Αδικαιολόγητη έρευνα σε κατοικία και κατάσχεση προσωπικών αντικειμένων. Παραβίαση σεβασμού της κατοικίας

11

ΑΠΟΦΑΣΗ

Svetova κ.α. κατά Ρωσίας της 24.01.2023 (αρ. προσφ. 54714/17)

βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι πέντε προσφεύγοντες, παραπονέθηκαν για την αδικαιολόγητη έρευνα που έγινε στην οικία τους. Στις 11 π.μ. της 28 Φεβρουαρίου 2017 η αστυνομία έφτασε στο διαμέρισμά τους στη Μόσχα για να εκτελέσει το ένταλμα. Σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, οι αστυνομικοί δεν συστήθηκαν και δεν επέδειξαν τα διακριτικά τους. Αρνήθηκαν να αφήσουν τους προσφεύγοντες να αναγνώσουν το ένταλμα έρευνας ή να αναβάλουν την έρευνα μέχρι την άφιξη των δικηγόρων τους.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο επικεφαλής κατάσχεσε προσωπικά αντικείμενά τους. Κατέβασε επίσης πληροφορίες από τον υπολογιστή της πρώτης προσφεύγουσας, οι οποίες περιείχαν συνεντεύξεις που πραγματοποιήθηκαν για τους σκοπούς του δημοσιογραφικού της έργου και άλλο δημοσιογραφικό υλικό.

Οι προσφεύγοντες κατήγγειλαν ότι η έρευνα στο διαμέρισμά τους και η κατάσχεση των προσωπικών τους αντικειμένων συνιστούσαν παράβαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, εξεταζόμενου μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με το άρθρο 13, λόγω της έλλειψης αποτελεσματικών ένδικων μέσων. Η πρώτη προσφεύγουσα κατήγγειλε επίσης ότι η έρευνα και η κατάσχεση αντικειμένων σχετικών με τη δημοσιογραφική της εργασία συνιστούσε παράβαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.

Τα εθνικά δικαστήρια αρνήθηκαν να εξετάσουν την καταγγελία για την συμπεριφορά της αστυνομίας κατά την έρευνα και την επέμβαση στην επαγγελματική δημοσιογραφική δραστηριότητα των προσφευγόντων από την εν λόγω έρευνα καθώς και για την κατάσχεση ηλεκτρονικών συσκευών αποθήκευσης δεδομένων.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, εξεταζόμενο μεμονωμένα και σε συνδυασμό με το άρθρο 13, σε σχέση με όλους τους προσφεύγοντες, και παραβίαση του άρθρου 10 όσον αφορά την πρώτη προσφεύγουσα. Επιδίκασε ποσά από 4.000  έως 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη.

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 8,

Άρθρο 10,

Άρθρο 13

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Η πρώτη προσφεύγουσα, η Zoya Svetova, είναι ακτιβίστρια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοσιογράφος. Μεταξύ 2008 και 2016 ήταν μέλος της επιτροπής δημόσιας παρακολούθησης της Μόσχας, ενός συμβουλευτικού οργάνου που αποτελείται από μέλη της κοινωνίας των πολιτών που μπορούν να επισκέπτονται τις εγκαταστάσεις κράτησης, να συλλέγουν καταγγελίες από κρατούμενους και να δίνουν συστάσεις στις δημόσιες αρχές. Ο δεύτερος προσφεύγων, ο κ. Viktor Dzyadko, ήταν καλλιτέχνης και αντίθετος στην κυβέρνηση. Ο τρίτος προσφεύγων, ο Filipp Dzyadko, είναι αρχισυντάκτης του εκπαιδευτικού ιστότοπου Arzamas. Ο τέταρτος, ο Timofey Dzyadko, είναι συντάκτης σε επιχειρηματική εφημερίδα του τμήματος της βιομηχανίας καυσίμων και ενέργειας. Ο πέμπτος, ο κ. Tikhon Dzyadko, είναι αρχισυντάκτης του τηλεοπτικού σταθμού Rain.

Ως δημοσιογράφος, η πρώτη προσφεύγουσα συνεργάστηκε με το Ίδρυμα Open Russia, έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό που ιδρύθηκε από τον Mikhail Khodorkovskiy. Ο κ. Khodorkovskiy, ένας από τους πλουσιότερους επιχειρηματίες της Ρωσίας, ασχολείται με την πολιτική από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Είχε διαθέσει σημαντικά κονδύλια για να στηρίξει τα κόμματα της αντιπολίτευσης και είχε ασκήσει ανοιχτά κριτική σε αυτά που θεωρούσε αντιδημοκρατικές τάσεις της Ρωσίας. Είχε ιδρύσει και χρηματοδοτήσει το Ίδρυμα Open Russia για την προώθηση των δημοκρατικών αξιών στη ρωσική κοινωνία (βλ. Khodorkovskiy κατά Ρωσίας της 31.05.2011, αρ. προσφ. 5829/04 §§ 7-9 και Khodorkovskiy και Lebedev κατά Ρωσίας της 25.07.2013, αρ. προσφ. 11082/06 και 13772/05 §§ 24-27).

Στις 20 Ιουνίου 2003, ο Γενικός Εισαγγελέας της Ρωσικής Ομοσπονδίας κίνησε ποινική έρευνα σχετικά με τις οικονομικές συναλλαγές του κ. Khodorkovskiy και των συνεργατών του (ποινική υπόθεση αριθ. 18/41-03). Το 2005, οι Khodorkovskiy και Lebedev κρίθηκαν ένοχοι για υπεξαίρεση και φοροδιαφυγή και τους επιβλήθηκαν στερητικές της ελευθερίας ποινές πολλών ετών. Οι προσφεύγουσες ουδόλως μετείχαν στη διαδικασία αυτή.

Στις 18 Ιανουαρίου 2017, το περιφερειακό δικαστήριο Βasmannyy της Μόσχας εξέδωσε, στο πλαίσιο διαδικασίας ex parte, ένταλμα έρευνας για το διαμέρισμα όπου διέμεναν οι προσφεύγοντες.

Στις 11 π.μ. της 28 Φεβρουαρίου 2017 η αστυνομία έφτασε στο διαμέρισμα των προσφευγόντων στη Μόσχα για να εκτελέσει το ένταλμα. Σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, οι αστυνομικοί δεν συστήθηκαν και δεν επέδειξαν τα διακριτικά τους. Αρνήθηκαν να αφήσουν τους προσφεύγοντες να διαβάσουν το ένταλμα έρευνας ή να αναβάλουν την έρευνα μέχρι την άφιξη των δικηγόρων τους. Αφού οι δικηγόροι έφτασαν περίπου στις 4 μ.μ., οι αστυνομικοί τους επέδειξαν το ένταλμα του Περιφερειακού Δικαστηρίου της 18 Ιανουαρίου 2017, το οποίο αναφερόταν στην ποινική υπόθεση 18/41-03 που άνοιξε το 2003. Ένας από τους δικηγόρους άρχισε να φτιάχνει ένα χειρόγραφο αντίγραφο του εντάλματος, αλλά τον σταμάτησαν. Οι προσφεύγοντες διαβίβασαν στο Δικαστήριο μόνο το κείμενο του εισαγωγικού μέρους του εντάλματος το οποίο ο δικηγόρος είχε καταφέρει να αντιγράψει. Από το πρακτικό έρευνας που συντάχθηκε κατά την ημερομηνία αυτή προέκυψε ότι σκοπός της έρευνας ήταν να εντοπιστούν και να κατασχεθούν όλα τα έγγραφα που περιείχαν πληροφορίες σχετικά με τα κεφάλαια που έλαβαν οι προσφεύγοντες από τους ιδιοκτήτες διαφόρων υπεράκτιων εταιριών, μεταξύ των οποίων και ο κ. Khodorkovskiy.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο επικεφαλής κατάσχεσε προσωπικά αντικείμενα που ανήκαν στους προσφεύγοντες, μεταξύ των οποίων ηλεκτρονικό βιβλίο, κινητό τηλέφωνο, τραπεζικές κάρτες, μονάδες flash, κασέτες, CD και φορητούς υπολογιστές. Κατέβασε επίσης πληροφορίες από τον υπολογιστή της πρώτης προσφεύγουσας, οι οποίες περιείχαν συνεντεύξεις που πραγματοποιήθηκαν για τους σκοπούς του δημοσιογραφικού τους έργου και άλλο δημοσιογραφικό υλικό.

Με απόφαση της 9 Μαρτίου 2017, η οποία επικυρώθηκε κατ’ έφεση στις 3 Μαΐου 2017 και μετά από Αίτηση Αναίρεσης στις 9 Αυγούστου 2017, το περιφερειακό δικαστήριο του Basmannyy αρνήθηκε να εξετάσει την καταγγελία των προσφευγόντων κατά της συμπεριφοράς της αστυνομίας κατά την έρευνα και την επέμβαση στην επαγγελματική δημοσιογραφική δραστηριότητα των προσφευγόντων και για την κατάσχεση ηλεκτρονικών συσκευών αποθήκευσης δεδομένων. Έκρινε ότι η νομική βάση και η δικαιολόγηση της έρευνας μπορούσαν να ελεγχθούν μόνο από πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά το προκαταρκτικό στάδιο της ποινικής διαδικασίας.

Στις 28 Φεβρουαρίου και στις 26 Ιουνίου 2017, η πρώτη προσφεύγουσα ζήτησε από τον επικεφαλής της έρευνας να επιστρέψει τα αντικείμενα που κατασχέθηκαν κατά την έρευνα. Στις 3 Μαρτίου και στις 2 Ιουλίου 2017 ο ανακριτής εξέδωσε αποφάσεις με τις οποίες επισύναψε τα κατασχεθέντα αντικείμενα ως φυσικά αποδεικτικά στοιχεία. Τα κατασχεθέντα αντικείμενα δεν έχουν επιστραφεί στους προσφεύγοντες μέχρι την έκδοση απόφασης από το ΕΔΔΑ.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι η έρευνα στο διαμέρισμά τους και η αδιάκριτη κατάσχεση των προσωπικών τους αντικειμένων δεν επιδίωκαν θεμιτό σκοπό και δεν ήταν ούτε νόμιμες ούτε αναγκαίες σε μια δημοκρατική κοινωνία. Δεν είχαν καμία δικονομική ισχύ για την ποινική διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας είχε διαταχθεί η έρευνα στο διαμέρισμά τους. Η πρώτη προσφεύγουσα υποστήριξε ότι, για τους ίδιους λόγους, η έρευνα και η κατάσχεση έθιξαν το δικαίωμά της για προστασία των δημοσιογραφικών της πηγών δυνάμει του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ. Τέλος, οι προσφεύγουσες υποστήριξαν ότι δεν είχαν στη διάθεσή τους αποτελεσματικά ένδικα βοηθήματα.

Το Δικαστήριο θεώρησε, πρώτον, ότι η έρευνα του διαμερίσματος των προσφευγόντων και η κατάσχεση των προσωπικών τους αντικειμένων συνιστούσαν παρέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος των προσφευγόντων για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και της κατοικίας τους κατά την έννοια του άρθρου 8 § 1 της  ΕΣΔΑ. Μια τέτοια παρέμβαση θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 8, εκτός εάν είναι «σύμφωνη με το νόμο», επιδιώκει έναν ή περισσότερους από τους νόμιμους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 8 § 2 και είναι «απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία» για την επίτευξη αυτών των στόχων.

Το Δικαστήριο επισήμανε ότι στους προσφεύγοντες δεν είχε δοθεί αντίγραφο του εντάλματος έρευνας, αλλά τους είχε επιτραπεί να το διαβάσουν μόνο εν τάχει. Επιπλέον, υπογράμμισε ότι τα ρωσικά δικαστήρια αρνήθηκαν να προβούν σε δικαστικό έλεγχο των λόγων στους οποίους στηρίχθηκε η έκδοση του εντάλματος και ότι η εναγόμενη Κυβέρνηση επέλεξε να μην μετάσχει στη διαδικασία και να μην προσκομίσει έγγραφα ή επιχειρήματα προς υπεράσπισή τους. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το δικόγραφο της προσφυγής βάσει των ισχυρισμών των προσφευγόντων, οι οποίοι θα τεκμαίρονται ακριβείς εφόσον τεκμηριώνονται από αποδεικτικά στοιχεία και εφόσον άλλα διαθέσιμα στοιχεία της δικογραφίας δεν οδηγούν σε διαφορετικό συμπέρασμα.

Το ΕΔΔΑ δε βρήκε καμία ένδειξη ότι οι προσφεύγοντες κατηγορήθηκαν ή ήταν ύποπτοι για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα ή παράνομες δραστηριότητες. Η κατοικία τους ερευνήθηκε στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης κατά τρίτων, στην οποία οι προσφεύγοντες δεν είχαν κανένα δικονομικό καθεστώς. Ελλείψει αντιγράφου του εντάλματος έρευνας και των ευρημάτων των εγχώριων δικαστηρίων, το Δικαστήριο δεν ήταν σε θέση να βεβαιωθεί ότι το ένταλμα βασίστηκε σε εύλογη υποψία ότι τυχόν στοιχεία ενδεικτικά τυχόν εγκληματικών δραστηριοτήτων θα μπορούσαν να βρεθούν στο διαμέρισμα των προσφευγόντων. Οι λόγοι που αναφέρονταν στο πρακτικό έρευνας και οι οποίοι φαίνεται να αντικατοπτρίζουν τη γλώσσα του εντάλματος έρευνας δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτοί ως «σχετικοί» ή «επαρκείς», δεδομένου ότι δεν υποδήλωναν καμία πιθανή σχέση μεταξύ των προσφευγόντων και της ποινικής υπόθεσης κατά των τρίτων.

Επιπλέον, το Δικαστήριο τόνισε ότι το ένταλμα έρευνας εκδόθηκε 14 έτη μετά την κίνηση ποινικής διαδικασίας κατά τρίτων και εκτελέστηκε 40 μέρες μετά την έκδοσή του. Ένα τόσο ευρύ χρονικό πλαίσιο, ελλείψει οποιασδήποτε εξήγησης, καθιστά αμφίβολη τη χρησιμότητά του για την έρευνα.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου παρατήρησε ότι σε προηγούμενες ρωσικές υποθέσεις η ασάφεια και οι υπερβολικά ευρείς όροι των ενταλμάτων έρευνας θεωρήθηκαν ως αποφασιστικό στοιχείο για τη διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 8, καθώς παρείχαν στην αρχή που τα εκτέλεσε απεριόριστη διακριτική ευχέρεια κατά τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής της έρευνας.

Εν προκειμένω, από το αρχείο έρευνας, το οποίο φαίνεται να απηχεί τη γλώσσα του εντάλματος έρευνας, προέκυπτε ότι σκοπός της έρευνας ήταν η ανακάλυψη και η κατάσχεση κάθε εγγράφου που περιείχε πληροφορίες σχετικά με κεφάλαια που ελήφθησαν από τους ιδιοκτήτες διαφόρων υπεράκτιων εταιριών, μεταξύ των οποίων και ο κ. Khodorkovskiy. Υπό το πρίσμα του εξαιρετικά μεγάλου χρονικού πλαισίου της ποινικής διαδικασίας και του γεγονότος ότι οι προσφεύγοντες δεν ήταν ύποπτοι για οποιαδήποτε εγκληματική συμπεριφορά, το Δικαστήριο θεώρησε ότι πρόκειται για γενικούς όρους που έδωσαν στην αστυνομία απεριόριστη διακριτική ευχέρεια για τον καθορισμό των αντικειμένων και των εγγράφων που έπρεπε να κατασχεθούν. Βάσει αυτού του υπερβολικά ευρύ πεδίου εφαρμογής, ο επικεφαλής της έρευνας αφαίρεσε πολλά προσωπικά αντικείμενα που ανήκαν στους προσφεύγοντες. Μια τέτοια αδιάκριτη κατάσχεση δεν μπορεί να θεωρηθεί «απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία».

Σύμφωνα με τις ανωτέρω σκέψεις το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επέμβαση δεν ήταν σύμφωνη με τις απαιτήσεις του άρθρου 8 § 2 της ΕΣΔΑ.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο επισήμανε ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι σκοπός των ερευνών και των κατασχέσεων δεν ήταν η αποκάλυψη των δημοσιογραφικών πηγών της πρώτης προσφεύγουσας, η ασάφεια των διατυπώσεων και η απεριόριστη διακριτική ευχέρεια κατά τον καθορισμό του πεδίου της έρευνας ήταν υπερβολικά ευρείες ώστε να αποκλείεται το ενδεχόμενο αυτό. Ως εκ τούτου, συνιστούσαν επέμβαση στη δημοσιογραφική της ελευθερία της έκφρασης και ήταν δυσανάλογες και μη «αναγκαίες σε μια δημοκρατική κοινωνία» κατά την έννοια του άρθρου 10 § 2.

Τέλος, το Δικαστήριο τόνισε ότι τα ρωσικά δικαστήρια αρνήθηκαν να εξετάσουν την καταγγελία των προσφευγόντων σχετικά με τη νομιμότητα και τον τρόπο με τον οποίο εκτελέστηκαν τα μέτρα έρευνας και κατάσχεσης. Έκριναν ότι τα ζητήματα αυτά θα εξεταστούν σε κάποιο μελλοντικό χρονικό σημείο κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης. Αυτό, ωστόσο, είχε ως πρακτικό αποτέλεσμα να αρνηθεί τον αποτελεσματικό έλεγχο των καταγγελιών των προσφευγόντων, στο μέτρο που δεν ήταν τα πρόσωπα που ερευνώνται και δεν είχαν καθεστώς σε καμία ποινική διαδικασία. Επομένως, δεν τους παρασχέθηκε η απαιτούμενη από το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ αποτελεσματική προσφυγή.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, εξεταζόμενο μεμονωμένα και σε συνδυασμό με το άρθρο 13, σε σχέση με όλους τους προσφεύγοντες, και παραβίαση του άρθρου 10 όσον αφορά την πρώτη προσφεύγουσα.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το ΕΔΔΑ επιδίκασε τα ακόλουθα ποσά για ηθική βλάβη: 10.000 ευρώ στην κα Svetova, 7.000 ευρώ στην κα Dzyadko, ως κληρονόμο του κ. Viktor Dzyadko, 4.000 ευρώ σε καθέναν από τους Filipp Dzyadko, Timofey Dzyadko και Tikhon Dzyadko (επιμέλεια: echrcaselaw.com)

ΠΗΓΗechrcaselaw.com