ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 792 / 2019 ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ – ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ – ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟΣ ΔΟΛΟΣ

40

Αριθμός 792/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα και Χρυσούλα Φλώρου-Κοντοδήμου,Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου ‘Ολγας Σμυρλή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Α. Φ. του Β., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπόμπο, για αναίρεση της υπ’αριθ. ΑΤ 2496/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρία με την επωνυμία “… Α.Ε.”, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπό της Ι. Π., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Τσεβά.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 7 Δεκεμβρίου 2018 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 11 Δεκεμβρίου 2018, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 13733/11-12-2018 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 28/2019.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν. 5960/1933 “περί επιταγής”, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή η οποία δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ’ αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν: α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, β) υπογραφή του εκδότη, στην οικεία θέση, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας. Κατά συνέπεια, αν κάποιος εκδώσει ακάλυπτη επιταγή ως νόμιμος εκπρόσωπος νομικού προσώπου για λογαριασμό του τελευταίου, δράστης του αδικήματος αυτού είναι ο ενεργών ως όργανο του νομικού προσώπου, ο οποίος με την προγενέστερη άδικη συμπεριφορά του φέρει ο ίδιος την ποινική ευθύνη για την ποινή που προβλέπεται στο άρθρο 79 ν. 5960/1933 και υπέχει νομική υποχρέωση κάλυψης της επιταγής, εφόσον ενήργησε γνωρίζοντας τα στοιχεία του αδικήματος και το ενδεχόμενο να υπάρχει έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του νομικού προσώπου με χρέωση του οποίου είναι πληρωτέα η επιταγή κατά το χρόνο έκδοσης ή της πληρωμής αυτής, γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και δ) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της έκδοσης επιταγής που είναι ακάλυπτη. Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διάταξης της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής “εν γνώσει” του δράστη (άμεσος δόλος), άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον κοινό (πρόθεση) και ενδεχόμενο δόλο. Με τη νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) δόλος και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξης. Άρα, για να είναι αξιόποινη η πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε από πρόθεση (με δόλο), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα. Έτσι, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης για το παραπάνω έγκλημα, δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ’ αυτήν και ειδική αναφορά σε “γνώση” του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερθείσα διάταξη πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται. Εξάλλου, η επιταγή μπορεί να εκδοθεί και μεταχρονολογημένη, δηλαδή να φέρει ημερομηνία έκδοσης μεταγενέστερη από την πραγματική. Στην περίπτωση αυτή, κατά την αληθή έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 79, 28 και 29 εδάφια α’ και δ’ του ίδιου νόμου 5960/1933, το προβλεπόμενο και τιμωρούμενο από την πρώτη αυτών ως άνω έγκλημα, συντελείται όταν η μεταχρονολογημένη επιταγή εμφανιστεί προς πληρωμή και δεν πληρωθεί, λόγω έλλειψης αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο ανάμεσα στην ημέρα της πραγματικής έκδοσης και την ημέρα κατά την οποία παρέρχεται η προθεσμία προς εμφάνιση, δηλαδή, κατ’ άρθρο 56 του ν. 5960/1933, από την επομένη της πραγματικής έκδοσης της επιταγής, μέχρι και την όγδοη ημέρα από την επομένη της ημέρας που αναγράφεται σε αυτήν ως ημέρα έκδοσης (Ολ.ΑΠ 123/81, Ολ.ΑΠ 46/80). Αν κατά τον χρόνο αυτό ο εκδότης της μεταχρονολογημένης επιταγής δεν έχει κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, κατά τον ίδιο χρόνο τελεί το ανωτέρω έγκλημα. Τέλος, το αξιόποινο του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη οποιασδήποτε αιτίας ή οφειλής του εκδότη, γιατί το έγκλημα αυτό, εν όψει της φύσης της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία έκδοσης. Ούτε αίρεται το άδικο της πράξης, αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση είναι αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη, λόγω της ανύπαρκτης ή της παράνομης αιτίας. Αρκεί ότι η επιταγή, ως αξιόγραφο, έχει τα τυπικά στοιχεία της εγκυρότητας. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη δε τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει τα πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Επίσης, η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ειδικά, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης αυτού, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Τέτοια, στοιχεία, όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο σε σχέση με την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους ή μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά κατ’ επιλογή, όπως τούτο επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε χρειάζεται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. ΑΤ2496/2018 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα, Α. Φ., για παράβαση του Νόμου “για επιταγές” (άρθρο 79 Ν. 5960/1933) κατ’ εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, δέχθηκε στο σκεπτικό της, μετά την παράθεση νομικών σκέψεων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και κατά τα κεφάλαια που ενδιαφέρουν εδώ, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που λεπτομερώς κατ’ είδος αναφέρει (μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση της πλειοψηφίας, τα εξής επί λέξει: “οι κατηγορούμενοι έχουν τελέσει την αξιόποινη πράξη που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτής, καθόσον αποδείχθηκαν κατά τόπο και χρόνο τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας και πληρούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της πράξης αυτής……. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι Γ. Σ. και Α. Φ. του Β., νόμιμοι εκπρόσωποι και δη υποκατάστατοι του Διοικητικού Συμβουλίου, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “…” και το διακριτικό τίτλο “…”, εξέδωσαν από κοινού, στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, στον … και στο …, τις επίδικες μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή τους, διότι δεν υπήρχαν στις πληρώτριες τράπεζες, τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο έκδοσης και πληρωμής. Ειδικότερα, δυνάμει του υπ’ αριθ. 2-2-2011 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “…”, νομίμως δημοσιευμένου στο υπ’ αριθ. 1586/30-3-2011 ΦΕΚ (Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), ανατέθηκαν στους κατηγορούμενους, οικονομική διευθύντρια και οικονομικό ελεγκτή, αντιστοίχως, της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας, συγκεκριμένα καθήκοντα και αρμοδιότητες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και η έκδοση αξιόγραφων στο πλαίσιο των λειτουργικών δραστηριοτήτων της εταιρείας, στην οποία (έκδοση) θα προέβαιναν από κοινού, είτε μεταξύ τους, είτε συμπράττοντας με τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της ως άνω εταιρείας, Π. Β., είτε με το έτερο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, Α. Σ.. Ως εκ τούτου, με την προαναφερόμενη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με ρητό όρο του καταστατικού της, μεταβιβάστηκε στους κατηγορούμενους η εξουσία έκδοσης αξιόγραφων, οι δε κατηγορούμενοι ενεργούσαν ως καταστατικό όργανο. Συγκεκριμένα, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα τους, ενεργώντας από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και κατά συνεκτέλεση, εξέδωσαν και υπέγραψαν στον … και στο …, στις 25-2-2011, 17-5-2011, 15-5-2011, 4-4-2011, 4-4-2011 και στις 5-5-2011, τις υπ’ αριθ. …35-9, …65-7, …972-1, …754-1, …755-9 και …51-2 μεταχρονολογημένες δίγραμμες τραπεζικές επιταγές, αντιστοίχως, ποσών 50.000 ευρώ, 82.000 ευρώ, 120.000 ευρώ, 279.128,30 ευρώ, 258.055 ευρώ και 77.522,80 ευρώ αντιστοίχως, με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης 31-7-2011, 31-8-2011, 30-9-2011, 31-7-2011, 5-9-2011 και 30-9-2011 αντιστοίχως, πληρωτέες στην Τράπεζα … η πρώτη και στην Τράπεζα … οι λοιπές, με χρέωση των αντίστοιχων λογαριασμών της εκπροσωπούμενης από αυτούς εταιρείας, σε διαταγής της εγκαλούσας-πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία “… Α.Ε.” και το διακριτικό τίτλο “…”. Ακολούθως, η εγκαλούσα-πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία, ως εις διαταγήν δικαιούχος και λήπτρια των επίδικων τραπεζικών επιταγών, τις εμφάνισε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή στις 5-8-2011, 8-9-2011, 4-10-2011, 8-8-2011, 9-9-2011 και 4-10-2011, αντιστοίχως, σε καταστήματα της πληρώτριας τράπεζας, την πρώτη, τη δεύτερη, την τέταρτη και την πέμπτη εξ αυτών και σε κατάστημα της Τράπεζας …, που είχε ρητά εξουσιοδοτηθεί από την πληρώτρια τράπεζα, την τρίτη και την έκτη εξ αυτών, πλην, όμως, δεν πληρώθηκαν, διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της εκπροσωπούμενης από τους κατηγορούμενους εταιρείας. Ακολούθως, προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα τους και στο πλαίσιο των καθηκόντων τους γνώριζαν τόσο κατά το χρόνο έκδοσης όσο και κατά το χρόνο πληρωμής ότι δεν υπήρχαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εκπροσωπούμενης από αυτούς εταιρείας τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια προς πληρωμή των επιταγών. Σημειώνεται ότι η ως άνω αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ’ εξακολούθηση, ενόψει του ότι οι επίδικες τραπεζικές επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες τελέστηκε, κατά τα διαλαμβανόμενα στον ανωτέρω δικανικό συλλογισμό, όταν αυτές εμφανίστηκαν προς πληρωμή και δεν πληρώθηκαν ελλείψει αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων (χρόνος τέλεσης του αδικήματος κατ’ εξακολούθηση: 5-8-2011, 8-8-2011, 8-9-2011, 9-9-2011 και 4-10-2011-βλ. Ολ.ΑΠ 123/1981, Ολ.ΑΠ 46/1980, ΑΠ 793/2013, ΑΠ 754/2013 δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), η δε ευθύνη των κατηγορούμενων δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η εκπροσωπούμενη από αυτούς εταιρεία στη συνέχεια κηρύχθηκε σε πτώχευση με την υπ’ αριθ. 1036/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήματος Εκούσιας Δικαιοδοσίας), που δημοσιεύθηκε στις 2-8-2012 και ορίστηκε ως ημέρα παύσης των πληρωμών η 31-12-2011, δεδομένου ότι αυτοί εξέδωσαν και υπέγραψαν από κοινού τις επιταγές, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους ως εκπροσώπων της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και ευθύνονται για την πληρωμή τους καθ’ όλο το χρονικό διάστημα, ανάμεσα στην ημέρα της πραγματικής έκδοσης και την ημέρα της εμφάνισης. Οι κατηγορούμενοι, δια των συνηγόρων τους, αρνούνται την κατηγορία. Περαιτέρω, ο δεύτερος εξ αυτών (Α. Φ. του Β.), ισχυρίζεται ότι ο άδικος χαρακτήρας της πράξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ’ εξακολούθηση αίρεται, καθόσον τόσο ο ίδιος όσο και η συγκατηγορούμενή του ενήργησαν σε συμμόρφωση προς το περιεχόμενο προσωρινών διαταγών δικαστηρίων που απαγόρευαν την εξόφληση των επίδικων επιταγών, ήτοι ενήργησαν προς εκπλήρωση καθήκοντος που επιβλήθηκε από τις εν λόγω προσωρινές διαταγές. Επικουρικά, ισχυρίζεται ότι στην προκείμενη περίπτωση υφίσταται σύγκρουση καθηκόντων και δη μεταξύ αφενός του καθήκοντος εξόφλησης των τραπεζικών επιταγών και αφετέρου του καθήκοντος συμμόρφωσης προς τις προαναφερόμενες προσωρινές διαταγές, εκ των οποίων το δεύτερο υπερτερεί έναντι του πρώτου, με αποτέλεσμα, συνεπεία της επιλογής της τήρησης του δεύτερου και σημαντικότερου από δύο συγκρουόμενα καθήκοντα, να αίρεται και πάλι ο άδικος χαρακτήρας της πράξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ’ εξακολούθηση. Οι ως άνω ισχυρισμοί, κύριος και επικουρικός, οι οποίοι προβάλλονται παραδεκτά, είναι νόμιμοι στηριζόμενοι στις διατάξεις των άρθρων 20 και 232Α ΠΚ και συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, κρίνονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Ειδικότερα, κατόπιν της από 7-7-2011 συνεδρίασης της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “…” αποφασίστηκε η εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, η θητεία του οποίου θα διαρκούσε έως τις 7-7-2016, αποτελούμενο από τους: 1) M. B. E., ως Πρόεδρο, 2) L. P. N. και 3) Ι. Χ., ως μέλη. Το ανωτέρω πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης καθώς και το με ίδια ημερομηνία πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, με το οποίο συγκροτήθηκε σε σώμα, δημοσιεύθηκαν νομίμως. Το νεοεκλεγέν Διοικητικό Συμβούλιο, μια ημέρα μετά την εκλογή του, ήτοι στις 8-7-2011 κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την με αριθμό κατάθεσης 125711/1309/8-7-2011 αίτηση, με τη οποία ζητούσε την υπαγωγή της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας στη διαδικασία συνδιαλλαγής κατ’ άρθρο 99 ΠτΚ. Ταυτόχρονα υπέβαλε την από 8-7-2011 αίτηση, με την οποία ζητούσε τη λήψη προληπτικών μέτρων, με τα οποία να απαγορεύεται η εκ μέρους των πιστωτών λήψη σε βάρος της ανώνυμης εταιρείας διωκτικών μέτρων έως την έκδοση απόφασης επί της αίτησης για την υπαγωγή της εταιρείας στη διαδικασία του άρθρου 99 ΠτΚ καθώς και τη χορήγηση προσωρινής διαταγής, μέχρι τη συζήτηση της αίτησης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Στις 8-7-2011, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε δεκτό το αίτημα της ως άνω εταιρείας και χορήγησε επί της αιτηθείσας προσωρινής διαταγής σημείωμα, με το οποίο απαγόρευε την πραγματική και νομική μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας έως τη συζήτηση του αιτήματος περί χορήγησης προσωρινής διαταγής στις 5-8-2011, υπό τον όρο της συζήτησης αυτής κατά την παραπάνω ορισθείσα δικάσιμο, πλην των πληρωμών τακτικών μηνιαίων αποδοχών των εργαζόμενων της. Ακολούθως, στις 5-8-2011, συζητήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το αίτημα περί χορήγησης προσωρινής διαταγής για τη λήψη προληπτικών μέτρων υπέρ της εταιρείας. Σχετικό, δε, αίτημα με περιεχόμενο την απαγόρευση διάθεσης των απαιτήσεων της ανωτέρω εταιρείας υποβλήθηκε και από τους εργαζόμενους της, οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου την από 19-7-2011 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 133845/1377 αίτηση τους. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι από 8-7-2011 και 19-7-2011 αιτήσεις, εκδόθηκε η από 5-8-2011 προσωρινή διαταγή του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία απαγορεύτηκε προσωρινά, μέχρι την εκπνοή της προθεσμίας που όριζε το άρθρο 99 του ν. 3588/2007 (όπως τροποποιήθηκε), κάθε μέτρο ατομικής και συλλογικής εκτέλεσης των πιστωτών της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας κατά της τελευταίας καθώς και η διάθεση των περιουσιακών στοιχείων (κινητών, ακινήτων και απαιτήσεων) της εταιρείας, πλην, των απολύτως αναγκαίων για την αντιμετώπιση των τρεχουσών αναγκών της. Μετά την έκδοση της από 5-8-2011 προσωρινής διαταγής, υποβλήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας από δεκαοκτώ (18) εργαζόμενους της, η από 16-9-2011 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 155452/1623/16-9-2011 αίτηση πτώχευσης καθώς και λήψης προληπτικών μέτρων με αυτοτελείς κύριες παρεμβάσεις, με την οποία αιτήθηκαν, μεταξύ άλλων να διαταχθεί κάθε μέτρο κατάλληλο για την εξασφάλιση των απαιτήσεων τους εναντίον της. Στις 28-9-2011, κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης, που συνεκδικάσθηκε με την αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “…” για την υπαγωγή της στη διάταξη του άρθρου 99 του ΠτΚ, έγινε δεκτό το αίτημα των εργαζόμενων, παρατάθηκε η ισχύς της ήδη χορηγηθείσας προσωρινής διαταγής, τροποποιήθηκε αυτή και απαγορεύτηκε η διάθεση περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας έως την έκδοση απόφασης, εκτός των απαραίτητων για τη λειτουργία της επιχείρησης. Επί των ανωτέρω αιτήσεων, εκδόθηκε στις 26-11-2011, η υπ’ αριθ. 983/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία διατάχθηκε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής και απαγορεύτηκε: α) οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου της εταιρείας, από ή προς αυτή και β) η ατομική ή συλλογική αναγκαστική εκτέλεσης σε βάρος της εταιρείας, η κήρυξη αυτής σε κατάσταση πτώχευσης, η λήψη σε βάρος της ασφαλιστικών μέτρων και η έκδοση προσωρινής διαταγής κατ’ αυτής μέχρι την έκδοση απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου που θα επικύρωνε ή μη τη συμφωνία μεταξύ της εταιρείας και των πιστωτών ή σε περίπτωση που δεν θα επιτυγχανόταν συμφωνία, μέχρι την έκδοση απόφασης που θα κήρυσσε την περάτωση της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Από το περιεχόμενο των προαναφερόμενων προσωρινών διαταγών προκύπτει ότι αυτές αφορούν αποκλειστικά και μόνο το νομικό πρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “…”, ενώ δεν καταλαμβάνουν τα αυτοτελώς υπόχρεα πρόσωπα των κατηγορούμενων, που εξέδωσαν τις επίδικες τραπεζικές και ευθύνονταν και προσωπικά για την πληρωμή τους. Εξάλλου, από την εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω προσωρινών διαταγών, η εξόφληση των επίδικων τραπεζικών επιταγών δεν περιλαμβάνεται στις σχετικές απαγορεύσεις, που τάχθηκαν προσωρινά, δεδομένου ότι η πληρωμή των ένδικων επιταγών δεν συνιστούσε είτε πραγματική είτε νομική μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης της εταιρείας, ούτε διάθεση των περιουσιακών της στοιχείων. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η κατάθεση χρημάτων στους τραπεζικούς λογαριασμούς της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “…” έφερε το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, ενώ επί των κατατεθειμένων χρημάτων κυριότητα είχε αποκτήσει ο αντίστοιχος τραπεζικός οργανισμός, ο οποίος και δεν δεσμευόταν από τις προαναφερόμενες προσωρινές διαταγές. Σημειώνεται ότι ουδέποτε κοινοποιήθηκαν οι προαναφερόμενες προσωρινές διαταγές στις πληρώτριες τράπεζες, προκειμένου αυτές να λάβουν γνώση προσηκόντως, ενώ σε κάθε περίπτωση οι εν λόγω προσωρινές διαταγές δεν θα μπορούσαν να έχουν δεσμευτική ισχύ έναντι αυτών, συνεπεία της σύμβασης επιταγής αλλά και της ανώμαλης παρακαταθήκης. Για το λόγο αυτό, εξάλλου, ήτοι λόγω του ότι η διάθεση των κατατεθειμένων σε τραπεζικούς λογαριασμούς χρημάτων δεν καταλαμβάνονταν από τις εκδοθείσες προσωρινές διαταγές, η ίδια η ανώνυμη εταιρεία “…”, δια των νομίμων εκπροσώπων της, μετέφερε τα κατατεθειμένα χρήματα σε τραπεζικούς της λογαριασμούς από τους οποίους εξοφλούνταν τραπεζικές επιταγές σε λογαριασμούς με τους οποίους δεν ήταν συνδεδεμένες τραπεζικές επιταγές. Ο δε μάρτυρας Ι. Χ. του Β. ανέφερε χαρακτηριστικά: “Ενημερώσαμε όλες τις τράπεζες προφορικά. Μιλήσαμε με τη διευθύντρια της τράπεζας…., μηδενίσαμε το λογαριασμό από τον οποίο πληρώνονταν οι επιταγές και μεταφέραμε τα κεφάλαια σε άλλους λογαριασμούς που δεν εξυπηρετούσαν επιταγές”. Πρέπει να σημειωθεί ότι εάν ήθελε θεωρηθεί ότι οι προσωρινές διαταγές καταλάμβαναν και τα κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς χρήματα, τότε αυτοί που θα είχαν ενεργήσει κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 232 Α ΠΚ, θα ήταν οι εκπρόσωποι της εταιρείας που μετέβαλαν τους τραπεζικούς λογαριασμούς και μετέφεραν τα υπόλοιπα τους. Ως εκ τούτου, οι κατηγορούμενοι υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά τους, όφειλαν να προβούν στην εξόφληση των επίδικων επιταγών, καθόσον από το περιεχόμενο των εκδοθεισών προσωρινών διαταγών δεν προέκυπτε απαγόρευση εξόφλησής τους από τους ίδιους, ούτε προέκυψε ότι ενήργησαν προς εκπλήρωση καθήκοντος, ούτε ότι υφίστατο σύγκρουση καθηκόντων, με αποτέλεσμα να μην αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ’ εξακολούθηση. Μάλιστα, λόγω του ότι η απόπειρα συνδιαλλαγής της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας με τους πιστωτές απέτυχε, αυτή κατέθεσε στις 21-12-2011, την από 20-12-2011 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 227284/2414 αίτηση της, με την οποία ζητούσε να κηρυχθεί σε πτώχευση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1036/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία όπως προεκτέθηκε, κηρύχθηκε αυτή σε κατάσταση πτώχευσης και ορίστηκε ως ημερομηνία παύσης πληρωμών η 31-12-2011. Περαιτέρω, όλως επικουρικώς, ο δεύτερος των κατηγορούμενων, αρνείται την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της παράβασης του νόμου περί επιταγών κατ’ εξακολούθηση, καθόσον ισχυρίζεται ότι δεν υπήρχε δόλος εκ μέρους τόσο του ιδίου όσο και της συγκατηγορούμενής του, δεδομένου ότι κατά το χρόνο της πραγματικής έκδοσης των επίδικων μεταχρονολογημένων επιταγών, υπήρχαν χρηματικά διαθέσιμα που υπερέβαιναν τα ποσά που ενσωμάτωναν οι επιταγές, ενώ κατά το χρόνο εμφάνισης, υπήρχαν και πάλι επαρκή κεφάλαια για την πληρωμή τους, πλην, όμως, αυτή (πληρωμή) δεν έλαβε χώρα συνεπεία της έκδοσης προσωρινών διαταγών που την απαγόρευε. Σε κάθε δε περίπτωση κατά την υπογραφή των επίδικων μεταχρονολογημένων τραπεζικών επιταγών δεν ήταν σε θέση ούτε μπορούσαν να γνωρίζουν ότι κατά το χρόνο πληρωμής τους δεν θα πληρώνονταν ή ήταν ενδεχόμενο να μην πληρωθούν, ενώ οι ίδιοι δεν είχαν συμμετοχή στην ουσιαστική διοίκηση της εταιρείας. Οι εν λόγω ισχυρισμοί, οι οποίοι εκτιμώνται ως αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί, κρίνονται επίσης απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Και τούτο, διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι τόσο κατά την έκδοση όσο και κατά την πληρωμή, υπήρχαν επαρκή κεφάλαια για την πληρωμή τους. Ειδικότερα, ο δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο της πραγματικής έκδοσης των επίδικων μεταχρονολογημένων επιταγών, η εταιρεία διατηρούσε στους εν γένει τραπεζικούς της λογαριασμούς χρηματικά διαθέσιμα που υπερέβαιναν κατά πολύ τα ποσά των επιταγών. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του, πέρα από την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης, προσκομίζει τα ισοζύγια τραπεζικών λογαριασμών όψεως της “…”, σύμφωνα με τα οποία, κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2011 τα χρηματικά διαθέσιμα ανέρχονταν στο ποσό των 6.523.155,28 ευρώ, κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2011 στο ποσό των 7.334.846,98 ευρώ, κατά το μήνα Μάιο του έτους 2011 στο ποσό των 12.685.086,10 ευρώ και κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2011 στο ποσό των 7.340.522,80 ευρώ. Ωστόσο, από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδεικνύεται με σαφήνεια και πληρότητα ο ανωτέρω ισχυρισμός. Και τούτο, διότι, καίτοι τα χρηματικά διαθέσιμα, που τηρούσε η εταιρεία σε όλους τους τραπεζικούς οργανισμούς, ανέρχονταν συνολικά στα ανωτέρω ποσά, η εταιρεία, βάσει του πρόχειρου ισολογισμού της οικονομικής της διεύθυνσης στις 30-6-2011 είχε: α) αρνητική καθαρή θέση -28,8 εκατομμύρια ευρώ, δηλαδή το σύνολο της περιουσίας της στις 30-6-2011 υπολειπόταν των υποχρεώσεων της κατά 28,8 εκατομμύρια ευρώ, β) υπήρχαν ζημίες ύψους 26,8 εκατομμύρια (καθαρά αποτελέσματα) για το Α’ εξάμηνο του έτους 2011, γ) υπήρχαν βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις ύψους 69,40 εκατομμυρίων ευρώ, εκ των οποίων 41 εκατομμύρια προς το τραπεζικό σύστημα (περίπου 32 εκατομμύρια ευρώ προς κομιστές επιταγών έκδοσης της και περίπου 9 εκατομμύρια από βραχυπρόθεσμες χορηγήσεις), περίπου 22 εκατομμύρια ευρώ προς προμηθευτές (περιλαμβανομένων ιδίως ΜΜΕ) και 1 εκατομμύριο προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης (κυρίως ΙΚΑ) και την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία. Τα ανωτέρω άλλωστε συνομολογούνται και από την ίδια την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “…”, στην αίτηση πτώχευσης που κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Συνεπώς, οι υποχρεώσεις της εταιρείας προς τρίτους, από την έκδοση τραπεζικών επιταγών, ξεπερνούσαν κατά πολύ τα συνολικά χρηματικά της διαθέσιμα, ενώ από κανένα προσαγόμενο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι κατά το χρόνο έκδοσης των επίδικων τραπεζικών επιταγών υπήρχαν επαρκή κεφάλαια στους συγκεκριμένους λογαριασμούς για την κάλυψη τους. Ακολούθως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι κατά το χρόνο εμφάνισης των επίδικων επιταγών υπήρχαν επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή τους. Αντιθέτως, όπως αποδεικνύεται από τις σχετικές βεβαιώσεις επί των σωμάτων των επιταγών, αυτές δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμου υπολοίπου. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η πληρωμή των επίδικων τραπεζικών επιταγών από τους κατηγορούμενους δεν καταλαμβανόταν από τις εκδοθείσες προσωρινές διαταγές. Το γεγονός ότι η ως άνω εταιρεία, κηρύχθηκε στη συνέχεια σε κατάσταση πτώχευσης, δεν αναιρεί το δόλο των κατηγορούμενων, οι οποίοι, γνώριζαν κατά το χρόνο της έκδοσης την οικονομική δυσπραγία της εταιρείας και ότι λόγω αυτής δεν θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια ούτε κατά το χρόνο της πληρωμής. Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι, οικονομική διευθύντρια και οικονομικός ελεγκτής της ανώνυμης εταιρεία με την επωνυμία “…”, λόγω της ανωτέρω θέσης που κατείχαν επί χρόνια, είχαν άμεση γνώση της οικονομικής κατάστασης και κυρίως της έλλειψης ρευστότητας της επιχείρησης. Ήταν αυτοί που ήταν αρμόδιοι, επί σειρά ετών, για τον έλεγχο και τη σύνταξη των οικονομικών καταστάσεων και των αποτελεσμάτων. Οι δε επίδικες τραπεζικές επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες κατά έξι (6) μήνες περίπου πριν από την αναγραφόμενη σε αυτές ημερομηνία έκδοσης, ενώ ήδη από τις αρχές του ιδίου έτους είχαν αρχίσει να σφραγίζονται ακάλυπτες τραπεζικές επιταγές, που δεν μπορούσαν να καλυφθούν. Όπως, δε, προαναφέρθηκε, κατά το Α’ εξάμηνο του έτους 2011 υπήρχαν υποχρεώσεις ύψους περίπου 32 εκατομμυρίων ευρώ προς κομιστές επιταγών έκδοσης της εταιρείας και αρνητική καθαρή θέση της εταιρείας ανερχόμενη σε -28,8 εκατομμύρια ευρώ, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, τόσο κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών, όσο και κατά την πληρωμή τους.
Συνεπώς, γνώριζαν ότι οι οικείοι λογαριασμοί της εταιρείας κατά το χρόνο εμφάνισης των επιταγών δεν θα είχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια ή τουλάχιστον γνώριζαν ότι ενδέχεται να είναι χωρίς διαθέσιμα κεφάλαια και αποδέχθηκαν το ενδεχόμενο αυτό. Οι κατηγορούμενοι, δυνάμει απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, σύμφωνα με ρητό όρο του καταστατικού της, ενεργούσαν ως καταστατικό της όργανο, έχοντας την εξουσία έκδοσης αξιογράφων, ενώ υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα τους, κατά την πραγματική άσκηση των εν λόγω καθηκόντων τους, ενεργώντας από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και κατά συνεκτέλεση, εξέδωσαν τις επίδικες τραπεζικές επιταγές. Ευθύνονται, δε, αν ακόμη αργότερα εξέπεσαν της ιδιότητας αυτής και κηρύχθηκε σε πτώχευση η εκπροσωπούμενη από αυτούς εταιρεία. Τέλος, το γεγονός ότι για τις επίδικες επιταγές η εγκαλούσα-πολιτικώς ενάγουσα έχει λάβει σχετική ασφαλιστική αποζημίωση δεν επηρεάζει το αξιόποινο του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ’ εξακολούθηση, η οποία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι πράξη αναιτιώδης, δεν επηρεάζεται από το υποστατό και το κύρος της αιτίας και την εσωτερική σχέση του εκδότη και του λήπτη. Ως εκ τούτου, το αξιόποινο του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από την έλλειψη κάθε αιτίας ή οφειλής, διότι το έγκλημα αυτό, ενόψει της φύσης της επιταγής ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση-συμφωνία μεταξύ του εκδότη-κατηγορούμενου και της εγκαλούσας-πολιτικώς ενάγουσας, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία έκδοσης. Ούτε αίρεται το άδικο της πράξης του, ακόμη κι αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση δεν είναι αγώγιμη (ΑΠ 44/2017, ΑΠ 296/2015, ΑΠ 1167/2014, ΑΠ 1566/2013, ΑΠ 517/2013 δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)”. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο, κατά πλειοψηφία, τον τότε δεύτερο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα του ότι: “Στον … και στο …, στις 25-2-2011, 17-5-2011, 15-5-2011, 4-4-2011, 4-4-2011 και 5-4-2011 από κοινού ενεργούντες (με τη συγκατηγορούμενή του Γ. Σ.) ως νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας με την επωνυμία “…” (ΑΦΜ …077), με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, εξέδωσαν με πρόθεση επιταγές που δεν πληρώθηκαν στον κομιστή γιατί δεν είχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και ειδικότερα εξέδωσαν με πρόθεση τις κάτωθι έξι (6) μεταχρονολογημένες επιταγές:
1] με αριθμό …35-9 επιταγή με τόπο εκδόσεως τον … και ημερομηνία εκδόσεως την 31-7-2011, για να πληρωθεί από την Τράπεζα ΤΡΑΠΕΖΑ …, για το ποσό των # 50.000,00 # ευρώ,
2] με αριθμό …65-7 επιταγή με τόπο εκδόσεως το … και ημερομηνία εκδόσεως την 31-8-2011, για να πληρωθεί από την Τράπεζα … Α.Ε., για το χρηματικό ποσό των # 82.000,00 # ευρώ,
3] με αριθμό …972-1 επιταγή με τόπο εκδόσεως το … και ημερομηνία εκδόσεως την 30-2011, για να πληρωθεί από την Τράπεζα … Α.Ε., για το χρηματικό ποσό των # 120.000,00 # ευρώ,
4] με αριθμό …754-1 επιταγή με τόπο εκδόσεως τον … και ημερομηνία εκδόσεως την 31-7-2011, για να πληρωθεί από την Τράπεζα … Α.Ε., για το χρηματικό ποσό των # 279.128,30 # ευρώ,
5] με αριθμό …755-9 επιταγή με τόπο εκδόσεως τον … και ημερομηνία εκδόσεως την 5-9-2011, για να πληρωθεί από την Τράπεζα … Α.Ε., για το χρηματικό ποσό των # 258.055,00 # ευρώ,
6] με αριθμό …851-2 επιταγή με τόπο εκδόσεως το … και ημερομηνία εκδόσεως την 30-9-2011, για να πληρωθεί από την Τράπεζα … Α.Ε., για το χρηματικό ποσό των # 77.522,80 # ευρώ, εκ των οποίων οι τρεις πρώτες επιταγές σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία “… … Α.Ε.”, η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι η νόμιμη κομίστρια αυτών και οι λοιπές τρεις σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία “… …”, η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι η νόμιμη κομίστρια αυτών. Και αφού εμφανίσθηκαν προς πληρωμή η πρώτη και η τέταρτη στις 8-8-2011, η δεύτερη στις 8-9-2011, η τρίτη και η έκτη στις 4-10-2011 και η πέμπτη στις 9-9-2011, δεν πληρώθηκαν από τις πληρώτριες Τράπεζες γιατί δεν υπήρχαν επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια”. Επέβαλε δε σ’ αυτόν ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ.
Με αυτές τις παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση, σε σχέση με τον αναιρεσείοντα Α. Φ., περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 98 παρ. 1 του ΠΚ και 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ΝΔ 1325/1972). Ειδικότερα, αναφέρονται στην απόφαση: α) η έκδοση των ένδικων (μεταχρονολογημένων) επιταγών, δηλαδή η υπογραφή αυτών στη θέση του εκδότη από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ως νόμιμο εκπρόσωπο (υποκατάστατο του Δ.Σ) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “…” και το διακριτικό τίτλο “…”, β) ο χρόνος έκδοσης των ένδικων επιταγών, γ) η εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, εντός της προθεσμίας των οκτώ ημερών από την επομένη της αναγραφόμενης στις επιταγές ως ημέρα έκδοσης αυτών και δ) η μη πληρωμή τους, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων στους οικείους λογαριασμούς της εκπροσωπούμενης απ’ αυτόν εταιρίας, γεγονός που βεβαιώθηκε στα σώματα των επιταγών από τους αρμόδιους τραπεζικούς υπαλλήλους, ενώ σχετικά με τη γνώση του αναιρεσείοντος, εκδότη των επιταγών, για την έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα δεν είναι αναγκαία η ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ακάλυπτης επιταγής, υποκειμενικώς, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αρκεί ο απλός δόλος, ο οποίος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών, που απαρτίζουν την αξιόποινη πράξη. Παρ’ όλα αυτά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του και στο πλαίσιο των καθηκόντων του, γνώριζε, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο πληρωμής, ότι δεν υπήρχαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εκπροσωπούμενης από αυτόν εταιρίας τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια προς πληρωμή των επιταγών, η δε ευθύνη του δεν αναιρείται από το γεγονός, ότι η εταιρία στη συνέχεια κηρύχθηκε σε πτώχευση, με την υπ’ αριθμ. 1036/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήματος Εκούσιας Δικαιοδοσίας), που δημοσιεύθηκε στις 2-8-2012 και ορίστηκε ως ημέρα παύσης των πληρωμών η 31-12-201 (ημεροχρονολογία μεταγενέστερη του χρόνου εμφάνισης των επίδικων επιταγών προς πληρωμή), δεδομένου ότι αυτός εξέδωσε και υπέγραψε (από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του) τις επιταγές στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του ως εκπρόσωπος της άνω εταιρίας και ευθύνεται για την πληρωμή τους καθ’ όλο το χρονικό διάστημα, ανάμεσα στην ημέρα της πραγματικής έκδοσης και την ημέρα της εμφάνισης. Επίσης, με την προσήκουσα, κατά τα άνω, αιτιολογία το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ,ως ουσιαστικά αβάσιμο, τον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δια του συνηγόρου του, περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, λόγω της έκδοσης των αναφερόμενων στο προπαρατεθέν σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προσωρινών διαταγών (κατ’ άρθρ. 20 και 232 Α ΠΚ), δεχόμενο ότι δεν προέκυψε απαγόρευση εξόφλησης των επίμαχων επιταγών από τον εν λόγω κατηγορούμενο, ούτε ότι αυτός ενήργησε προς εκπλήρωση καθήκοντος, ούτε ότι υφίστατο σύγκρουση καθηκόντων, με αποτέλεσμα να μην αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της αξιόποινης αυτής πράξης. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την επί της ενοχής κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση της πράξης της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, αντικειμενικά και υποκειμενικά. Οι λοιπές περιεχόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις συνιστούν αμφισβήτηση των άνω ουσιαστικών παραδοχών της απόφασης και, συνεπώς, ανεπίτρεπτα πλήττουν την περί τα πράγματα, ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, οπότε είναι απαράδεκτες.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού μέσου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, διότι έτσι δεν παρέχεται στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ απορρέον δικαίωμά του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του. Τέτοια, όμως, ακυρότητα δεν επέρχεται, όταν το έγγραφο που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί αναφέρεται διηγηματικά στην προσβαλλόμενη απόφαση και όχι για τη θεμελίωση ενοχής και την επιμέτρηση ποινής ή, αν για το έγγραφο αυτό υπάρχει αναφορά σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως στην κατάθεση εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρα ή σε άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα ή πρόκειται για έγγραφο διαδικαστικό ή για έγγραφο που αποτελεί το σώμα (υλικό αντικείμενο) ή τη βάση του εγκλήματος και θεμελιωτικό στοιχείο της κατηγορίας που αποδόθηκε και γνωστοποιήθηκε στον κατηγορούμενο, ο οποίος, εφόσον γνώριζε την κατηγορία, ήταν σε θέση να αντιτάξει σχετική υπεράσπιση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 1 εδ. γ’ του ίδιου Κώδικα, στην κατ’ έφεση δίκη, σε κάθε περίπτωση, διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν και κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων. Η ανάγνωση εγγράφου δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία του σχετικού μέρους των πρακτικών, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί η ανάγνωσή του να διαπιστώνεται από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η πληττόμενη απόφαση.
Συνεπώς, εφόσον στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνεται, ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τούτο έχει την έννοια και της ανάγνωσης του περιεχομένου των αναφερόμενων σ’ αυτά εγγράφων. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης προβάλει την αιτίαση, ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη α) έγγραφο πρόχειρου ισολογισμού της οικονομικής διεύθυνσης της ανώνυμης εταιρίας “…” (…), στις 30-6-2011, στο οποίο αναφέρεται το σύνολο της περιουσίας της εταιρίας αυτής (αρνητική καθαρή θέση -28,8 εκατομμύρια ευρώ, ζημίες ύψους 26,8 εκατομμύρια για το Α’ εξάμηνο του έτους 2011, βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις ύψους 69,40 εκατομμυρίων ευρώ, υποχρεώσεις προς κομιστές επιταγών έκδοσης της, προς προμηθευτές και προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης [κυρίως ΙΚΑ] και την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία) και β) την αίτηση πτώχευσής της, που κατέθεσε η ίδια ως άνω εταιρία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τα οποία αναφέρονται στο σκεπτικό της, χωρίς αυτά να αναγνωσθούν κατά την ακροαματική διαδικασία και δίχως να παρέχεται σ’ αυτόν η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τα αποδεικτικά αυτά μέσα ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή τους.
Από το ως άνω σκεπτικό, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι τα προαναφερθέντα έγγραφα δεν αξιοποιήθηκαν αποδεικτικά για τη θεμελίωση της ενοχής του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου αλλά αναφέρονται διηγηματικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την αντίκρουση προβληθέντος ισχυρισμού του τελευταίου περί ύπαρξης διαθεσίμων κεφαλαίων, γενικά, σε τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρίας “…” (…), που υπερέβαιναν τα ποσά των επίδικων επιταγών. Ανεξάρτητα από αυτό, για τα παραπάνω έγγραφα υπάρχει αναφορά σε άλλα αναγνωσθέντα ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου έγγραφα. Ειδικότερα, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι, μεταξύ άλλων, αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου τα πρακτικά της εκκαλούμενης υπ’ αριθμ. 116633/2017 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθώς και τα αναφερόμενα σε αυτήν αναγνωστέα έγγραφα. Από την παραδεκτή δε επισκόπηση των πρακτικών της παραπάνω εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης, προς διερεύνηση της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου, προκύπτει, ότι αναγνώστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και η υπ’ αριθμ. 1036/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), με την οποία η ως άνω εταιρία κηρύχθηκε σε πτώχευση, κατόπιν και της προαναφερθείσας δικής της αίτησης, που είναι αναγνωστέο έγγραφο στην πρωτόδικη απόφαση. Στην πτωχευτική αυτή απόφαση, η οποία σημειωτέον αναφέρεται και στην αναγνωσθείσα ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με αριθμ. πρωτ. 2676/2012 έκθεση του Τμήματος Πτωχεύσεων του Πρωτοδικείου Αθηνών, γίνεται αναφορά για τα ως άνω αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, περί ισολογισμού της πτωχεύσασας εταιρίας και της αρνητικής θέσης αυτής. Επομένως, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, τα επίμαχα έγγραφα, με τη γενόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφορά στην ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και στα αναγνωστέα σ’ αυτήν έγγραφα, από τα οποία (πρακτικά) προκύπτει, ότι τα έγγραφα αυτά αναγνώσθηκαν πρωτοδίκως, θεωρείται, ότι αναγνώσθηκαν και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, οπότε παραδεκτά μπορούσαν να συνεκτιμηθούν με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, ήταν δε γνωστά στον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο και μπορούσε αυτός να τα αντικρούσει και να εκθέσει τις απόψεις του ή να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις, κατά το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ.
Συνεπώς, από τη λήψη υπόψη των ως άνω επισημαινόμενων από τον αναιρεσείοντα εγγράφων, δεν παραβιάστηκε κανένα υπερασπιστικό δικαίωμα αυτού (αναιρεσείοντος κατηγορουμένου) και δεν επήλθε καμία απόλυτη ακυρότητα, συνακόλουθα δε ο υποστηρίζων τα αντίθετα δεύτερος και τελευταίος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος. Ενόψει όλων αυτών και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ). Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί αυτός στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας, που παραστάθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-12-2018 αίτηση-δήλωση του Α. Φ. του Β., κατοίκου …, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 11-12-2018, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. ΑΤ2496/2018 απόφασης Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Και
Καταδικάζει αυτόν στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, εταιρίας με την επωνυμία “… Α.Ε.”, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΠΗΓΗareiospagos.gr