ΜΠρΑθ 1533/2010 Πυλωτή – Θέσεις στάθμευσης -.

114

Κοινόχρηστες οι θέσεις στάθμευσης της πυλωτής ή του ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου, που με τη σύσταση υπήχθησαν κατ’ αποκλειστική χρήση σε αποθήκες – βοηθητικούς χώρους. Ακύρωση της σύστασης και των μεταβιβαστικών συμβολαίων με τα οποία απεκτήθησαν οι θέσεις αυτές. Απορρίπτεται προσεπίκληση με σωρευθείσα αγωγή αποζημιώσεως κατά της εργολήπτριας εταιρείας που είχε λάβει ως εργολαβικό αντάλλαγμα τις θέσεις αυτές, διότι δεν εκτίθεται στο δικόγραφο η έννομη σχέση προσεπικαλούντος – προσεπικαλουμένου.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΜΙΣΘΩΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 1533/2010

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Δικαστή Σοφία Καραγιάννη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Αντωνία Λαμπροπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 14.1.2010 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ (ΚΥΡΙΩΣ) ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) Π. συζ. Ν. Ν. το γένος Γ. Α. και 2) Ν. Ν. του Ε.αμφοτέρων κατοίκων Ν. Κόσμου Αθηνών οδός Π. αρ. ** οι οποίοι παραστάθηκαν η πρώτη δια ο δεύτερος μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Αβραάμ.

ΤΩΝ (ΚΥΡΙΩΣ) ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) Α. θυγατέρας Ι. Κ., 2) Ν. Χ. του Ι., 3) Α. συζ. Ν. Χ. το γένος Σ. Χ., 4) Δ. Π. του Μ. 5) Α. συζ. Δ. Π., 6) Α. Ν. του Γ., 7) Α. συζ., Α. Ν. το γένος Ν. Θ., 8) Α. Α. του Α., 9) Ι. Β. του Α., όλως κατοίκων Ν. Κόσμου Αθηνών οδός Π. αρ. ** και 10) Μ. συζ. Γ. Ζ. το γένος Ι. . κατοίκου Νέου Κόσμου Αθηνών οδός Ν. αρ. * εκ των οποίων παραστάθηκαν ο πρώτος, δεύτερος, τρίτη, έκτος, έβδομος, όγδοη και δέκατη δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους Βασίλειου Αγρογιάννη και Αναστασίου Βάπα, ο ένατος δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ναταλής Σαϊτάκη ενώ οι τέταρτος και πέμπτη δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

ΤΩΝ ΠΡΟΣΕΠΙΚΛΟΥΝΤΩΝ-ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ-ΥΠΕΡ ΩΝ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ : 1) Ν.Χ. του Ι., 2) Α. συζ. Ν. Χ. το γένος Σ. Χ., 3) Α. Ν. του Γ., 4) Α. συζ. Α. Ν. το γένος Ν. Θ., 5) Α. Α. του Α. όλως κατοίκων Ν. Κόσμου Αθηνών οδός Π. αρ. ** και 6) Μ. συζ. Γ. Ζ. το γένος Ι. Π. οι οποίοι παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Βασιλική Αγρογιάννη.

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΠΡΟΣΕΠΙΚΛΗΣΗ-ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ-ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑΣ: Ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία «ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ …. & ΣΙΑ Ο.Ε» που εδρεύει στο Ν. Κόσμο Αττικής οδός Πασιώνος αρ. **, νομίμως εκπροσωπούμενης από τον εκκαθαριστής Β. Ε. η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σούσκα.

Οί κυρίως ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 15.1. 2008 αγωγή τους που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό εκθέσεως 87828/2008 και ειδικό αριθμό καταθέσεως 2870/2008 αγωγή τους δικάσιμος της. Επί της κυρίας αυτής αγωγής ορίσθηκε δικάσιμος η 16η.2. 2009 κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας. Οι προσεπικαλούντες -παρεμπιπτόντως ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 11.2. 2009 προσεπίκληση και η ενωμένη παρεμπίπτουσα με γενικό αριθμό εκθέσεως 24245/2009 και ειδικό αριθμό 1023/2009 καταθέσεως, δικάσιμος των οποίων ορίστηκε η αναφερομένης την αρχή της απόφασης κατά την οποία οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν από τη σειρά του εκθέματος και οι διάδικοι παραστάθηκαν, πλην των τετάρτου και πέμπτης των •κυρίως εναγόντων κατά τον τρόπο που πιο πάνω σημειώνεται. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 15.1. 2008 με γενικό αριθμό εκθέσεως 87828/2008 και ειδικό αριθμό καταθέσεως 2870/2008 αγωγή και η από 11.2. 2009 με γενικό αριθμό εκθέσεως 24245/2009 και ειδικό αριθμό 1023/2009 καταθέσεως προσεπίκληση με ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή των πρώτου, δευτέρου, έκτου, έβδομης, ογδόης και δέκατης των εναγομένων στην κύρια αγωγή κατά της ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία «ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ …. & ΣΙΑ Ο.Ε» πρέπει να συνεκδικαστούν κατ’ άρθρο 285 του ΚΠολΔ.

Από τις υπ’ αριθ. 5589Β και 5590Β από 28.1. 2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …. σε συνδυασμό με τις από 28.1 2009 αποδείξεις παράδοσης του Αστυφύλακα Γ. Τ. του AT Νέου Κόσμου Αττικής και τις από 29.1. 2009 βεβαιώσεις του ΕΛΤΑ Αθηνών τις οποίες επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι κυρίως ενάγοντες, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 16. 2. 2009 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον τέταρτο και πέμπτη των εναγομένων (άρθρα 122 παρ. 1, 123, 126 παρ. 1 περ. α’, 128 παρ.4 και 648 εδ. α’ του ΚΠολΔ). Κατά την παραπάνω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε με αίτημα και του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγομένων αυτών για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου εκθέματος, οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν και επομένως, ενόψει του ότι η αναβολή της υπόθεσης με την παρουσία των πληρεξουσίων δικηγόρων των

διαδίκων ισοδυναμεί με κλήτευση τους (άρθρο 310 παρ. 2 του ΚΠολΔ), πρέπει αυτοί να δικαστούν ερήμην. Το Δικαστήριο ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 649 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ, 2 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 54 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι, επί οριζοντίου ιδιοκτησίας, ιδρύεται, κυρίως μεν, χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ’ ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου που χρησιμεύουν σε κοινή απ’ όλους τους οροφοκτήτες χρήση μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, κατά την ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, οι αυλές κ.λ.π. Ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών, γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά το άρθρο 4 παρ. 1, 5 και 13 του ως άνω ν. 3741/1929. Αν αυτό δεν γίνει, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτε από την ως άνω δικαιοπραξία ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις πιο πάνω διατάξεις. Το ίδιο συμβαίνει, ήτοι ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις αναγκαστικού δικαίου πολεοδομικές διατάξεις νόμου, όταν οι πιο πάνω δικαιοπραξία και συμφωνίες αντίκεινται στις διατάξεις αυτές, όταν δηλαδή ο καθορισμός των κοινοχρήστων κατ’ έκταση και περιεχόμενο, με βάση τις ανωτέρω συμφωνίες έρχεται σε ευθεία αντίθεση με ρητή πολεοδομική διάταξη που απαγγέλλει ρητώς ή εμμέσως, πλην σαφώς ακυρότητα. Τέτοια διάταξη είναι και εκείνη του άρθρου 1 παρ. 5 εδ. τελευταίο του ν. 960/1979, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1221/1981. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη του νόμου “αι τυχόν δημιουργούμενοι θέσεις σταθμεύσεως εις τον ελεύθερον ισόγειον χώρον του κτιρίου όταν τούτο κατασκευάζεται επί υποστηλωμάτων (πιλοτής) κατά τις ισχύουσες διατάξεις, δεν δύνανται ν’ αποτελέσουν διηρημένας ιδιοκτησίας”. Δηλαδή, από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι όταν η οικοδομή ανεγείρεται με άδεια και υπό το πολεοδομικό σύστημα της αφέσεως του ισογείου χώρου ακαλύπτου, ο ακάλυπτος αυτός χώρος δεν μπορεί να αποτελέσει διηρημένες ιδιοκτησίες, που ανήκουν δηλαδή σε ένα ή περισσότερους ιδιοκτήτες, είτε αυτοί είναι οροφοκτήτες είτε τρίτοι, αλλά θα παραμείνει ως κοινόχρηστος, με την πιο πάνω έννοια, χώρος, επί του οποίου αποκτάται αυτοδικαίως, όπως προαναφέρθηκε, συγκυριότητα, εφόσον υφίσταται οριζόντια ιδιοκτησία σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου και παρεπομένως αναγκαστική συγκυριότητα των οροφοκτητών κατ’ ανάλογη μερίδα τούτων επί του κοινοχρήστου αυτού χώρου, που χρησιμεύει σε κοινή απ’ όλους τους οροφοκτήτες χρήση. Ενόψει αυτών η συμφωνία των οροφοκτητών για την κατάργηση του κοινοχρήστου χώρου της πιλοτής και η μεταβίβαση του χώρου αυτής σε τρίτους κατά διηρημένες ιδιοκτησίες έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς την ως άνω αναγκαστικού δικαίου πολεοδομική διάταξη του ν. 1221/1981, ως επιδιώκουσα απαγορευμένο και αθέμιτο αποτέλεσμα, ήτοι την κάλυψη του υποχρεωτικώς από το νόμο ακαλύπτου ισογείου χώρου ή την μεταβίβαση αυτού σε τρίτους κατ’ αποκλειστική τους ιδιοκτησία και επομένως είναι, κατά το αρθ. 174 ΑΚ άκυρη, λόγω της αντιθέσεως της προς την απαγορευτική ως άνω διάταξη. Εφόσον δε ο χώρος αυτός δεν μπορεί να αποτελέσει διαιρεμένη ιδωκτησία, δεν είναι δεκτικός και συστάσεως χωριστού εμπραγμάτου δικαιώματος (όπως πραγματικής δουλείας) με τον οποίο θα έχανε τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του. Με ιδιαίτερη συμφωνία των συνιδιοκτητών μπορεί, βεβαίως, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 13 του ν. 3741/1929, να παραχωρηθεί εγκύρως η χρήση του χώρου αυτού αποκλειστικώς σε ένα ή ορισμένους ιδιοκτήτες ορόφου ή διαμερίσματος μόνο όμως της ιδίας οικοδομής στην οποία υπάρχει. Ο με το παραπάνω περιεχόμενο περιορισμός του χώρου αυτού από τους λοιπούς οροφοκτήτες έχει απλώς το “χαρακτήρα” δουλείας κατ’

άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 3741/1929, χωρίς όμως να είναι πραγματική δουλεία με την έννοια των άρθρων 1118 και 1119 ΑΚ και επιβάλλεται από τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 εδ. α, β, 5 του ν. 960 979, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1221/1981 και το π.δ. 1340/1981, συνίσταται δε στην υποχρέωση των συνιδιοκτητών, επί οικοδομών που ανεγείρονται με άδεια και υπό το πολεοδομικό σύστημα της αφέσεως του ισογείου ακαλύπτου, να εξασφαλίζουν είτε σε ακάλυπτο είτε σε καλυμμένο (μεταξύ των υποστηλωμάτων της οικοδομής πιλοτής) χώρο για τη στάθμευση των αυτοκινήτων των συνιδιοκτητών της οικοδομής. Συνέπεια του περιορισμού αυτού της κυριότητας είναι ότι δεν επιτρέπεται στους συνιδιοκτήτες του οικοπέδου με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία και με οποιαδήποτε μεταγενέστερη κατά τους νομίμους τύπους γενομένη τροποποίηση της, να μην εξασφαλίζουν στην κοινόκτητη πιλοτή της οικοδομής θέσεις σταθμεύσεως των αυτοκινήτων τους και να στερούνται έτσι της δυνατότητας χρήσεως κοινοκτήτου και κοινοχρήστου μέρους της ως άνω οικοδομής, ενώ κατά το αναγκαστικό δίκαιο που αναφέρθηκε επιβάλλεται η εξασφάλιση θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων των ιδιοκτητών των άνω διαμερισμάτων. Πρέπει να σημειωθεί ότι στον καθορισμό του απαιτουμένου αριθμού θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων αναλόγων των χρήσεων και του μεγέθους των κτιρίων σε περιοχές εντός της μείζονος περιοχής πρωτευούσης, βάσει του π.δ. 1340/1981 δεν προβλέπεται θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου για επιφάνεια μικρότερη από σαράντα (40) τετραγωνικά μέτρα, ενώ στην επιφάνεια του κτιρίου, για τον υπολογισμό των θέσεων σταθμεύσεως, δεν υπολογίζονται και οι εν γένει βοηθητικοί χώροι. Επομένως, κατανομή των θέσεων των αυτοκινήτων στον ακάλυπτο χώρο της πιλοτής της οικοδομής, ώστε να εξασφαλίζεται θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου σε υπόγεια, χωρίς λειτουργική ανεξαρτησία, μικρή αποθήκη (επιφάνειας μικρότερης των 40 τ.μ.), που αποτελεί βοηθητικό χώρο διαμερίσματος και να μην εξασφαλίζεται θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου στο διαμέρισμα και έτσι να στερείται παντελώς χρήσεως της πιλοτής ο ιδιοκτήτης διαμερίσματος ορόφου, αντιβαίνει ευθέως στον από τις άνω πολεοδομικές διατάξεις επιβαλλόμενο περιορισμό της κυριότητος και είναι άκυρη γΓ αυτό δε και θεωρείται ως μη γενομένη κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ (ΟλΑΠ 5/1991 ΕλλΔνη 32.750, ΟλΑΠ 23/2000 ΕλλΔνη 42.58, ΑΠ 448/1996 ΕλλΔνη 37.600, ΕφΑΘ 8600/2000 ΕλλΔνη 43.500, ΕφΑΘ 7337/1999 Ε.Δ.Π 2001/7211). Περαιτέρω, για να έχει κάποιος την αποκλειστική χρήση κοινόκτητου χώρου, πρέπει να ήταν και να είναι ιδιοκτήτης χωριστής ιδιοκτησίας της ίδιας οικοδομής, τέτοιας όμως, που δεν εμπίπτει στην παραπάνω πολεοδομική διάταξη (ΕφΑΘ 1886/1994 ΕΔΠ 1994/208). Έτσι ο εργολάβος, ο οποίος λαμβάνει ως εργολαβικό αντάλλαγμα ορισμένους ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων της υπό ανέγερση πολυκατοικίας και παράλληλα το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης ορισμένων θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων της πιλοτής, προκειμένου να παραχωρήσει το δικαίωμα του αυτό, ως παρακολούθημα σε αγοραστές ορόφων ή διαμερισμάτων ορόφων και, μια τέτοια παραχώρηση είναι άκυρη και χώρος σταθμεύσεως της πιλοτής παύει να ανήκει στην αποκλειστική χρήση του προς ον η παραχώρηση και καθίσταται αυτοδικαίως αντικείμενο της κοινής χρήσης όλων των συνιδιοκτητών (ΕφΑΘ 7998/2004 ΕΔΠ 2004, 134, ΕφΑΘ 101/2003, ΝοΒ 2003, 1238, ΕφΑΘ 7337/1999, ΕΔΠ 2001, 211).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 15.1. 2008 κύρια αγωγή οι ενάγοντες εκθέτουν ότι είναι ιδιοκτήτες, κατ1 ισομοιρίαν και εξ’ αδιαιρέτου, του (οροφο)διαμερίσματος, εμβαδού 58 τμ, του πρώτου πάνω από την πιλοτή ορόφου της επί της οδού Πυθέου 66 στην περιοχή Νέος Κόσμος στην Αθήνα πολυωρόφου οικοδομής η οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και διέπεται από την υπ’ αριθ. 7042/30.5.1990 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας νόμιμα μεταγεγραμμένων οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ του οικοπεδούχου και της εργολήπτριας εταιρίας νομίμως εκπροσωπούμενης. Ότι στην ως άνω σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας ορίστηκε ότι στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής περιλαμβάνονται επτά θέσεις στάθμευσης στην πιλοτή καις τον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής και στο υπόγειο οκτώ αποθήκες εκτάσεως 4 περίπου τμ η καθεμία και ότι στις αποθήκες ανήκουν κατ’ αποκλειστική χρήση ως παράρτημα αυτών οι αναφερόμενες αντιστοίχως θέσεις στάθμευσης. Ότι η πρώτη εναγόμενη είναι ιδιοκτήτρια του δεύτερου υπέρ την πιλοτή ορόφου της πολυκατοικίας αυτής και της Υ3 αποθήκης στην οποία ανήκει η αποκλειστική χρήση της υπό στοιχ. Ρ3 θέση στάθμευσης στον ακάλυπτο, ο δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, κατ ισομοιρίαν και εξ’ αδιαιρέτου του διαμερίσματος του τρίτου ορόφου και της Υ2 αποθήκης στην οποία ανήκει η αποκλειστική χρήση της Ρ2 θέσης στάθμευσης, ο τέταρτος και η πέμπτη του διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου και της Υ5 αποθήκης στην οποία ανήκει η αποκλειστική χρήση της Ρ6 θέσης στάθμευσης, ο έκτος και η έβδομη του διαμερίσματος του εβδόμου ορόφου και της Υ4 αποθήκης στην οποία ανήκει η αποκλειστική χρήση της Ρ4 θέσης στάθμευσης, η όγδοη εναγομένη είναι ιδιοκτήτρια του ογδόου ορόφου και της Υ7 αποθήκης και στην οποία ανήκει η αποκλειστική χρήση της Ρ7 θέσης στάθμευσης, ο ένατος εναγόμενος έχει τη ψιλή κυριότητα των 65/1000 εξ αδιαιρέτου του Δ-1 διαμερίσματος και του Ε1 διαμερίσματος καθώς και τη ψιλή κυριότητα των Υ6 και Υ8 αποθήκης στην οποία ανήκει κατ’ αποκλειστική χρήση ως παράρτημα αυτής η Π8 θέση στάθμευσης στην πιλοτή. Η δέκατη TODV εναγομένων δυνάμει του υπ’ αριθ. 7556/1992 νομίμως μετεγγραμμένου συμβολαίου απέκτησε από τον οικοπεδούχο την Υ1 αποθήκη στην οποία ανήκει κατά αποκλειστική χρήση η Ρ1 θέση στάθμευσης στον ακάλυπτο της πιλοτής. Ότι οι εννέα πρώτοι ιδιοκτήτες οριζοντίων ιδιοκτησιών της εν λόγω πολυωρόφου οικοδομής και η δέκατη εναγομένη χωρίς να είναι ιδιοκτήτρια διαμερίσματος της πολυκατοικίας αυτής αλλά μόνο αποθήκης παρανόμως χρησιμοποιούν τις αντίστοιχες θέσεις στάθμευσης διότι η κατανομή θέσεων αυτοκινήτου στην πιλοτή και ακάλυπτο χώρο της οικοδομής ώστε να εξασφαλίζεται σε υπόγεια μικρή αποθήκη επιφάνειας μικρότερης των 40 τμ που αποτελεί χώρο βοηθητικό διαμερίσματος, και να μην εξασφαλίζεται χώρο στάθμευσης στους ιδιοκτήτες του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου (εναγόντων) αντιβαίνει στις πολεοδομικές διατάξεις, είναι άκυρη και θεωρείται μη γενομένη. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζητούν α) να αναγνωρισθεί άκυρη η αναφερόμενη πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας ως προς το ότι στις παραπάνω αποθήκες ανήκουν κατά αποκλειστική χρήση ως παραρτήματα οι αντίστοιχες θέσεις στάθμευσης, β) να αναγνωρισθούν ως κοινόχρηστες όλες οι θέσεις στάθμευσης της πιλοτής, γ) να αναγνωρισθεί ως απολύτως άκυρη οποιαδήποτε μεταβίβαση των ανωτέρω χώρων στάθμευσης κατά προσάρτηση στις επίδικες αποθήκες, δ) να αναγνωρισθεί ως απολύτως άκυρη η μεταβίβαση σε τρίτο μη ιδιοκτήτη της πολυκατοικίας αποθήκης μετά της προσαρτηθείσης θέσεως στάθμευσης αυτοκινήτου, ε) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και οποιοσδήποτε τρίτος που έλκει δικαιώματα από αυτούς, να τους αποδώσουν, ως συγκυρίων, συννομέων και συγκατόχων, την ελεύθερη σύγχρηση των χώρων αυτών και στ) να απειληθεί κατά των εναγομένων προσωπική κράτηση δύο μηνών και χρηματική ποινή 293 ευρώ για κάθε παράβαση της αποφάσεως που θα εκδοθεί. Να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά τους δαπανήματα.

Η αγωγή παραδεκτά φέρεται για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 έως 657 του ΚΓιολΔ (άρθρο 647 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα) ενώπιον του αρμοδίου τούτου καθ’ ύλην και κατά τόπον Δικαστηρίου (άρθρα 17 αρ. 2 και 22 του ΚΠολΔ) και είνα* ορισμένη, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του ενάτου των εναγομένων και νόμιμη. Στηρίζεται στις προδιαλαμβανόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις καθώς και σ’ εκείνες των άρθρων, 1, 2, 3, 4, 5, 7, 8 και 13 του ν. 3741/1929, 1002, 1117, 174 ΑΚ και 70, 907, 908, 945 παρ. 1, 946 παρ. 1 και 176 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίσν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 182 του ΑΚ, όταν η άκυρη δικαιοπραξία περιέχει τα στοιχεία άλλης δικαιοπραξίας αυτή ισχύει εφόσον συνάγεται ότι τα μέρη θα την ήθελαν, αν ήξεραν την ακυρότητα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι όταν η άκυρη δικαιοπραξία περιέχει τα στοιχεία άλλης δικαιοπραξίας, την οποία τα μέρη δεν προέβλεψαν ούτε ηθέλησαν, θα ήθελαν όμως αν ήξεραν την ακυρότητα της καταρτισθείσας, τότε ισχύει η τελευταία. Για να χωρήσει όμως η μετατροπή αυτή απαιτείται ένα από τα μέρη που έλαβαν μέρος στη δικαιοπραξία να επικαλεσθεί και αποδείξει την άγνοια των μερών περί ακυρότητας της πρώτης δικαιοπραξίας και την υποθετική βούληση τους όπως ισχύσει η κατά μετατροπή έγκυρη δικαιοπραξία, αν τα μέρη γνώριζαν την ακυρότητα (ΑΠ 247/2004, ΑΠ 1051/2003 δημοσιευμένες στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 619/1999 ΕΔΠ 1999, 205, ΑΠ 7227/1999, ό.π., ΑΠ 967/19S7 ΕλλΔνη 39.123). Περαιτέρω, κατά την αληθινή έννοια της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία σκοπεύει στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας κατά την άσκηση κάθε δικαιώματος, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της άσκησης του και η διαμορφωθείσα κατά το διάστημα που μεσολάβησε πραγματική κατάσταση, καθιστούν επαχθή τη μεταγενέστερη άσκηση του. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται και από άλλα περιστατικά, αναγόμενα στη συμπεριφορά του δικαιούχου, από τα οποία να δημιουργήθηκε στον υπόχρεο η εύλογη πεποίθηση ότι αποκλείεται στο μέλλον η άσκηση του δικαιώματος, με βάση δε την πεποίθηση αυτή πρέπει να διαμορφώθηκε στη συνέχεια πραγματική κατάσταση, της οποίας η ανατροπή με την άσκηση του δικαιώματος πρέπει να συνεπάγεται για τον υπόχρεο δυσβάστακτες συνέπειες καθ’ υπέρβαση προφανή των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος (ΟλΑΠ 1/1997, ΑΠ 247/2004 ό.π, ΑΠ 205/2001 ΕλλΔνη 42.1571, ΑΠ 196/2001 ΕλλΔνη 42.1570, ΑΠ 1203/2000 ΕλλΔνη 43.126, ΑΠ 7337/1999, ό.π. ΑΠ 551/1998 ΕλλΔνη 39.1296). Στην προκειμένη περίπτωση οι παριστάμενοι εναγόμενοι, προφορικά με δήλωση τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις τους που κατέθεσαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου ισχυρίζονται ότι ακόμα και αν η παραχώρηση δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης χώρων στάθμευσης της πυλωτής στις υπόγειες αποθήκες ήταν άκυρος και πάλι θα ίσχυε κατά μετατροπή ως έγκυρη συμφωνία παραχώρησης του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης. Ο ισχυρισμός αυτός ως ένσταση καταλυτική της αγωγής εκ του άρθρου 182 ΑΚ είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν περιέχει τα αξιούμενα από το εν λόγω άρθρο στοιχεία και κυρίως δεν περιέχει σαφή αίτηση των ενισταμένων για μετατροπή του άκυρου μέρους της πράξεως οριζόντιας ιδιοκτησίας και την ως άνω υποθετική θέληση των συμβληθέντων σ’ αυτές. Περαιτέρω οι παριστάμενοι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το αγωγικό δικαίωμα των εναγόντων ασκείται καταχρηστικά διότι για την απόκτηση των θέσεων στάθμευσης κατέβαλαν τίμημα, ότι οι ενάγοντες εν γνώσει τους αγόρασαν διαμέρισμα στο οποίο δεν αντιστοιχεί θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, ότι με την αγορά του διαμερίσματος τους προσχώρησαν και αποδέχθηκαν την πράξη οροφοκτησίας και ότι έβλεπαν οι ενάγοντες να σταθμεύουν τα αυτοκίνητα τους στις συγκεκριμένες θέσεις στάθμευσης χωρίς να διαμαρτυρηθούν για χρονικό διάστημα 18-20 ετών έως την άσκησης της αγωγής. Τα επικαλούμενα προς θεμελίωση της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως περιστατικά δεν είναι ικανά για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων ότι υπερβαίνει τα αξιολογικά όρια

του άρθρου 281 ΑΚ, απορριπτόμενης της ενστάσεως αυτής ως νόμω αβάσιμης.

Στην από 11.2.2009 προσεπίκληση, στην οποία ενώνεται και παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία «ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ … & ΣΙΑ Ο.Ε», οι δεύτερος, τρίτη, έκτος, έβδομη, ένατη και δέκατη των εναγόμενων της κύριας αγωγής και παρεμπιπτόντως ενάγοντες εκθέτουν ότι σε βάρος τους ασκήθηκε η πιο πάνω κύρια αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουν αυτολεξεί. Ότι, με τις αναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις που μεταγράφηκαν νόμιμα η ως άνω ομόρρυθμη εταιρία τους μεταβίβασε λόγω πωλήσεως τις περιγραφόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες με αποθήκες στην αποκλειστική χρήση των οποίων ανήκουν ως παραρτήματα οι περιγραφόμενες θέσεις στάθμευσης στην πιλοτή και στον ακάλυπτο χώρο της πολυορόφου οικοδομής για τις οποίες κατέβαλαν τίμημα. Οτι για το λόγο αυτό προσεπικαλούν την εν λόγω εταιρία, που επέχει θέση δικονομικού εγγυητή έναντι αυτών, και ζητούν να παρέμβει προς υποστήριξη τους στην ανοιγείσα με την ως άνω κύρια αγωγή δίκη. Επίσης, ζητούν για την περίπτωση παραδοχής της κύριας αγωγής, να υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εναγομένη να τους καταβάλει ως αποζημίωση για τη στέρηση των θέσεων στάθμευσης το ποσό των 6.000 ευρώ σε καθένα από τους τέσσερες πρώτους και από 12.000 ευρώ σε κάθε μία από τις δύο τελευταίες από τους παρεμπιπτόντως ενάγοντες. Η προσεπίκληση αυτή και η ενωμένη με αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή ασκήθηκαν παραδεκτά με ιδιαίτερο δικόγραφο (άρθρα 88, 89 215 επ. ΚΠολΔ), εισάγονται αρμοδίως στο παρόν Δικαστήριο (άρθρο 31 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι όμως απορριπτέες ως απαράδεκτες καθόσον δεν εκτίθεται στο δικόγραφο τους η έννομη σχέση από την οποία και προκύπτει η υποχρέωση της προσεπικαλούμενης και παρεμπίπτουσας εναγομένης να καταβάλει στους προσεπικαλούντες παρεμπίπτοντες ενάγοντες αποζημίωση ενώ για πρώτη φορά με τις προτάσεις τους επικαλούνται ακροθιγώς τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ. Πρέπει, επομένως, να απορριφθούν απορριπτόμενης συνακόλουθα και της ασκηθείσας δια των προτάσεων πρόσθετης παρέμβασης της προσεπικαλούμενης, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον εκκαθαριστή της, υπέρ των προσεπικαλούντων με αίτημα την απόρριψη της κυρίας αγωγής παρότι η πρόσθετη αυτή παρέμβαση της είναι και απαράδεκτη για το λόγο ότι από τις διατάξεις των άρθρων 80, 81, 215 και 647 επ. του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται με κατάθεση αυτοτελούς δικογράφου και με την κοινοποίηση αυτού σε όλους τους διαδίκους και σε υπόθεση που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ, εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση από τα άρθρα που διέπουν την ειδική αυτή διαδικασία (ΑΠ 685/1988 ΑρχΝομ 1989, 264, ΕφΑΘ 10186/2002 ΕΔΠ 2006, 23). Επομένως η προσεπίκληση, παρεμπίπτουσα αγωγή και δια των προτάσεων πρόσθετη αυτή παρέμβαση πρέπει, συνεκδικαζόμενες με την κυρία αγωγή να απορριφθούν. Τα έξοδα των προσεπικαλούντων, των εναγόντων στην παρεμπίπτουσα αγωγή και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ενόψει της έκτασης της ήττας και νίκης του καθενός εξ’ αυτών πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ τους (άρθρο 178 ΚΠολΔ).

Από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους, ε,ιδ,ικότερα δε από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, εκτιμώμενες καθ’ εαυτές, σε συνδυασμό μεταξύ τους και κατά το λόγο της γνώσεως και της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, από όλα τα έγγραφα που νομότυπα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς η ρητή αναφορά τους παρακάτω να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη (ΑΠ 1068/2002 ΑρχΝ 2004,70, ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004,723) σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ βλ. σχετ. ΑΠ 1456/1996 Αρχ. Ν 48, 311) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης: Με το με αριθ. 7236/1990 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών … που μεταγράφηκε νόμιμα οι ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι κατ’ ισομοιρίαν και εξ αδιαιρέτου του με στοιχ Α1 διαμερίσματος του πρώτου πάνω από την πυλωτή ορόφου που καταλαμβάνει ολόκληρο τον όροφο επιφάνειας 88 τμ με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και κοινόχρηστου χώρους 136/1000 της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού …. Η πολυκατοικία υπήχθη στις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας του ν 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ με την με αριθ. 7042/30.5.1990 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα. Οι πράξεις αυτές καταρτίστηκαν μεταξύ του ιδιοκτήτη του οικοπέδου, δικαιοπάροχο του ενάτου εναγομένου, και της εργολήπτριας εταιρίας ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία «ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ …. & ΣΙΑ Ο.Ε» που εκπροσωπήθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της Βασίλειο Ευριπιώτη. Με το με αριθ. 1 άρθρο της πράξης αυτής συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας όρισαν ότι η πολυκατοικία θα αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο (πυλωτή), πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο όροφο. Με το άρθρο 2 ότι το υπόγειο αποτελείται εκτός από τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους και από ιδιόκτητες αποθήκες εμβαδού 4 τμ περίπου η καθεμία και συγκεκριμένα από τις με τα στοιχεία Υ-1, Υ-2, Υ-3, Υ-4, Υ-5, Υ-6, Υ-7 και Υ-8 αποθήκες στην αποκλειστική χρήση των οποίων ανήκουν οι θέσεις στάθμευσης στην πυλωτή και στον ακάλυπτο χώρο με τα στοιχεία Ρ-1, Ρ-2, Ρ-3, Ρ-4, Ρ-6 αντίστοιχα στις αποθήκες στοιχεία Υ-1, Υ-2, Υ-3, Υ-4, Υ-5, στην αποθήκη Υ-7 η Ρ-7 θέση στάθμευσης και στην αποθήκη Υ-8 η Ρ-8 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου. Επίσης στην ίδια πράξη συμφωνήθηκε ότι στον παραπάνω οικοπεδούχο περιέχονται κατά πλήρη κυριότητα το με στοιχ. Δ-1 διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου το οποίο ενώνεται με εσωτερική κλίμακα με μέρος και πέμπτου πάνω από την πυλωτή ορόφου επιφάνειας 120,50 τμ έτσι ώστε αν αποτελούν μια λειτουργική ενότητα (μεζονέτα), το με στοιχ Ε-1 διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου επιφάνειας 55 τμ, τη με στοιχ. Υ-8 αποθήκη του υπογείου μετά του σ’ αυτή ανήκοντος κατά χρήση με στοιχ. Π-8 χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτου στην πυλωτή και η με στοιχ Υ-6 αποθήκη και 25 τμ σε σύνολο 88 του με στοιχ. Α-1 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου. Όλες οι υπόλοιπες ιδιοκτησίες της υπό ανέγερση πολυκατοικίας συμφωνήθηκε να περιέλθουν κατά του όρους του με αριθ. 6980/1990 προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου, κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας λόγω εργολαβικού ανταλλάγματος στην εργολήπτρια εταιρία στην οποία συγκεκριμένα αναφορικά με τις αποθήκες ορίστηκε ότι περιέχονται οι με τα στοιχ. Υ-1, Υ-2, Υ-3, Υ-4, Υ-5 και Υ-7 και αναφορικά με τις θέσεις στάθμευσης οι Ρ-1, Ρ-2, Ρ-3, Ρ-4, Ρ-6 και Ρ-7 θέσεις στάθμευσης στην πυλωτή οι οποίες ανήκουν στις αντίστοιχες αποθήκες. Η ως άνω εργολήτττρια εταιρία θα είχε το δικαίωμα διαθέσεως σε τρίτους των περιελθόντων σ’ αυτή διαμερισμάτων και αποθηκών μετά των κοινοχρήστων μερών της πολυκατοικίας. Με το αριθ. 4686/2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Γ. Π. που μεταγράφηκε νόμιμα η πρώτη εναγομένη …, απέκτησε κατά ψιλή κυριότητα το διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου με τα στοιχ. Β-1 επιφάνειας 88 τμ και την με στοιχ. Υ-3 αποθήκη στην οποία ανήκει ως παράρτημα αυτής η υπό στοιχ. Ρ-3 θέση στάθμευσης στη πυλωτή της πολυκατοικίας. Με το υπ’ αριθ. 7411/1991 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Π. που μεταγράφηκε νόμιμα περιήλθε, κατά 1/2 εξ’ αδιαιρέτου, στον … και στην …, έκτο και έβδομο των εναγομένων, το διαμέρισμα του εβδόμου πάνω από την πυλωτή ορόφου της ως άνω πολυκατοικίας επιφανείας 88 τμ η με τα στοιχ. Υ-4 αποθήκη του υπογείου στην αποκλειστική χρήση της οποίας ανήκει ως παράρτημα αυτής η με στοιχ. Ρ-4 θέση σταθμεύσεως αυτοκινήτου στο ακάλυπτο χώρο της πυλωτής της πολυκατοικίας. Με το υπ’ αριθ. 70/1990 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα περιήλθε στους δεύτερο και τρίτων εναγομένων .. και …, κατά 1Λ εξ’ αδιαιρέτου, το διαμέρισμα του τρίτου ορόφου με τα στοιχ. Γ-1 και με το υπ’ αριθ. 7559/1992 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα και η Υ-2 αποθήκη του υπογείου μετά του στην αποθήκη αυτή ανήκοντος Ρ-2 χώρου στάθμευσης στην πυλωτή. Με το υπ’αριθ. 7481/1992 συμβολαίου της παραπάνω συμβολαιογράφου Αθηνών που μεταγράφηκε νόμιμα περιήλθε κατά κυριότητα στην όγδοη των εναγομένων, …, το με στοιχ. Η-1 διαμέρισμα του ογδόου ορόφου, επιφανείας 88 τμ και η Υ-7 αποθήκη του υπογείου μετά του στην αποθήκη αυτή ανήκοντος Ρ-7 χώρου στάθμευσης στην πυλωτή. Με το υπ’ αριθ. 14332/1994 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών …. που μεταγράφηκε νόμιμα ο ένατος των εναγομένων …. απέκτησε λόγω γονικής παροχής από τον προαναφερόμενο οικοπεδούχο πατέρα του, κατά ψιλή κυριότητα και σε ποσοστό 65/100 εξ’ αδιαιρέτου την προπεριγραφόμενη μεζονέτα και το με στοιχ. Ε-1 διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου την Υ-6 αποθήκη και την Υ-8 αποθήκη του υπογείου στην αποκλειστική χρήση της οποίας ανήκει η Ρ-8 θέση στάθμευσης στην πυλωτή. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι απολιπόμενοι εναγόμενοι τέταρτος και πέμπτη είναι ιδιοκτήτες της οριζόντιας ιδιοκτησίας, αποθήκης και θέσης στάθμευσης που αναφέρουν οι ενάγοντες στην αγωγή καθόσον δεν προσκομίζονται συμβόλαιο μεταβίβασης ούτε ενόψει της ερημοδικίας τους μπορεί να συναχθεί ομολογία περί του πραγματικού αυτού περιστατικού. Αποδείχθηκε όμως ότι με το υπ! αριθ. 7556/1992 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευθυμίας Πετροπούλου- Τριαντάφυλλου που μεταγράφηκε νόμιμα ο οικοπεδούχος καθ’ υπόδειξη της εργολήπτριας εταιρίας και σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων με την ως άνω πράξη μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην δέκατη των συμβαλλομένων, η οποία δεν είναι ιδιοκτήτρια διαμερίσματος της εν λόγω πολυκατοικίας, τη με στοιχ Υ-1 αποθήκη του υπογείου της παραπάνω πολυκατοικίας στην αποκλειστική χρήστη της οποίας ανήκει ως παράρτημα αυτής η Ρ-1 θέση στάθμευσης στην πυλωτή, όπως όλες οι θέσεις στάθμευσης εμφαίνονται στο από Μάιο 1990 προσαρτημένο στην ως υπ’ αριθ. 7042/1990 πράξη, σχεδιάγραμμα κατόψεως ισογείου (πυλωτής) του πολιτικού μηχανικού ….. Οι παραπάνω πράξεις κατά το μέρος που παραχώρησαν τις θέσεις σταθμεύσεως αυτοκινήτου ως παραρτήματα στις χωρίς λειτουργική ανεξαρτησία και με επιφάνεια 4 τμ αποθήκες του υπογείου προκειμένου οι ιδιοκτήτες αυτών να κάνουν αποκλειστική χρήση, χωρίς να έχουν εξασφαλίσει θέσεις στάθμευσης για όλα τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας όπως αυτό των εναγόντων είναι κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, κατά τα οποία και δεν έχει σημασία αν η θέση βρίσκεται στην πυλωτή ή στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι παριστάμενοι εναγόμενοι, άκυρες ως αντιβαίνουσες τις αναγκαστικού χαρακτήρα διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 960/79 όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση τους με το άρθρο. 1 του ν. 1221/1981. Το γεγονός ότι οι πρώτη, δεύτερος, τρίτη, έκτος, έβδομη, ογδόη κω ένατος των εναγομένων ιδιοκτήτες των προαναφερόμενων αποθηκών διατηρούν και διαμερίσματα στην ίδια πολυκατοικία δεν διαφοροποιεί τούτο, καθόσον η αποκλειστική χρήση της παραπάνω θέσεων δεν συνδέονται καθόλου με τα αντίστοιχα διαμερίσματα αλλά μόνο με τις αποθήκες. Κατά συνέπεια οι συγκεκριμένες θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτου ως ευρισκόμενες εντός κοινοκτήτου χώρου απέκτησαν κοινόχρηστο χαρακτήρα και δικαιούνται εντεύθεν σύγχρηση αυτών όλοι οι συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας. Επομένως η πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας κατά το μέρος που παραχωρήθηκαν οι ως άνω θέσεις ως παραρτήματα στις αντίστοιχες αποθήκες και τα παραπάνω συμβόλαια κατά το σκέλος της παραχώρησης της χρήσης των θέσεων αυτών ως παραρτήματα σε αποθήκες των εναγομένων είναι άκυρα κατά το αντίστοιχο μέρος. Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνει δεκτή η κύρια αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της υπ’ αριθ. 7042/30.5.1990 πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών … κατά το μέρος που παραχωρήθηκαν οι ως άνω θέσεις ως παραρτήματα στις αντίστοιχες αποθήκες καθώς και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των αναφερόμενων παραπάνω στο σκεπτικό συμβολαίων κατά το σκέλος της παραχώρησης της χρήσης των θέσεων αυτών ως παραρτήματα σε αποθήκες TOJV εναγομένων, να αναγνωρισθεί ότι οι θέσεις αυτές είναι κοινόχρηστες και να επιτραπεί και στους ενάγοντες η σύγχυση αυτών με την απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ και προσωπική κράτησης ενός μηνός σε καθένα από τους εναγόμενους σε περίπτωση παραβίασης της αμέσως προηγούμενης διάταξης, απορριπτόμενου του αιτήματος περί κηρύξεως προσωρινά εκτελεστής της αποφάσεως καθότι δεν συντρέχουν οι όροι των διατάξεων των άρθρων 907 και 908 ΚΠολΔ. Τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων λόγω της νίκης τους πρέπει να επιβληθούν εις βάρος των εναγομένων (άρθρο 176 ΚΠσλΔ), ενώ τέλος, πρέπει να οριστεί και το νόμιμο παράβολο για την περίπτωση που ασκηθεί από τους τέταρτο και πέμπτο εναγόμενο ανακοπή ερημοδικίας κατά της παρούσας σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕί τις, αναφερόμενες στο σκεπτικό, κυρία αγωγή και προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως καθώς και την ασκηθείσα δια των προτάσεων πρόσθετη παρέμβαση.

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην του τετάρτου και της πέμπτης των εναγομένων στην κυρία αγωγή, αντιμωλία των λοιπών.

ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την προσεπίκληση, την ενωμένη μ’ αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων στην προσεπίκληση και την ενωμένη μ’ αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την κύρια αγωγή ως προς τον τέταρτο και πέμπτο των κυρίως εναγομένων.

ΔΕΧΕΤΑΙ, κατά τα λοιπά, την κύρια αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα α) της υπ’αριθ. 7042/30.5.1990 πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών …. κατά το μέρος που παραχωρήθηκαν οι ως άνω θέσεις ως παραρτήματα στις αντίστοιχες αποθήκες και β) των συμβολαίων: με αριθ. 4686/2002 της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Γ. Π., με αριθ. 7411/1991 της συμβολαιογράφου Αθηνών …., με αριθ. 7559/1992 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών …, με αριθ. 7481/1992 της συμβολαιογράφου Αθηνών …, με αριθ. 14332/1994 της συμβολαιογράφου Αθηνών … και με αριθ. 7556/1992 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών …, κατά το σκέλος της παραχώρησης της χρήσης των θέσεων στάθμευσης στην πυλωτή της επί της οδού … στο Νέο Κόσμο στην Αθήνα πολυκατοικίας, με τα στοιχ. Ρ-3, Ρ-4, Ρ-2, Ρ-7 , Ρ-8 και Ρ-1 ως παραρτήματα στις αναφερόμενες στο σκεπτικό   αποθήκες των εναγομένων.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ως κοινόχρηστες τις θέσεις αυτές στάθμευσης στην πυλωτή της πολυκατοικίας επί της οδού Πυθέου 66 στην Αθήνα.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγόμενους να αποδώσουν στη σύγχρηση και των εναγόντων τις θέσεις αυτές.

ΑΠΕΙΛΕΙ κατά καθενός των εναγομένων στην αγωγή αυτή για την περίπτωση παραβάσεως της αποφάσεως κατά την αμέσως παραπάνω διάταξη προσωπική κράτηση ενός μηνός και χρηματική ποινή εκατό (100) ευρώ.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους παριστάμενους εναγόμενους στα δικαστικά έξοδα των εναγόντων ποσού  τριακοσίων (300) ευρώ για τον καθένα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στην Αθήνα σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στις 05 Αυγούστου 2010.

Η ΔΙΚΑΣΤΉΣ       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΠΗΓΗdsanet.gr