Το παγκόσμιο πρόβλημα του χρέους

36

Πολλές κυβερνήσεις έπαψαν να ανησυχούν για την ισορροπία των ισολογισμών τους

Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 υποτίθεται πως δίδαξε στον κόσμο τους κινδύνους του υπερβολικού χρέους. Αλλά ο δανεισμός έχει εκτοξευθεί από τότε. Το χρέος των κυβερνήσεων, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών ήταν το 195% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2007, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και στα τέλη του 2020 είχε φτάσει στο 256%. Οι όγκοι χρέους είναι δυσβάσταχτοι, επειδή τα επιτόκια αυξάνονται για να εξουδετερώσουν τον πληθωρισμό, η πανδημία του κορωνοϊού και η ενεργειακή κρίση έχουν επιβαρύνει την ανάπτυξη και οι επενδυτές είναι πιο απρόθυμοι να αναλάβουν το ρίσκο. Η ανωτέρω κατάσταση προκαλεί πιέσεις ειδικότερα στην Ευρώπη, στην Κίνα και στον Παγκόσμιο Νότο, δηλητηριάζοντας την εσωτερική πολιτική και τη γεωπολιτική. Το χρέος έχει αυξηθεί, επειδή οι κυβερνήσεις διέσωσαν το χρηματοπιστωτικό σύστημα, στη συνέχεια στήριξαν νοικοκυριά και εταιρείες κατά τη διάρκεια της πανδημίας και τώρα αμβλύνουν το πλήγμα των δυσθεώρητων τιμών του φυσικού αερίου και του ηλεκτρικού ρεύματος. Το φθηνό χρήμα δημιούργησε αυτές τις υπερβολές και στη Δύση εμφανίστηκε με τη μορφή ποσοτικής χαλάρωσης (QE), όπου οι κεντρικές τράπεζες αγόραζαν κρατικά ομόλογα και άλλα περιουσιακά στοιχεία. Είχαν δίκιο όταν χρησιμοποίησαν το QE για να αποτρέψουν την ύφεση, αλλά το φθηνό χρήμα ήταν απλώς παυσίπονο. Πολλές κυβερνήσεις έπαψαν να ανησυχούν για την ισορροπία των ισολογισμών τους. Εντούτοις, εάν οι δανειολήπτες είχαν χρησιμοποιήσει τα χρήματα για παραγωγικές επενδύσεις, αυτό μπορεί να μην είχε σημασία. Αντίθετα, τα ξόδεψαν σε μη παραγωγικές επενδύσεις ή κατανάλωση.

Πολλές κυβερνήσεις έπαψαν να ανησυχούν για την ισορροπία των ισολογισμών τους.

Η υπερβολική κατασκευή ακινήτων της Κίνας είναι ένα μείζον παράδειγμα. Το χρέος της χώρας ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει διπλασιαστεί από το 2007, σύμφωνα με το ΔΝΤ. Αυτό πνίγει την οικονομία της και είναι ένας από τους λόγους που η Παγκόσμια Τράπεζα μόλις μείωσε τις προβλέψεις ανάπτυξης για την Κίνα φέτος από 5% σε μόλις 2,8%. Οι δε μαζικές παρεμβάσεις των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων κατά τη διάρκεια της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης αποτελούν κλασικό παράδειγμα δανεισμού για τη χρηματοδότηση της κατανάλωσης. Οι πολιτικοί έχουν κάνει ελάχιστη προσπάθεια να κατευθύνουν τις επιδοτήσεις στους πιο ευάλωτους. Συν τοις άλλοις, το τεχνητά φθηνό χρήμα ευνοεί επικίνδυνες συμπεριφορές. Οι επενδυτές έχουν χρησιμοποιήσει μόχλευση για να κυνηγήσουν υψηλότερες αποδόσεις, ενώ χρηματοδοτούν μακροπρόθεσμα περιουσιακά στοιχεία με βραχυπρόθεσμο δανεισμό. Δεν είναι μόνο οι κεντρικές τράπεζες που αυξάνουν καθυστερημένα τα επιτόκια για να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό. Και οι επενδυτές των ομολογιακών αγορών, που επιβάλλουν την πειθαρχία, ξυπνούν από τον μακρύ λήθαργο. Η πρώτη σοβαρή ένδειξη είναι η απότομη πτώση των βρετανικών κρατικών ομολόγων την περασμένη εβδομάδα, πριν παρέμβει η Τράπεζα της Αγγλίας. Οι επενδυτές έχασαν την εμπιστοσύνη τους στη Λιζ Τρας, τη νέα πρωθυπουργό της Βρετανίας, επειδή δανείζεται για να μειώσει τους φόρους και να αμβλύνει τον αντίκτυπο από τις υψηλές τιμές ενέργειας, αλλά και επειδή το Brexit είχε ήδη βλάψει τις οικονομικές προοπτικές της χώρας. Αλλά η προθυμία της να αναλάβει το ρίσκο είναι δείγμα μιας γενιάς πολιτικών που έχει μεγαλώσει πιστεύοντας ότι υπάρχουν λίγες συνέπειες από την αύξηση του χρέους.

Δεν είναι μόνο το Ηνωμένο Βασίλειο που κινδυνεύει. Η Ιταλία και η Ελλάδα είναι ιδιαίτερα ευάλωτες λόγω των υψηλών αναλογιών χρέους προς ΑΕΠ. Οι δε Ηνωμένες Πολιτείες, τέλος, βρίσκονται σε σχετικά καλύτερη θέση, διότι τα αποθέματα σχιστολιθικού αερίου τις αναδεικνύουν νικήτριες της ενεργειακής κρίσης. Και η άνοδος του δολαρίου θα τις βοηθήσει να σταματήσουν γρηγορότερα τον πληθωρισμό.

ΠΗΓΗkathimerini.gr