιο της σχέσης του με τον ασφαλισμένο, ε) τον ισχυρισμό ότι η αξία του οχήματος του ενάγοντος δεν υπερβαίνει το ποσό των 700 ευρώ, επομένως συντρέχει περίπτωση ολικής καταστροφής αυτού (υπό την οικονομική έννοια), ως εκ τούτου είναι απορριπτέο το κονδύλιο αποκατάστασης ζημιών του οχήματος κατά το υπερβάλλον ποσό. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί άρνηση του αγωγικού κονδυλίου αποκατάστασης ζημιών και θα εξεταστεί περαιτέρω στο πλαίσιο ελέγχου της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής. Τέλος, υπέβαλε αίτημα μη επιδίκασης τόκων επιδικίας, κατ’ άρθρο 346 ΑΚ.

Β. Με την υπό στοιχείο Β αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα του 1ου εναγομένου, ο οποίος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ΗΑΖ-. .Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη 2η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, επισυνέβη σύγκρουση, στον τόπο, τον χρόνο και με τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή, με τη με αριθμό κυκλοφορίας ΒΡΒ-. δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων, ιδιοκτησίας του πατέρα του, με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρό τραυματισμό στο δεξί του πόδι, συνέπεια του οποίου ήταν η πλήρης ακινησία του για δύο μήνες. Ότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα, εξαιτίας του τραυματισμού του, αδυνατούσε να εργαστεί, με αποτέλεσμα να απωλέσει την εργασία του ως φορτοεκφορτωτή στην εταιρεία «Δέλτα Τροφοδοτική», όπου εργαζόταν από τον Σεπτέμβριο του έτους 2019 με σύμβαση αορίστου χρόνου, ως ωρομίσθιος, με μηνιαίες αποδοχές κατά μέσον όρο ποσού 500 ευρώ, και να απωλέσει εισοδήματα από την εργασία του συνολικού ποσού 2.500 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 17-6-2020 μέχρι την άσκηση της αγωγής. Ότι στο πλαίσιο της θεραπείας του τραυματισμού του δαπάνησε για αγορά φαρμάκων ποσό 42,20 ευρώ. Ότι για τις αναγκαίες μετακινήσεις του στο νοσοκομείο Ερυθρός Σταυρός δαπάνησε ποσό 22 ευρώ σε βενζίνη που κατανάλωσε το αυτοκίνητο του πατέρα του -συνοδού του και ποσό 27 ευρώ για μίσθωση ταξί. Ότι εξαιτίας του ατυχήματος και του τραυματισμού του υπέστη ηθική βλάβη, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας επικαλείται ως εύλογο το ποσό των 17.000 ευρώ. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής, με παραίτηση του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών – απώλειας εισοδήματος, με δήλωση του Πληρεξουσίου Δικηγόρου του, καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά (άρθρα 223, 294, 295 παρ. 1, 297 ΚΠολΔ), ο ενάγων ζητά α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος εξ αυτών, το συνολικό ποσό των 17.091,20 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, β) να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η εκδοθησόμενη απόφαση και γ) να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά του έξοδα.

Με αυτό το περιεχόμενο και αυτά τα αιτήματα, η αγωγή παραδεκτά εισάγεται στο παρόν Δικαστήριο, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 14 παρ. 1 περ. 1, 35 ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν κατά τον χρόνο κατάθεσης της αγωγής), προκειμένου να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591 και 614 ΚΠολΔ), για το παραδεκτό δε της συζήτησης προσκομίζεται από τον ενάγοντα το από 1-11-2020 ενημερωτικό έγγραφο για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 4640/2019.

Περαιτέρω, η αγωγή είναι ορισμένη, πλην των κάτωθι κονδυλίων της: α) του κονδυλίου αυτής που αφορά στη ζημία του ενάγοντος για την αγορά φαρμάκων, το οποίο είναι αόριστο, διότι αναφέρεται στο δικόγραφο μόνο το συνολικό ποσό που δαπανήθηκε για την αγορά των φαρμάκων, χωρίς να προσδιορίζονται τα αγορασθέντα είδη και να εξειδικεύονται κατ’ είδος, έκταση και ποσό οι επιμέρους δαπάνες, ώστε να μπορεί να κριθεί αν συνδέονται αιτιωδώς με τον τραυματισμό του ενάγοντος (βλ. σχετ. ΕφΑΘ 581/2019, ΕφΑιγ 147/2019, ΕφΠειρ 101/2016, ΕφΔωδ 166/2012 σε ΤΝΠ Nomos), β) του κονδυλίου που αφορά στις δαπάνες μετακινήσεων του ενάγοντος, συνιστάμενες σε δαπάνες βενζίνης που κατανάλωσε το αυτοκίνητο του πατέρα του – συνοδού του και σε δαπάνες μίσθωσης δημόσιας χρήσεως αυτοκινήτου (ταξί), το οποίο είναι αόριστο, διότι ο ενάγων δεν εξέθεσε πόσες συγκεκριμένες διαδρομές πραγματοποίησε με το αυτοκίνητο του πατέρα του και πόσες με το ταξί ούτε ποιο ποσό (για βενζίνη/κόμιστρο) κατέβαλε στην κάθε διαδρομή, καθιστώντας έτσι αφενός αδύνατη την εκτίμηση του ως άνω κονδυλίου από το Δικαστήριο και αφετέρου δυσχερή την σχετική με την αντίκρουση του άμυνα των εναγομένων. Όσον αφορά δε το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, τούτο είναι επαρκώς ορισμένο, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων, καθόσον ο ενάγων εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά ενόψει των οποίων προκλήθηκε σε αυτόν ηθική βλάβη και ζητά με την αγωγή του ορισμένο χρηματικό ποσό για την αιτία αυτή, τα δε στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο για τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης δεν είναι απαραίτητο να εκτίθενται στην αγωγή, όπως εκτέθηκε και ανωτέρω για το αντίστοιχο κονδύλιο της υπό στοιχείο Α αγωγής. Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330 εδ. β’, 346, 481, 914, 922, 926, 932 ΑΚ, 2, 4, 9 και 10 του ν. ΓπΝ/1911, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την έναρξη ισχύος του ΑΚ, σύμφωνα με τα άρθρα 47 και 114 ΕισΝΑΚ, των άρθρων του ν. 2696/1999 «Περί κυρώσεως του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας» και των άρθρων 176, 907, 908 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. το υπ’ αριθμ. . e-παράβολο).

Ο 1ος εναγόμενος, με προφορική δήλωση της Πληρεξούσιας Δικηγόρου του, καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, καθώς και με τις νομότυπα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, αρνήθηκε την υπό κρίση αγωγή και τα κονδύλια της και προέβαλε τους κάτωθι ισχυρισμούς: α) τον ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής και των κονδυλίων αυτής, για τον οποίο ισχύουν όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, β) τον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος, άλλως συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση του ατυχήματος, κατά ποσοστό 99%, σύμφωνα με όσα ειδικότερα εκθέτει στις προτάσεις του. Ο ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, με δεδομένο ότι υπάρχει σώρευση νομικών βάσεων της παρούσας αγωγής, ερειδόμενων στον ν. ΓπΝ/1911 και την 914 ΑΚ, συνιστά άρνηση της αγωγής, τόσο όσον αφορά στη βάση της αγωγής από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, όσο και ως προς τη βάση της από τον ν. ΓπΝ/1911 (ενόψει του ότι πρόκειται περί σύγκρουσης οχημάτων, οπότε στοιχείο της βάσης της αγωγής είναι, όπως προκύπτει από το εφαρμοζόμενο εν προκειμένω άρθρο 10 του εν λόγω νόμου, και ενόψει της μη εφαρμογής του άρθρου 5 του νόμου αυτού, n υπαιτιότητα του οδηγού του άλλου αυτοκινήτου -βλ. ΑΠ 53/2006, ΜΠρΛαρ 715/2013, ΜΠρΖακ 10/2010, ΤΝΠ Nomos, Αθάν. Γ. Κρητικό, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση 2008, σελ. 137138, αρ. 12). Ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος συνιστά ένσταση, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 300 ΑΚ, και θα εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Η 2η εναγόμενη, με προφορική δήλωση του Πληρεξουσίου Δικηγόρου της, καταχωρισθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, καθώς και με τις νομότυπα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, αρνήθηκε την υπό κρίση αγωγή και τα κονδύλια της και προέβαλε τους κάτωθι ισχυρισμούς: α) τον ισχυρισμό περί αοριστίας του κονδυλίου δαπανών μετακίνησης και του κονδυλίου χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης, για τον οποίο ισχύει όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, β) τον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος, άλλως συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση του ατυχήματος, κατά ποσοστό 90%, σύμφωνα με όσα ειδικότερα εκθέτει στις προτάσεις της. Ο ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, με δεδομένο ότι υπάρχει σώρευση νομικών βάσεων της παρούσας αγωγής ερειδομένων στον ν. ΓπΝ/1911 και την 914 ΑΚ, συνιστά άρνηση της αγωγής, τόσο όσον αφορά στη βάση της αγωγής από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, όσο και ως προς τη βάση της από τον ν. ΓπΝ/1911 (ενόψει του ότι πρόκειται περί σύγκρουσης οχημάτων, οπότε στοιχείο της βάσης της αγωγής είναι, όπως προκύπτει από το εφαρμοζόμενο εν προκειμένω άρθρο 10 του εν λόγω νόμου, και ενόψει της μη εφαρμογής του άρθρου 5 του νόμου αυτού, η υπαιτιότητα του οδηγού του άλλου αυτοκινήτου -βλ. ΑΠ 53/2006, ΜΠρΛαρ 715/2013, ΜΠρΖακ 10/2010, ΤΝΠ Nomos, Αθάν. Γ. Κρητικό, Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση 2008, σελ. 137-138, αρ. 12). Ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος συνιστά ένσταση, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 300 ΑΚ, και θα εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, γ) τον ισχυρισμό ότι είναι μη νόμιμο το αίτημα του ενάγοντος να καταδικαστούν οι εναγόμενοι όχι μόνο στη δικαστική του δαπάνη αλλά και στην αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του. Ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος, διότι η αμοιβή του δικηγόρου περιλαμβάνεται στα δικαστικά έξοδα που αποδίδονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 189 παρ. 1 περ. γ’ ΚΠολΔ. Τέλος, υπέβαλε αίτημα μη επιδίκασης τόκων επιδικίας, κατ’ άρθρο 346 ΑΚ. Σημειώνεται εδώ ότι οι ισχυρισμοί της 2ης εναγομένης περί απαράδεκτου συζήτησης της αγωγής λόγω μη επίδοσης της αγωγής στην αρμόδια ΔΟΥ, δεδομένου ότι αυτή περιέχει κονδύλιο για απώλεια εισοδήματος, και περί αοριστίας του αγωγικού αυτού κονδυλίου, καθώς και το αίτημα της να προσκομιστεί από τον ενάγοντα βεβαίωση του ασφαλιστικού του φορέα από την οποία να προκύπτει ποιο ποσό κάλυψε ο ασφαλιστικός φορέας για την αγορά φαρμάκων και για την απώλεια εισοδήματος από την εργασία, άλλως οι πρωτότυπες αποδείξεις ιατρικών εξόδων, έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου, λόγω αφενός της παραίτησης του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής ως προς το κονδύλιο απώλειας εισοδήματος και αφετέρου της απόρριψης του κονδυλίου δαπανών για φάρμακα ως αόριστου, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα.

Γ. Από τις υπ’ αριθμ. . και ./15-7-2021 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Αργυρώς ΚΑΡΛΟΥ, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αγωγής μετά της κάτωθι αυτής πράξης κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς παράσταση στη συζήτηση της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους παρεμπιπτόντως εναγομένους. Εντούτοις, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αγωγής, ερειδόμενων στον ν. ΓπΝ/1911 και την 914 ΑΚ, συνιστά άρνηση της αγωγής, τόσο όσον αφορά στη βάση της αγωγής από τις περί αδικοπραξιών δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι εναγόμενοι παραστάθηκαν μεν μετά του Πληρεξουσίου Δικηγόρου τους, πλην όμως δεν κατέθεσαν προτάσεις, (βλ. ότι ενώ υπάρχουν κατατεθειμένες προτάσεις από τον … για τις υπό στοιχεία Α και Β αγωγές, με το υπ’ αριθμ. Π…/20-9-2021 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Δ.Σ.Α., εκδοθέν για τις υποθέσεις του προαναφερόμενου διαδίκου, δεν υπάρχουν κατατεθειμένες προτάσεις αυτού ούτε του 2ου παρεμπιπτόντως εναγομένου που να αφορούν στην παρεμπίπτουσα αγωγή), επομένως δεν έλαβαν μέρος κανονικά στη συζήτηση της υπό κρίση παρεμπίπτουσας αγωγής και πρέπει να δικαστούν ερήμην (άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α’, 271 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 17 του ν. 3557/2007, καταργήθηκε η υπ αριθμ. Κ4/585/1978 απόφαση του υπουργού Εμπορίου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3557/2007 προστέθηκε το άρθρο 6β στο π.δ. 237/1986, που κωδικοποίησε τον ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης». Με το άρθρο αυτό προβλέπονται, περιοριστικά, τρεις περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, με την επισήμανση ότι επιτρέπεται με τη σύμβαση ασφάλισης να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων αυτών, και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, μόνον εφόσον αυτές αφορούν σε προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη και όχι στην υποχρεωτική. Ειδικότερα, μία από τις προαναφερόμενες εξαιρέσεις είναι αυτή που προβλέπεται στη διάταξη της παρ. 1 εδ. α’ του ως άνω άρθρου, σύμφωνα με την οποία εξαιρούνται από την ασφάλιση ζημίες που προκαλούνται από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από τον νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί. Εξάλλου, γίνεται δεκτό ότι η κατά τα προαναφερόμενα απαλλαγή του ασφαλιστή είναι ανεξάρτητη από τυχόν ύπαρξη δυνατότητας οδήγησης από τον στερούμενο άδειας ικανότητας οδήγησης (βλ. Αθαν. Γ. Κρητικό, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, έκδοση 2008, παρ. 28, σελ. 631, 634 – 635), και δεν απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της έλλειψης της κατά νόμο απαιτούμενης άδειας οδήγησης και της ζημίας που προκαλεί ο οδηγό του ασφαλισμένου οχήματος (βλ. ΑΠ 71/2017, ΑΠ 474/2017 σε ΤΝΠ Nomos). Περαιτέρω, σε περίπτωση που συντρέχει εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, ο ασφαλιστής δικαιούται, όπως προκύπτει από το άρθρο 11 παρ. 1 του π.δ. 237/1986, που κωδικοποίησε τον ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», να στραφεί αναγωγικά κατά του οδηγού, του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης, πρόσωπα τα οποία αν είναι πλείονα του ενός ευθύνονται εις ολόκληρον, και να απαιτήσει από αυτούς το ποσό της αποζημίωσης που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον παθόντα τρίτο, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, των τόκων και της δικαστικής δαπάνης, και δη νομιμοτόκως από της καταβολής, χωρίς να απαλλάσσεται από την ευθύνη του έναντι των ζημιωθέντων τρίτων προβάλλοντας κατ’ αυτών τις εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη, οι οποίες ισχύουν αποκλειστικά στο πλαίσιο της σχέσης του με τον ασφαλισμένο. Η αναγωγή αυτή του ασφαλιστή κατά των αναφερόμενων στο άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 προσώπων μπορεί να ασκηθεί είτε με αυτοτελή αγωγή μετά από την πληρωμή του τρίτου είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή του ασφαλιστή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 69 παρ. 1 περ, ε’ ΚΠολΔ, αν συνενάγονται ως απλοί ομόδικοι ο ασφαλιστής και ο ασφαλισμένος, που συνεκδικάζεται με την αγωγή αποζημίωσης. Αν ο ασφαλισμένος δεν είναι συνεναγόμενος, ο ασφαλιστής θα τον προσεπικαλέσει για συμμετοχή στη. δίκη προς απόκρουση της αγωγής συνενώνοντας και αγωγή αποζημίωσης (ΕφΑΘ 6616/1984 ΕΕμπΔ.ΛΖ/112, ΜΠρΑθ 2532/2020 σε ΤΝΠ «Ο ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»). Σημειώνεται δε ότι υπό την ισχύ του ανωτέρω άρθρου 6β του π.δ. 237/1986, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3557/2007, οι προβλεπόμενες από αυτό εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη ισχύουν εκ του νόμου, ανεξαρτήτως αν συμφωνήθηκαν από τα συμβαλλόμενα μέρη. Επομένως, υπό το νέο δίκαιο δεν εξετάζεται πλέον ούτε έχει αξία αν οι επιτρεπόμενες και μόνο από τον νόμο εξαιρέσεις κατέστησαν ή όχι περιεχόμενο της σύμβασης ασφαλίσεως, όπως τούτο συνέβαινε υπό το παλαιό δίκαιο πριν από τον ν. 3557/2007 (βλ. Αθαν. Γ. Κρητικό, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, συμπλήρωμα στην 4η έκδοση έτους 2008, παρ. 28, σελ, 167, καθώς το άρθρο του ιδίου «Περί της ισχύος των εξαιρέσεων από την ασφαλιστική κάλυψη μετά τον ν. 3557/2007. Ανάγκη εντάξεως στην ασφαλιστική σύμβαση;» σε Επιθεώρηση Συγκοινωνιακού Δικαίου, 2009, σελ. 130. Αντίθετα πρβλ. ΑΠ 847/2015 σε ΤΝΠ Δ.Σ.Α., και ΑΠ 564/2014 σε ΤΝΠ Nomos). Εξάλλου, το άρθρο 283 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι «Η παρεμπίπτουσα αγωγή ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους στο ίδιο δικαστήριο πρέπει να περιέχει μεταγενέστερη αίτηση του ενός ή του άλλου διαδίκου». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι πρέπει ο παρεμπιπτόντως ενάγων και εναγόμενος να είναι διάδικοι στην κύρια δίκη, ακόμα και ομόδικοι. Οι παρεμπίπτουσες αγωγές στρέφονται μόνο κατά διαδίκων της κύριας δίκης και όχι κατά τρίτων, εκτός από την παρεμπίπτουσα αγωγή επίδειξης εγγράφου, κατ’ άρθρο 451 παρ. 1 ΚΠολΔ ή την περίπτωση της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή, με την οποία παραδεκτά σωρεύεται η παρεμπίπτουσα αγωγή για αποζημίωση (βλ. Μ. Μαργαρίτη – Αν. Μαργαρίτη, Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τόμος 1, έκδοση 2012, σελ. 516, αρ. 3, άρθρο 283).

Με την υπό στοιχείο Γ παρεμπίπτουσα αγωγή, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα εκθέτει ότι ασκήθηκε κατ’ αυτής η από 24-9-2020 και με αριθμό κατάθεσης 31/2020 αγωγή, της οποίας το περιεχόμενο παραθέτει αυτολεξεί. Περαιτέρω, εκθέτει ότι κατά τον χρόνο του ένδικου ατυχήματος η παρεμπιπτόντως ενάγουσα δεν ασφάλιζε το εμπλεκόμενο στο ένδικο ατύχημα δίκυκλο όχημα με αριθμό κυκλοφορίας ΒΡΒ-…, αλλά το δίκυκλο όχημα με αριθμό κυκλοφορίας ΧΥΒ-.. Ότι από συμπαιγνία του ασφαλισμένου της και της πράκτορα της … εξεδόθη, μία ημέρα μετά το ένδικο ατύχημα, πρόσθετη πράξη ασφάλισης με ισχύ αναδρομικά από 11-6-2020 έως 5-5-2021, στην οποία φερόταν πλέον ως ασφαλισμένο το δίκυκλο με αριθμό κυκλοφορίας ΒΡΒ-., με την αιτιολογία δήθεν αλλαγής πινακίδας. Ότι, πέραν των ανωτέρω, ο 2ος παρεμπιπτόντως εναγόμενος, οδηγός του δικύκλου, δεν είχε την απαιτούμενη από τον νόμο άδεια οδήγησης, συνεπώς συντρέχει νόμιμη περίπτωση εξαίρεσης από την ασφάλιση. Βάσει των ανωτέρω, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ζητά, στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η κύρια αγωγή, να γίνει δεκτή και η παρεμπίπτουσα αγωγή και α) να υποχρεωθούν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι να καταβάλουν σε αυτήν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, οποιοδήποτε ποσό θα υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής με τους τυχόν επιδικασθησόμενους τόκους και δικαστική δαπάνη, β) να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και γ) να καταδικαστούν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι στα δικαστικά της έξοδα.

Με αυτό το περιεχόμενο και αυτά τα αιτήματα, η υπό κρίση παρεμπίπτουσα αγωγή, εισάγεται παραδεκτά στο παρόν Δικαστήριο, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 14 παρ. 1, 31 ΚΠολΔ), προκειμένου να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591 και 614 ΚΠολΔ). Είναι, όμως, απαράδεκτη ως προς τον 1ο παρεμπιπτόντως εναγόμενο, διότι αυτός δεν είναι διάδικος στην υπό στοιχείο Α κυρία αγωγή, δεν μπορεί, λοιπόν, να στραφεί κατά αυτού η παρεμπίπτουσα αγωγή, αφού είναι «τρίτος» ως προς την ανοιγείσα κύρια δίκη, ενώ δεν συντρέχει ούτε περίπτωση προσεπίκλησης του ως δικονομικού εγγυητή, οπότε θα μπορούσε να σωρευθεί παραδεκτά με την προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή για αποζημίωση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη προηγηθείσα νομική σκέψη. Όσον αφορά στον 2ο παρεμπιπτόντως εναγόμενο, η παρεμπίπτουσα αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις στις οποίες στηρίζεται η κύρια αγωγή και στις διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 και 6β παρ. 1 περ. α’ του π.δ. 237/1986, που κωδικοποίησε τον ν. 489/1976 «περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης», όπως το άρθρο 6β προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3557/2007, 1, 2 ν. 2496/1997, 283, 69 παρ. 1 περ. ε’ 176, 907, 908 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η αγωγή να εξετασθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι καταβλήθηκε το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. τα υπ’ αριθμ. . ΚΑ ., σειρά Α’ αγωγόσημα).

Από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, και συγκεκριμένα της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα … και της ανωμοτί κατάθεσης του ενάγοντα της υπό στοιχείο Α αγωγής (1ου εναγομένου της υπό στοιχείου Β αγωγής), που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, συμπεριλαμβανομένων των φωτογραφιών, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 παρ. 1, περ. γ’, 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), του συνόλου των ισχυρισμών των διαδίκων που περιέχονται στις προτάσεις και την προσθήκη – αντίκρουση τους, από τους οποίους συνάγονται ομολογίες (άρθρα 261, 352 παρ. 1, 353 ΚΠολΔ) και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (σημειώνεται ότι η μνεία παρακάτω ορισμένων εγγράφων είναι ενδεικτική, διότι κανενός η συνεκτίμηση δεν παραλείφθηκε κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης):

Την 17-6-2020 και ώρα 12.05, το με αριθμό κυκλοφορίας ΗΑΖ-. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο (εφεξής Α όχημα), μάρκας PEUGEOT-106, ισχύος 110 ίππων, χρώματος λευκού, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία «ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ», το οποίο οδηγούσε ο ιδιοκτήτης του … (ενάγων της υπό στοιχείο Α αγωγής και 1ος εναγόμενος της υπό στοιχείο Β αγωγής), κινούταν επί της οδού Ιλίου στο Ίλιον Αττικής, με κατεύθυνση από Ηρώων Πολυτεχνείου προς την πλατεία Ιλίου. Η οδός Ιλίου έχει πλάτος 8 μ. και είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση. Στο σημείο που η οδός αυτή διασταυρώνεται με την οδό Ψαρρών,, ο οδηγός του Α οχήματος επιχείρησε να στρίψει αριστερά προς την οδό Ψαρρών, ώστε να εισέλθει στον παρακείμενο αυτής χώρο στάθμευσης του σούπερ μάρκετ «Σ». Πιο συγκεκριμένα, ο οδηγός του Α οχήματος, αφού άναψε το αριστερό προειδοποιητικό φλας και έλεγξε την κίνηση των οχημάτων και στο δικό του και στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ξεκίνησε τον ελιγμό του προς τα αριστερά. Την ίδια ώρα η με αριθμό κυκλοφορίας ΒΡΒ-. δίκυκλη μοτοσικλέτα (εφεξής Β όχημα), μάρκας Yamaha-ΧΤ660Ζ, κυλινδρισμού 660 cc, χρώματος μαύρου, ιδιοκτησίας του …, οδηγούμενη από τον … (ενάγοντα της υπό στοιχείο Β αγωγής και 1ο εναγόμενο της υπό στοιχείο Α αγωγής), ο οποίος σημειωτέον στερούταν την απαιτούμενη από τον νόμο άδεια οδήγησης για τη συγκεκριμένη κατηγορία οχήματος (το οποίο συνομολογεί και ο ίδιος), κινούταν επί της οδού Ιλίου, με κατεύθυνση από Ηρώων Πολυτεχνείου προς πλατεία Ιλίου, ήτοι προς την ίδια κατεύθυνση με το Α όχημα, το οποίο προπορευόταν αυτής, πλην όμως κινούταν ολόκληρη εντός του αντίθετου ρεύματος (κατά λίγα εκατοστά πέραν της νοητής διαχωριστικής γραμμής των δύο λωρίδων κυκλοφορίας), πιθανότατα στην προσπάθεια της να προσπεράσει τα προπορευόμενα αυτής οχήματα. Τη στιγμή, λοιπόν, που το Α όχημα επιχειρούσε τον ελιγμό προς τα αριστερά, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, και είχε ήδη εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα, κατά λίγα εκατοστά, με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του, το Β όχημα, που διέγραφε την ανωτέρω περιγραφόμενη πορεία, επέπεσε σε αυτό. Ειδικότερα, το Β όχημα επέπεσε με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά του (φτερό) στην εμπρόσθια πλάγια αριστερή πλευρά του Α οχήματος.

Τα ανωτέρω, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, προκύπτουν από την εκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, ιδίως δε από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες που προέρχονται από τις κάμερες του σούπερ μάρκετ «Σ» και απεικονίζουν το ένδικο τροχαίο ατύχημα. Από τις φωτογραφίες αυτές (βλ. τα υπ’ αριθμ. 1v(i)-(iv) σχετικά που προσκομίζει ο ενάγων της υπό στοιχείο Α αγωγής), προκύπτει ότι όταν ο οδηγός του Α οχήματος διενεργούσε τον ελιγμό προς τα αριστερά δεν εμπόδιζε κανένα όχημα επί του οδοστρώματος. Μάλιστα, στην πρώτη σε σειρά φωτογραφία με ώρα καταγραφής 12:05:05 φαίνεται ότι πίσω από το Α όχημα και για αρκετή απόσταση, η οποία από την επισκόπηση της φωτογραφίας υπολογίζεται περί τουλάχιστον τα 10 μέτρα (λαμβανομένου υπόψη ότι το μήκος του Α οχήματος ανέρχεται σε 4 μ. περίπου), δεν κινείται κανένα άλλο όχημα. Από τη δεύτερη δε σε σειρά φωτογραφία με ώρα καταγραφής 12:05:05, προκύπτει ότι το Α όχημα, όταν είχε ήδη πάρει κλίση προς τα αριστερά και είχε εισέλθει με το αριστερό εμπρόσθιο μέρος του στο αντίθετο ρεύμα, προπορευόταν ακόμα αρκετά του Β οχήματος, μεταξύ δε των δύο οχημάτων υπήρχε απόσταση τουλάχιστον 5 μέτρων, ενώ από την τέταρτη και την πέμπτη σε σειρά φωτογραφία με ώρα καταγραφής 12:05:05, προκύπτει ότι το Β όχημα ήταν αυτό που επέπεσε στο Α όχημα και όχι το αντίστροφο, όπως αβάσιμα επικαλείται στις προτάσεις της η 2η εναγομένη της υπό στοιχείο Α αγωγής ασφαλιστική εταιρεία. Ο τρόπος που έγινε η ένδικη σύγκρουση επιβεβαιώνεται, άλλωστε, και από τις συγκρουσθείσες επιφάνειες των εμπλεκόμενων οχημάτων, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω. Περαιτέρω, από τις φωτογραφίες της κάμερας του σούπερ μάρκτετ με ώρα καταγραφής 12:05:06 και 12:05:14 που προσκομίζει με αριθμό σχετ. I ο ενάγων της υπό στοιχείο Α αγωγής, προκύπτει ότι εκ δεξιών του Α οχήματος δεν υπήρχε κανένα σταθμευμένο αυτοκίνητο, αντιθέτως σε κάποια απόσταση πίσω από το Α όχημα υπήρχαν δύο ακόμα Ι.Χ.Ε. οχήματα, τα οποία, ήδη όταν το Α όχημα διενεργούσε τη στροφή προς τα αριστερά, κινούνταν στο άκρο δεξιό τμήμα της λωρίδας τους, ώστε να προσπεράσουν από τα δεξιά το Α όχημα. Από αυτό συνάγεται ότι ο οδηγός του Α οχήματος είχε γνωστοποιήσει έγκαιρα στους λοιπούς χρήστες της οδού τη βούληση του να διενεργήσει τον ανωτέρω ελιγμό. Κρίνεται, λοιπόν, πειστική η κατάθεση του ότι είχε ανάψει έγκαιρα το προειδοποιητικό φλας (βλ. σελ. 11 των ταυτάριθμων με την παρούσα πρακτικών). Η κατάθεση του εν λόγω διαδίκου είναι πειστική και ως προς τα υπόλοιπα σημεία της, δεδομένου ότι ο τρόπος που περιγράφει το ένδικο ατύχημα είναι λεπτομερής και σαφής, όσα δε εκθέτει επιβεβαιώνονται και οπό τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας (ιδίως τις φωτογραφίες). Το μόνο που δεν επιβεβαιώνεται είναι το ιλιγγιώδες της ταχύτητας του Β οχήματος που επικαλείται ο ενάγων της υπό στοιχείο Α αγωγής. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η ταχύτητα του Β οχήματος ήταν ιλιγγιώδης. Δεν υπήρχαν ίχνη φρεναρίσματος στον τόπο του ατυχήματος, οι δε ζημίες των εμπλεκόμενων οχημάτων, ιδίως του Β οχήματος, δεν ήταν μεγάλες. Αν πράγματι υπήρχε ιλιγγιώδης ταχύτητα η σφοδρότητα της σύγκρουσης θα ήταν πολύ μεγαλύτερη από την ένδικη. Εξάλλου, η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου για τις συνθήκες του ατυχήματος δεν μπορεί να ανατραπεί από την κατάθεση της μάρτυρα του ενάγοντα της υπό στοιχείο Β αγωγής (και 1ou εναγομένου της υπό στοιχείο Α αγωγής), η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, καθόσον η εν λόγω μάρτυρας, όπως καταθέτει και η ίδια, δεν ήταν μπροστά όταν συνέβη το ένδικο ατύχημα, αλλά έφτασε στο σημείο του ατυχήματος αφότου είχε γίνει (βλ. σελ. 6 των ταυτάριθμων με την παρούσα πρακτικών). Ο δε ισχυρισμός του οδηγού του Β οχήματος ότι βρισκόταν εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του και όχι στο αντίθετο ρεύμα δεν είναι βάσιμος, διότι στις ανωτέρω φωτογραφίες φαίνεται καθαρά ότι η δίκυκλη μηχανή βρίσκεται εντός του αντίθετου ρεύματος (πέραν, δηλαδή, της νοητής διαχωριστικής γραμμής των δύο λωρίδων της οδού) και ότι η σύγκρουση των εμπλεκόμενων οχημάτων έλαβε χώρα εντός του αντιθέτου ρεύματος. Τέλος, είναι αξιοσημείωτη και μία αντίφαση που εντοπίζεται στους ισχυρισμούς του οδηγού του Β οχήματος που περιέχονται στις καταθέσεις του στο πλαίσιο της προανακριτικής διαδικασίας για το ατύχημα και σε εκείνους που περιέχονται στην από 22-6-2020 δήλωση ατυχήματος προς την ασφαλιστική εταιρεία «AIG S.A.». Ειδικότερα, στην από 10-7-2020 ένορκη εξέταση μάρτυρα ενώπιον του A’ Τ.Τ. Δυτικής Αττικής, ο οδηγός του Β οχήματος δήλωσε ότι το Α όχημα ήταν προπορευόμενο του δικού του οχήματος και ξαφνικά ενήργησε ελιγμό προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το δικό του όχημα, ενώ στη δήλωση ατυχήματος προς την ασφαλιστική εταιρεία δήλωσε ότι το Α όχημα ήταν σταματημένο στην κίνηση και ότι αυτός κινούταν αριστερά του Α οχήματος, το οποίο έστριψε απότομα αριστερά και τον χτύπησε στη δεξιά επιφάνεια του οχήματος του. Η αντίφαση αυτή ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου περί αβασιμότητας των ισχυρισμών του.

Με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και τις αναφερθείσες συνθήκες, το Δικαστήριο κρίνει ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του Β οχήματος, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και την επιμέλεια που θα κατέβαλε κάθε συνετός οδηγός υπό ανάλογες περιστάσεις. Ειδικότερα, οδηγούσε χωρίς να έχει την απαιτούμενη από τον νόμο άδεια ικανότητας οδήγησης (παράβαση των άρθρων 13 παρ. 2 και 94 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.), δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του (παράβαση του άρθρου 12 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.), δεν ασκούσε τον επιβαλλόμενο πλήρη έλεγχο και εποπτεία του οχήματος του ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί σε κάθε στιγμή τους απαιτούμενους χειρισμούς (παράβαση άρθρου 19 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.) και δεν κινούταν μέσα στα όρια της λωρίδας κυκλοφορίας του, αλλά σε οδόστρωμα που προοριζόταν για την αντίθετη προς την κατεύθυνση του κυκλοφορία (παράβαση άρθρου 16 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ.), με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το Α όχημα και να επισυμβεί το ως άνω περιγραφόμενο ατύχημα, το οποίο δεν θα είχε συμβεί εάν ο εν λόγω οδηγός δεν είχε επιδείξει την αμελή αυτή συμπεριφορά. Εξάλλου, δεν αποδείχτηκαν στοιχεία που να θεμελιώνουν υπαιτιότητα του οδηγού του Α οχήματος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, απορριπτόμενων των ισχυρισμών των εναγομένων της υπό στοιχείο Α αγωγής περί αποκλειστικής υπαιτιότητας και συνυπαιτιότητας του οδηγού του Α οχήματος.

Σημειώνεται εδώ ότι το Β όχημα, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία «AIG EUROPE LTD» και ήδη «AIG EUROPE SA – ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΕΛΛΑΔΟΣ». Όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ. . ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το ασφαλισμένο όχημα ήταν η μοτοσυκλέτα μάρκας YAMAHA XT, κυλινδρισμού 660 cc, έτους κατασκευής 2009, με αριθμό πλαισίου 02381 και αριθμό κυκλοφορίας ΧΥΒ-.. Περαιτέρω, την 11 -6-2020 στο ασφαλισμένο αυτό όχημα έγινε αλλαγή πινακίδων, μετά την οποία έλαβε τον αριθμό κυκλοφορίας ΒΡΒ-., ο οποίος ήταν και ο αριθμός κυκλοφορίας που έφερε το όχημα όταν έγινε το ατύχημα. Η μεταβολή αυτή που έγινε στις πινακίδες προκύπτει και από την από 17-6-2020 εκτύπωση των στοιχείων του οχήματος από την αστυνομία που προσκομίζει ο ενάγων της υπό στοιχείο Α αγωγή με τις προτάσεις του υπό τον αριθμό σχετικού 1θ, καθώς και από την άδεια κυκλοφορίας του οχήματος με αριθμό κυκλοφορίας ΒΡΒ-. που προσκομίζει ο ενάγων της υπό στοιχείο Α αγωγή με τις προτάσεις του υπό τον αριθμό σχετικού 11, η οποία στη θέση Ε αναφέρει τον ίδιο αριθμό’πλαισίου που έφερε το ΧΥΒ-. όχημα και στη θέση 22 αναφέρει ως προηγούμενο αριθμό κυκλοφορίας του οχήματος το «ΧΥΒ-.». Το όχημα, λοιπόν, που ενεπλάκη στο ατύχημα με αριθμό κυκλοφορίας ΒΡΒ-. ήταν το Ιδιο όχημα που είχε ασφαλίσει η ως αν ασφαλιστική εταιρεία, απλά με διαφορετικό αριθμό κυκλοφορίας, λόγω αλλαγής πινακίδων. Με αυτή την αιτιολογία έγινε και η υπ’ αριθμ. ./18-6-2020 πρόσθετη πράξη από την ασφαλιστική πράκτορα της ασφαλιστικής εταιρείας ., στην οποία πλέον εμφαίνεται και η αλλαγή του αριθμού κυκλοφορίας του ασφαλισμένου οχήματος. Επομένως, είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός της ασφαλιστικής εταιρείας – 2ης εναγόμενης της υπό στοιχείο Α αγωγής ότι κατά τον χρόνο του ένδικου ατυχήματος δεν ασφάλιζε το εμπλεκόμενο στο ατύχημα Β όχημα. Εξάλλου, δεν αποδείχτηκε συμπαιγνία μεταξύ της ασφαλιστικής πράκτορα της και του ασφαλισμένου ούτε αυτή μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι η προαναφερόμενη πρόσθετη πράξη ασφαλιστηρίου συμβολαίου έγινε μία ημέρα μετά το ένδικο ατύχημα, αφού προκύπτει ξεκάθαρα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, ότι στο ασφαλισμένο όχημα είχε πράγματι γίνει αλλαγή πινακίδων και μάλιστα σε χρονικό σημείο πριν το ένδικο ατύχημα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, συνεπεία της ένδικης σύγκρουσης, το Α όχημα 7 υπέστη υλικές ζημίες στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του, για την αποκατάσταση των οποίων καταβλήθηκαν από τον ιδιοκτήτη του (ενάγοντα της υπό στοιχείο Α αγωγής) τα κάτωθι ποσά: Για αγορά ανταλλακτικών: α) 60 € για εμπρόσθιο αριστερό φτερό, 150 € για εμπρόσθιο προφυλακτήρα, 30 € για εμπρόσθιο θόλο, 50 € για εμπρόσθιο αριστερό φανάρι, 5 € για εμπρόσθιο αριστερό φλας, 10 € για βάση προφυλακτήρα και 50 € για σπόιλερ εμπρόσθιου αριστερού φτερού, πλέον Φ.Π.Α. 24%, ήτοι συνολικό ποσό 440,20 ευρώ (βλ. το από 30-7-2020 δελτίο αποστολής της επιχείρησης ανταλλακτικών αυτοκινήτων … και την αντίστοιχη απόδειξη λιανικής πώλησης), β) 70 € για αμορτισέρ, 55 € για ψαλίδι και 100 € για ημιαξόνιο, πλέον Φ.Π.Α. 24%, ήτοι συνολικό ποσό 279 ευρώ (βλ. το υπ’ αριθμ. ./12-8-2020 τιμολόγιο του συνεργείου αυτοκινήτων «…»). Για εργασίες φανοποιείας και βαφής: α) 40 € για αντικατάσταση εμπρόσθιου αριστερού φτερού, 40 € για αντικατάσταση εμπρόσθιου προφυλακτήρα, 12 € για αντικατάσταση εμπρόσθιου πλαστικού θόλου, 10 € για αντικατάσταση εμπρόσθιου αριστερού φλας, 5 € για αντικατάσταση εμπρόσθιου αριστερού φλας, 5 ευρώ για αντικατάσταση εμπρόσθιας αριστερής βάσης προφυλακτήρα, 10 ευρώ για αντικατάσταση εμπρόσθιου αριστερού σπόιλερ φτερού, 100 € για βαφή προφυλακτήρα, 100 € για βαφή αριστερού φτερού και 50 € για βαφή σπόιλερ, πλέον Φ.ΠΑ 24%, ήτοι συνολικό ποσό 461,28 ευρώ (βλ. το από 31-7-2020 τιμολόγιο με την επισυναπτόμενη σε αυτό απόδειξη και την προσφορά του συνεργείου αυτοκινήτων «ΑΦ01 … Ο.Ε.», β) 130 € για αλλαγή αμορτισέρ, ψαλιδιού και ημιαξονίου, καθώς και ευθυγράμμιση, πλέον Φ.Π.Α. 24%, ήτοι συνολικό ποσό 161,20 ευρώ (βλ. το υπ’ αριθμ. ./12-8-2020 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του συνεργείου αυτοκινήτων «…»). Συνεπώς, ο ενάγων της υπό στοιχείο Α αγωγής, δαπάνησε για αγορά ανταλλακτικών και για εργασίες φανοποιείας και βαφής το συνολικό ποσό των 1.341,68 ευρώ.

Επιπρόσθετα, λαμβανομένου υπόψη ότι στις συναλλαγές παρατηρείται, από μεγάλη μερίδα του αγοραστικού κοινού, απροθυμία αγοράς οχημάτων, τα οποία έχουν υποστεί βλάβες από ατυχήματα ή συγκρούσεις, λόγω δημιουργίας υπόνοιας ότι αυτά μπορούν να έχουν κρυμμένα ελαττώματα δυνάμενα να εμφανιστούν μεταγενέστερα, με συνέπεια, τελικά, τη μείωση του τιμήματος σε περίπτωση αγοράς, κρίνεται ότι λόγω του ως άνω ατυχήματος το Α όχημα υπέστη μείωση της εμπορικής του αξίας, η οποία, λαμβανομένων υπόψη του είδους και της έκτασης των ζημιών του, οι οποίες δεν αφορούν σε καίριο μηχανικό σημείο του, ανέρχεται σε ποσοστό που δεν ξεπερνά το 5% επί της εμπορικής αξίας του αυτοκινήτου κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Ενόψει των χαρακτηριστικών του οχήματος, ιδίως της παλαιότητας του (το όχημα είχε άδεια πρώτης κυκλοφορίας έτους 2000), των διανυθέντων χιλιομέτρων (τα οποία, όπως αναφέρει ο ίδιος ο ενάγων, είναι περίπου 260.000 χλμ.) και του γεγονότος ότι το όχημα είχε εμπλακεί ξανά σε ατύχημα στο παρελθόν (βλ. την από 2-12-2020 εκτύπωση από Υ.Σ.Α.Ε. με θέμα «Στοιχεία Ζημιάς» που προσκομίζει η 2η εναγόμενη της υπό στοιχείο Α αγωγής), εκτιμάται ότι η εμπορική αξία του αυτοκινήτου κατά τον χρόνο του ατυχήματος ανερχόταν στο ποσό των 1.600 ευρώ. Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω χαρακτηριστικά του οχήματος, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς και αγγελίες πώληση οχημάτων με ίδια χαρακτηριστικά (βλ. www.car.gr, www.ix.gr και αυτές που προσκομίζουν οι διάδικοι). Επομένως, η μείωση της εμπορικής του αξίας λόγω του ένδικου ατυχήματος υπολογίζεται στο ποσό των 80 ευρώ, απορριπτόμενου, ως προς το επιπλέον ποσό, του σχετικού κονδυλίου της αγωγής. Σημειώνεται εδώ ότι η τρέχουσα εμπορική ενός οχήματος εξαρτάται από διάφορους παράγοντες. Η αξία, λοιπόν, δύο μεταχειρισμένων πανομοιότυπων αυτοκινήτων που αγοράσθηκαν ταυτόχρονα μπορεί να διαφέρει ανάλογα π.χ. με τον αριθμό των διανυθέντων χιλιομέτρων, αν έχουν κάνει όλα τα service, αν είχαν ατυχήματα και τι είδους, ο χώρος φύλαξης τους, η εν γένει κατάσταση τους κ.α. Το δε δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά στοιχεία, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής, προκειμένου να καθορίσει την αξία του οχήματος. Δεν μπορεί, λοιπόν, να δεσμευτεί η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου από την υπ’ αριθμ. ΔΕφΚφΔ 1192035 (ΦΕΞ Β΄ 4618/2017) υπουργική απόφαση, την οποία επικαλείται η 2η εναγομένη της υπό στοιχείο Α αγωγής ασφαλιστική εταιρεία, η οποία (απόφαση) άλλωστε αφορά ειδικότερα στα ποσοστά απομείωσης της αξίας μεταχειρισμένων αυτοκινήτων για τη διαμόρφωση της φορολογητέας αξίας για την επιβολή του τέλους ταξινόμησης. Τέλος, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ενάγων της υπό στοιχείο Α αγωγής δοκίμασε στενοχώρια λόγω του ένδικου ατυχήματος και ταλαιπωρία για τη μέριμνα αποκατάστασης των βλαβών του οχήματος του, κρίνεται ότι υπέστη ηθική βλάβη από το ένδικο ατύχημα, για την οποία πρέπει να επιδικασθεί σε αυτόν χρηματική ικανοποίηση ύψους 100 ευρώ, την οποία κρίνει το δικαστήριο ως εύλογη, σταθμίζοντας τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα καθώς και την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου Β οχήματος, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, όχι όμως και αυτή της 2ης εναγόμενης της υπό στοιχείο Α αγωγής ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, απορριπτόμενου, ως προς το επιπλέον ποσό, του σχετικού κονδυλίου της αγωγής.

Κατ’ ακολουθίαν όλων όσων προεκτέθηκαν, όσον αφορά την υπό στοιχείο Α αγωγή, αυτή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη, απορριπτόμενου του ισχυρισμού των εναγομένων της περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του Α οχήματος στην πρόκληση του ατυχήματος, καθώς και της ένστασης της 2ης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας περί συνυπαιτιότητας του προαναφερόμενου οδηγού, ισχυρισμοί οι οποίοι ουδόλως αποδείχθηκαν, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ποσό των 1.341,68 ευρώ, ως αποζημίωση για τις υλικές ζημίες που υπέστη το ανωτέρω όχημα του, το ποσό των 80 ευρώ, ως αποζημίωση για τη μείωση της εμπορικής αξίας του, και το ποσό των 100 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας, ήτοι το συνολικό ποσό των 1.521,68 ευρώ, με τον νόμιμο από την επομένη επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολόσχερή εξόφληση, απορριπτόμενου του αιτήματος της 2ης εναγομένης περί υπολογισμού των νόμιμων τόκων με το ποσοστό των τόκων υπερημερίας και όχι με το ποσοστό των τόκων επιδικίας του άρθρου 346 ΑΚ, καθώς δεν προέκυψαν περιστάσεις που να δικαιολογούν την αιτούμενη εξαίρεση. Η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα (άρθρα 907, 908 ΚΠολΔ). Τέλος, οι εναγόμενοι πρέπει να καταδικαστούν σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντα (άρθρα 178 παρ. 1,189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Όσον αφορά την υπό στοιχείο Β αγωγή, αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, γενομένου δεκτού και του ισχυρισμού των εναγομένων της περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του Β οχήματος στην πρόκληση του ατυχήματος, ο δε ενάγων της υπό στοιχείο Β αγωγής πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των εναγομένων (άρθρα 176, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, όσον αφορά το υπό στοιχείο Γ παρεμπίπτουσα αγωγή, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του 2ου παρεμπιπτόντως εναγομένου, λεκτέα είναι τα κάτωθι: όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, αποδείχτηκε ότι, κατά τον χρόνο του ένδικου ατυχήματος, το Β όχημα ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία. Ακόμη, αποδείχτηκε ότι, κατά τον χρόνο του ένδικου ατυχήματος, ο οδηγός του Β οχήματος, οδηγούσε το όχημα αυτό στερούμενος την απαιτούμενη από τον νόμο άδεια οδήγησης για τη συγκεκριμένη κατηγορία οχήματος. Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο Γ νομική σκέψη της παρούσας, συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη. Επομένως, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, χωρίς να απαλλάσσεται από την ευθύνη της έναντι των ζημιωθέντων τρίτων (εν προκειμένω, του ενάγοντα της υπό στοιχείο Α αγωγής), δικαιούται να ζητήσει και από τον στερούμενο την απαιτούμενη άδεια οδήγησης οδηγό (παρεμπιπτόντως εναγόμενο) οποιοδήποτε ποσό θα καταβάλει στον ενάγοντα της υπό στοιχείο Α αγωγής συνεπεία της ως άνω σύγκρουσης. Σε κάθε περίπτωση, λόγω της ερημοδικίας του 2ου εναγομένου, η οποία διαπιστώθηκε ανωτέρω, οι περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί Της παρεμπιπτόντως ενάγουσας θεωρούνται ομολογημένοι και αποδεικνύονται πλήρως, σύμφωνα με το άρθρο 271 παρ. 3 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι αυτοί δεν αναφέρονται σε γεγονότα για τα οποία απαγορεύεται η ομολογία, κατά δε της παρεμπίπτουσας αγωγής δεν υπάρχει κάποια ένσταση εξεταζόμενη αυτεπαγγέλτως. Πρέπει λοιπόν, η παρεμπίπτουσα αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί ο 2ος παρεμπιπτόντως εναγόμενος να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα οιοδήποτε ποσό, συμπεριλαμβανομένων τού κεφαλαίου, των τόκων και της δικαστικής δαπάνης, αυτή υποχρεωθεί να καταβάλει με την παρούσα στον ενάγοντα της υπό στοιχείο Α αγωγής, η δε απόφαση δεν θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, διότι δεν κρίνεται ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστικής εταιρεία (άρθρα 907, 908 ΚΠολΔ). Πρέπει, επίσης, να οριστεί το προκαταβλητέο παράβολο για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους του παρεμπιπτόντως εναγομένου (άρθρο 501, 502 παρ. 1, 505 παρ. 2 και 591 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, όπως ισχύουν) και να καταδικαστεί ο 2ος εναγόμενος στα δικαστικά έξοδα της παρεμπιπτόντως ενάγουσας (άρθρα 176, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, όσον αφορά τον 1° παρεμπιπτόντως εναγόμενο, η παρεμπίπτουσα αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ενώ πρέπει, επίσης, να οριστεί το προκαταβλητέο παράβολο για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους του παρεμπιπτόντως εναγομένου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Δικαστικά έξοδα υπέρ του 1ου παρεμπιπτόντως εναγομένου δεν επιδικάζονται, διότι δεν I?]υποβλήθηκε σε τέτοια λόγω της ερημοδικίας του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ α) την από 24-9-2020 και με αριθμό κατάθεσης ./2020 αγωγή (υπό στοιχείο Α αγωγή), β) την από 4-11-2020 και με αριθμό κατάθεσης ./2020 αγωγή (υπό στοιχείο Β αγωγή) και γ) την από 27-6-2021 και με αριθμό κατάθεσης ./2021 παρεμπίπτουσα αγωγή (υπό στοιχεία Γ παρεμπίπτουσα αγωγή).

Α. Επί της από 24-9-2020 και με αριθμό κατάθεσης ./2020 αγωγής:

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγόμενους να καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, στον ενάγοντα, για την αιτία που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας, το ποσό των χιλίων πεντακοσίων είκοσι ενός ευρώ και εξήντα οχτώ λεπτών (1.521,68 €), με τον νόμιμο τόκο από την επομένης της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση, ως προς την προηγούμενη καταψηφιστική της διάταξη, προσωρινώς εκτελεστή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εναγομένους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, το οποίο προσδιορίζει στο ποσό των εκατό ευρώ (100 €).

Β. Επί της από 4-11-2020 και με αριθμό κατάθεσης ./2020 αγωγής:

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ενάγοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

Γ. Επί της από 27-6-2021 και με αριθμό κατάθεσης ./2021 παρεμπίπτουσας αγωγής:

Δικάζει ερήμην των παρεμπιπτόντως εναγομένων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την παρεμπίπτουσα αγωγή ως προς τον 1ο παρεμπιπτόντως εναγόμενο.

ΔΕΧΕΤΑΙ την παρεμπίπτουσα αγωγή ως προς τον 2ο παρεμπιπτόντως εναγόμενο.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον 2ο παρεμπιπτόντως εναγόμενο να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα οιοδήποτε ποσό θα καταβάλει η τελευταία, δυνάμει της παρούσας, στον ενάγοντα την από 24-9-2020 και με αριθμό κατάθεσης ./2020 αγωγής, συμπεριλαμβανομένων του κεφαλαίου, των τόκων και της δικαστικής δαπάνης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον 2ο παρεμπιπτόντως εναγόμενο στα δικαστικά έξοδα της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των εκατό ευρώ (100 €)·

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στο Ιλιον, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 11-7-2022, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

https://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/EirIliou%2021.2022.htm

ΠΗΓΗ.dsanet.gr