Η κληρονομιά της μικρασιατικής καταστροφής

48

του Στάθη Κεφαλούρου

        Αν συνειδητοποιήσεις ότι το Βυζάντιο δεν έπεσε ουσιαστικά το μακρινό 1453 αλλά στον καιρό των παππούδων μας το 1922, η ανάμνηση της μικρασιατικής καταστροφής πέφτει πολύ βαριά στην σκέψη. Γίνεται αχώνευτη. Σε πιάνει το στομάχι σου μαζί και το κεφάλι σου. Όλα στην ζωή όμως μπορούν να διδάξουν. Όσο πιο μεγάλο το πάθημα, τόσο πιο σημαντικό το μάθημα.

       Με αφορμή λοιπόν την επέτειο των εκατό χρόνων από την μικρασιατική καταστροφή, πολλά μπορείς να πεις, να ισχυριστείς ή και να ανακαλύψεις. Τα προηγούμενα χρόνια, στις προηγούμενες επετείους, ήδη από τα σχολικά χρόνια, όταν το μέγα αυτό ζήτημα προβλημάτισε για πρώτη φορά τις νεανικές μας ψυχές, ηρκούμην στην άποψη ότι η μικρασιατική εκστρατεία, πέρα από παραβλεφθείσες προβλέψεις και στρατηγικά λάθη απ’ όλες τις πλευρές,  ήταν ένα σπουδαίο εγχείρημα που φανερώνει το μεγαλείο των Ελλήνων. 100 χρόνια πριν, ο Κιουταχής πολιορκεί το Μεσολόγγι, και 100 χρόνια μετά, ένας Μεσολογγίτης αξιωματικός, ο Παπούλας, καταλαμβάνει την Κιουτάχεια. Για σκεφτείτε…

      Τις ειδικότερες αναλύσεις και τις αντιπαραθέσεις τίς άφηνα κατά μέρος. Μόνο προσφάτως, που ο χρόνος άρχισε επιτέλους να χαρίζει λίγη ψυχραιμία στις ιστορικές αναλύσεις, απαντώ αναλόγως, όταν προκαλούμαι από τους “αλάθητους” βενιζελικούς φίλους μου.

      Κάτι όμως χάρισε και σε μένα η φετινή σπουδαία επέτειος των εκατό χρόνων, και αυτό αποτελεί απόδειξη για το πόσο χρήσιμες δύνανται να λειτουργήσουν οι επέτειοι, αφού σε κάνουν να θυμάσαι, σε κάνουν  να σκέφτεσαι. Και πράγματι, μια νέα ιδέα μού προέκυψε, η οποία μάλιστα δεν είναι καθόλου μικρή και θα μπορούσε κάλλιστα να πάρει την θέση της παλαιάς, της μεγάλης. Η σκέψη αυτή με ελευθέρωσε, με ελάφρυνε από το βάρος εκείνης της αφόρητης σκέψης για την πτώση του Βυζαντίου.

      Δεν την βρήκα εγώ. Την είπε ο πλέον αρμόδιος για τέτοιες σκέψεις Υπουργός των Εξωτερικών Νίκος Δένδιας. Σπάνιο στην Ελλάδα, ο κατ’ εξοχήν αρμόδιος να λέει αυτά για τα οποία είναι αρμόδιος, και μακάρι να έχει πλήρη συναίσθηση αυτού που είπε. Η Εθνική Ενότητα είναι το δώρο της μικρασιατικής εκστρατείας, η Εθνική Ενότητα είναι η κληρονομιά της μικρασιατικής καταστροφής. Έστω και εξ ανάγκης.

      Διότι αν το σκεφτείτε, ο Ελληνισμός τότε είχε δύο σπίτια, ένα εδώ κι ένα εκεί. Δεν είναι το ίδιο. Ο Έλλην μαζί με την Ελλάδα αγαπά πολύ το σπίτι του και την ιδιωτική, οικογενειακή του ζωή.  Άλλα συμφέροντα λοιπόν από δω, άλλα συμφέροντα από κει. Ο διχασμός στην συγκεκριμένη  περίπτωση δεν ήταν τεχνητός. Δεν τον προκάλεσε ο Βενιζελισμός ούτε ο Κωνσταντινισμός. Ήταν πολύ αρχαίος, ακόμη ζωντανός, πολιτιστικός και οικονομικός. Φάνηκε ξεκάθαρα στην ελλαδική κοινωνία αμέσως μετά με το προσφυγικό. Αλλά και λίγο αργότερα, αιματηρά πια, κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Μέχρι και σήμερα κάποιοι πονηροί υποδαυλίζουν παρόμοια πάθη για να συντηρήσουν το κομματικό τους κοινό.

       Τώρα όμως έχουμε ένα σπίτι ! Είμαστε όλοι κάτω από την ίδια στέγη. Ιδού η βάση για την νέα Εθνική Ενότητα. Και θα ισχυριστεί κανείς εύλογα, πως αυτό δεν είναι δα και κάτι καινούργιο. Ίσα ίσα που εκφράστηκε μεγαλειωδώς πολλά χρόνια πριν και μόλις λίγα χρόνια μετά την μικρασιατική καταστροφή, στον νικηφόρο πόλεμο του 1940-1. Σωστά.  Σήμερα όμως, αν θέλουμε ειλικρινά να ξεπεράσουμε τα πάθη του καταστροφικού εμφυλίου πολέμου, ο οποίος ήρθε μετά το έπος του 40 και έχει τις ρίζες του και στην μικρασιατική καταστροφή, αν δηλαδή θέλουμε να συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε για τον Ελληνισμό, μπορούμε να ατενίσουμε ξανά την ανατολή όχι με την παγκοσμίως γνωστή νοσταλγία για ένα σπίτι που χάθηκε,  αλλά με την επίσης γνωστή και περισσότερο ελληνική, αντίληψη του “σα στο σπίτι μας”, ήτοι να σχεδιάσουμε την πολιτική μας κατά τέτοιο διπλωματικό τρόπο, ώστε να νιώθουμε και στην αντίπερα ακτή και σε όλη την ανατολή  “σα στο σπίτι μας”.

        Δεν είναι απλό. Πρέπει να μπούμε στα συμφραζόμενα της εποχής του 1922, που δεν διέφερε και πολύ από το 1822 ή το 1722. Εκείνα τα χρόνια δηλαδή επαναλαμβάνω πως υπήρχαν τα δικά τους σπιτικά εκεί, και τα δικά μας σπίτια εδώ. Μακρυά και αγαπημένοι. Καλύτερα, ξεκαλύτερα, αυτό άλλαξε άρδην το 1920-22. Σήμερα όμως, όλοι μαζί οι Έλληνες, ανεξαρτήτου καταγωγής, μπορούμε να  βλέπουμε άφοβα το ίδιο, και προς τα δυτικά και κυρίως προς τα ανατολικά. Αυτό είναι μια καλή κληρονομιά.

ΠΗΓΗcognoscoteam.gr