Αγωγή ασφαλιστικού φορέα κατά συνδικαιούχου τραπεζικού λογαριασμού – Δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων (ΣτΕ 1892/2022)

62

Ανάληψη από τον συνδικαιούχο τραπεζικού λογαριασμού των συνταξιοδοτικών παροχών που είχαν καταβληθεί στον κοινό λογαριασμό μετά τον θάνατο του συνταξιούχου

Αγωγή ασφαλιστικού φορέα κατά συνδικαιούχου τραπεζικού λογαριασμού, λόγω ανάληψης από τον τελευταίο των συνταξιοδοτικών παροχών που είχαν καταβληθεί στον κοινό τραπεζικό λογαριασμό μετά τον θάνατο του συνταξιούχου, κρίθηκε ότι αποτελεί ιδιωτική διαφορά, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΣτΕ 1892/2022).

Πιο αναλυτικά, το Συμβούλιο της Επικρατείας επεσήμανε, αρχικά, ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων για την εκδίκαση συγκεκριμένης διαφοράς,  ως ζήτημα αναγόμενο στη δημόσια τάξη, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο κατ’ αναίρεση, ανεξαρτήτως συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων παραδεκτού που ορίζονται στις διατάξεις της παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του δικαστηρίου, η κοινωνικοασφαλιστική σχέση μεταξύ ασφαλιστικού φορέα και συνταξιούχου παύει να υφίσταται μετά τον θάνατο του τελευταίου.  Ως εκ τούτου, από το χρονικό αυτό σημείο επιβάλλεται κατά νόμον η διακοπή της καταβολής των συνταξιοδοτικών παροχών του.  Επομένως, καταβολή των παροχών αυτών εκ μέρους του ασφαλιστικού φορέα μετά τον θάνατο του συνταξιούχου είναι μη νόμιμη. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1710 του ΑΚ, τα καταβληθέντα μετά τον θάνατο του συνταξιούχου ποσά δεν περιέρχονται στην κληρονομιαία περιουσία.

Περαιτέρω, αν ο ασφαλιστικός φορέας καταθέσει χρηματικά ποσά ως συντάξεις σε τραπεζικό λογαριασμό αποβιώσαντος συνταξιούχου μετά τον θάνατό του, ο ασφαλιστικός φορέας αποκτά απαίτηση ευθέως έναντι του πιστωτικού ιδρύματος, στο οποίο τηρείται ο πιστωθείς τραπεζικός  λογαριασμός, προς ανάληψη των χρηματικών  αυτών ποσών. Αν το υπόλοιπο του λογαριασμού δεν επαρκεί για την ολοσχερή επιστροφή του παρανόμως καταβληθέντος από τον φορέα χρηματικού ποσού, η υποχρέωση της τράπεζας εξαντλείται με την επιστροφή του υπάρχοντος υπολοίπου και τη γνωστοποίηση του ονοματεπωνύμου και της διεύθυνσης του προσώπου που ανέλαβε τα αχρεωστήτως πιστωθέντα χρηματικά ποσά στον ασφαλιστικό φορέα, προκειμένου ο τελευταίος να αναζητήσει το υπολειπόμενο ποσό από τον λήπτη. 

Ακολούθως, κατά το σκεπτικό του δικαστηρίου, σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό,  η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης από έναν από τους δικαιούχους γίνεται εξ ιδίου δικαίου και καθένας από τους δικαιούχους έχει δικαίωμα να αναλάβει ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, η δε τράπεζα έχει υποχρέωση να καταβάλει το ποσό αυτό σε πρώτη ζήτηση. Σε περίπτωση δε θανάτου ενός από τους δικαιούχους κοινού τραπεζικού λογαριασμού, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας και, ως εκ τούτου, αν μετά τον θάνατο ενός συνδικαιούχου κοινού λογαριασμού  γίνει  ανάληψη της κατάθεσης από επιζώντα συνδικαιούχο, ο οποίος έχει και την ιδιότητα του κληρονόμου, η ανάληψη αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε με την ιδιότητα του κληρονόμου αλλά του συνδικαιούχου.

Εν προκειμένω και ενόψει των ανωτέρω, το δικαστήριο έκρινε ότι η εγερθείσα με αγωγή αξίωση του ασφαλιστικού φορέα, η οποία αφορά χρηματικά ποσά κατατεθέντα από τον φορέα σε τραπεζικό λογαριασμό συνταξιούχου μετά τον θάνατό του και αναληφθέντα από τον συνδικαιούχο του λογαριασμού αυτού, δεν  στηρίζεται σε έννομη σχέση δημοσίου δικαίου.

Ειδικότερα, μετά τον θάνατο του  συνταξιούχου έπαυσε να υφίσταται η δημοσίου δικαίου κοινωνικοασφαλιστική σχέση που συνέδεε τον τελευταίο με τον ασφαλιστικό φορέα, τα δε χρηματικά ποσά που καταβλήθηκαν μετά τον θάνατο του συνταξιούχου ως συντάξεις στον τραπεζικό  λογαριασμό του δεν περιήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία . Περαιτέρω, ο εναγόμενος – αναιρεσίβλητος προέβη σε ανάληψη των χρηματικών αυτών ποσών, όχι ως κληρονόμος του αποβιώσαντος συνταξιούχου, αλλά ως συνδικαιούχος  του κοινού τραπεζικού λογαριασμού που διατηρούσε με τον αποβιώσαντα πατέρα του, κατ΄ ενάσκηση ενοχικού δικαιώματός του έναντι της τράπεζας. Κύρια δε νομική βάση της αγωγής του ασφαλιστικού φορέα είναι οι διατάξεις περί αδικοπραξίας του άρθρου 914 του ΑΚ και πραγματική βάση της το γεγονός ότι ο εναγόμενος – αναιρεσίβλητος ουδέποτε ενημέρωσε τον φορέα για τον θάνατο του δικαιούχου των καταβαλλόμενων παροχών και το γεγονός ότι ο ίδιος, αν και γνώριζε ότι οι εν λόγω καταθέσεις – πιστώσεις του λογαριασμού δεν είχαν γίνει υπέρ αυτού και δεν είχαν νόμιμο έρεισμα, προέβη  σε ανάληψη των σχετικών χρηματικών ποσών αφήνοντας τον λογαριασμό με μηδενικό υπόλοιπο  με συνέπεια να είναι αδύνατη η εκ μέρους του αναιρεσείοντος ανάκτησή τους με την αυτόματη διαδικασία ανάληψης που προβλέπεται στο άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 2703/1999.  

Δείτε την περίληψη της απόφασης στο adjustice.gr

ΠΗΓΗlawspot.gr