Ανάκληση άδειας διαμονής μακροχρόνιου εγκατεστημένου μετανάστη και επιβολή 10ετούς απαγόρευσης εισόδου λόγω παραβατικής συμπεριφοράς, παρά την πρόοδο κατά την κράτησή του.Παραβίαση της ιδιωτικής ζωής

137
ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

ΑΠΟΦΑΣΗ

AZZAQUI κατά Ολλανδίας της 30.05.2023 (αρ. προσφ. 8757/20)

Βλ. εδώ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο προσφεύγων, μαροκινός υπήκοος, εισήλθε στην Ολλανδία το 1982 σε ηλικία 10 ετών και του χορηγήθηκε άδεια μόνιμης διαμονής. Μεταξύ 1987 και 1996 καταδικάστηκε για πολλά ποινικά αδικήματα και σε αρκετές ποινές φυλάκισης. Το 1996 καταδικάστηκε για βιασμό. Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι κατά τη διάπραξη του αδικήματος έπασχε από διαταραχή προσωπικότητας, αντικοινωνικά χαρακτηριστικά και επεισοδιακές ψυχωτικές εμπειρίες που μείωναν την ποινική του ευθύνη. Αποφάσισε τον εγκλεισμό του σε κλινική κράτησης. Τα ποινικά δικαστήρια παρέτειναν επανειλημμένα τηναπόφαση αυτή. Το 2016, κατόπιν σύστασης των εμπειρογνωμόνων της θεραπευτικής μονάδας, η απόφαση παρατάθηκε για ένα ακόμη έτος και χορηγήθηκε απόλυση υπό όρους από τον εγκλεισμό στην κλινική, με συνέχιση της θεραπείας σε μονάδα υποστηριζόμενης διαβίωσης.

Ο προσφεύγων παραβίασε τους όρους της υφ΄όρον απόλυσής του καπνίζοντας μαριχουάνα και πίνοντας αλκοόλ. Το 2018 ανακλήθηκεη άδεια διαμονής του και του επιβλήθηκε δεκαετής απαγόρευση εισόδου. Οι προσφυγές που άσκησε απορρίφθηκαν. Το 2019 διατάχθηκε ο εκ νέου εγκλεισμός του προσφεύγοντος σε κλινική κράτησης που εξακολουθούσε να ισχύει κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης του ΕΔΔΑ.

Το γεγονός ότι είχαν παρέλθει περισσότερα από 20 χρόνια από την τέλεση του τελευταίου αδικήματος δεν σήμαινε, όπως υποστήριξε ο προσφεύγων, ότι οι αρχές είχαν παραιτηθεί από το δικαίωμά τους να ανακαλέσουν την άδεια διαμονής του. Ωστόσο, για να καταλήξουν στο συμπέρασμά τους σχετικά με την ύπαρξη απειλής της δημόσιας τάξης στο πλαίσιο της διαδικασίας ανάκλησης, οι αρχές δεν είχαν λάβει επαρκώς υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του προσφεύγοντος, και ιδίως τα συμπεράσματα των ποινικών δικαστηρίων στις αποφάσεις τους σχετικά με την παράτασης της απόφασηςτου εγκλεισμού του, τα οποία είχαν υποστηριχθεί από ιατρικά στοιχεία. Ο προσφεύγων είχε επιδείξει καλή συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της θεραπείας του και είχε σημειώσει κατά τα άλλα θετική πρόοδο κατά τα έτη μετά τη διάπραξη του πιο πρόσφατου αδικήματός του, γεγονός που είχε οδηγήσει το ποινικό δικαστήριο το 2016 να ακολουθήσει τις συμβουλές των εμπειρογνωμόνων. Η ψυχική επιδείνωση του προσφεύγοντος και η υποτροπή στη χρήση ουσιών είκοσι χρόνια μετά την έναρξη της θεραπείας του, φαίνεται ότι προκλήθηκε από την πρόθεση του Αναπληρωτή Υπουργού να ανακαλέσει την άδεια διαμονής του και τις επακόλουθες αποφάσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας ανάκλησης. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η θεραπεία του αποσκοπούσε στην επανένταξη στην ολλανδική κοινωνία και, ως εκ τούτου, δεν είχαν ληφθεί μέτρα για την προετοιμασία του για την επιστροφή του στο Μαρόκο. Επιπλέον, από τις αποφάσεις του ποινικού δικαστηρίου προέκυπτε ότι η κατάσταση “status quo” στην οποία είχε περιέλθει ο προσφεύγων είχε αντίκτυπο στην ιατρική του περίθαλψη, στην επανένταξή του και στη δυνατότητα τερματισμού της απόφασης. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι αρχές όφειλαν να συντονίσουν τις διάφορες διαδικασίες που άπτονται του δικαιώματός του για σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής και να εκτιμήσουν εγκαίρως και διεξοδικά την πρακτική σκοπιμότητα της απέλασής του στο Μαρόκο, ώστε να σεβαστούν δεόντως τα συμφέροντα που κατοχυρώνει το άρθρο 8.

Τέλος, ο αναπληρωτής υπουργός, είχε απλώς διαπιστώσει ότι ο προσφεύγων ήταν ένας ενήλικος άνδρας που θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα μπορούσε να φροντίσει τον εαυτό του μετά τον υποβοηθούμενο επαναπατρισμό, ότι ήταν ή θα μπορούσε να εξοικειωθεί με την τοπική γλώσσα και ότι είχε οικογένεια στο Μαρόκο με την οποία διατηρούσε επαφή- διαπιστώσεις που είχαν επικυρωθεί από το διοικητικό δικαστήριο. Δεν φάνηκε ότι οι εγχώριες αρχές είχαν εξετάσει τις ιατρικές πτυχές, συμπεριλαμβανομένης της διαθεσιμότητας και της προσβασιμότητας στο Μαρόκο φαρμάκων και θεραπείας που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες του προσφεύγοντος. Συνεπώς, κατά τη διαδικασία ανάκλησης, οι εγχώριες αρχές δεν είχαν λάβει επαρκώς υπόψη τις δυσκολίες που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ο προσφεύγων στο Μαρόκο λόγω της ψυχικής του ευπάθειας.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8.

ΔΙΑΤΑΞΗ

Άρθρο 8

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ανάκληση της άδειας διαμονής και επιβολή απαγόρευσης εισόδου σε πρόσωπο που έπασχε από ψυχική διαταραχή η οποία μείωσε την ποινική του ενοχή τη στιγμή που διέπραξε σοβαρό αδίκημα. Ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι η προσωπική του κατάσταση δεν ελήφθη επαρκώς υπόψη κατά τη στάθμιση των διακυβευόμενων συμφερόντων.

Ο προσφεύγων γεννήθηκε στο Μαρόκο και εισήλθε στις Κάτω Χώρες το 1982. Το ίδιο έτος οι ολλανδικές αρχές του χορήγησαν άδεια διαμονής για να ζει με τον πατέρα του. Τον Μάιο του 1991 έλαβε άδεια μόνιμης διαμονής (vergunningtotvestiging).

Μεταξύ 1987 και 1996, ο προσφεύγων καταδικάστηκε για πολλαπλά εγκλήματα, μεταξύ των οποίων απόπειρα κλοπής, διάρρηξη, εκβιασμό, απειλές και ληστεία και καταδικάστηκε σε αρκετές ποινές φυλάκισης.

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1996 το περιφερειακόδιακστήριο του Arnhem καταδίκασε τον προσφεύγοντα για βιασμό, τον καταδίκασε σε φυλάκιση δύο ετών και επέβαλε εντολή για περιορισμό σε κλινική φυλάκισης (“εντολή TBS”).

Η εντολή TBS παρατάθηκε τον Ιανουάριο του 2000, τον Ιούνιο του 2001, τον Ιούνιο του 2002, τον Ιούνιο του 2004, τον Ιούνιο του 2006, τον Μάιο του 2008, τον Ιούλιο του 2010, τον Ιούλιο του 2011, τον Ιούνιο του 2012, τον Αύγουστο του 2013, τον Ιούλιο του 2014 και τον Ιούνιο του 2015. Στις 21 Ιουλίου 2017 το ποινικό τμήμα του περιφερειακού δικαστηρίου του Gelderland αποφάσισε να παρατείνει τη διαταγή TBS για ένα έτος.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετικά με μια άλλη παράταση της διαταγής TBS, ειδικοί από τη θεραπευτική μονάδα του προσφεύγοντος συνέταξαν έκθεση στις 11 Απριλίου 2016, στην οποία ανέφεραν ότι ο προσφεύγων επέδειξε συνεπή καλή συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της επιτρεπόμενης άδειας, μεταμέλεια για ό,τι είχε κάνει στο θύμα και προθυμία να βοηθηθεί και να τα πάει καλά. Δεν είχε παραβιάσει κανέναν κανόνα ούτε είχε αποσυρθεί από τη θεραπεία ή την καθοδήγηση. Παρόλο που ο προσφεύγων δεν θα μπορούσε ποτέ να λειτουργήσει ανεξάρτητα λόγω μόνιμης έλλειψης δεξιοτήτων αντιμετώπισης και κρίσης, δεν είχε επιδείξει σημάδια σεξουαλικής παρέκκλισης και εκτιμήθηκε ότι ο κίνδυνος υποτροπής θα μπορούσε να διατηρηθεί μόνιμα χαμηλός σε μια μονάδα υποστηριζόμενης διαβίωσης.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, συμβούλευσαν το δικαστήριο να παρατείνει τη διαταγή TBS κατά ένα έτος και να απαλλάξει υπό όρους τον προσφεύγοντα από τον εγκλεισμό στην κλινική κράτησης, προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσον θα λειτουργούσε καλά και υπό την εποπτεία των υπηρεσιών επιτήρησης (επανακατάταξη).

Στις 27 Μαΐου 2016 το ποινικό τμήμα του περιφερειακού δικαστηρίου του Gelderland – αναφερόμενο στην έκθεση του Απριλίου 2016 – παρέτεινε τη διαταγή TBS για ένα έτος και χορήγησε την υπό όρους αποφυλάκιση από τον εγκλεισμό στην κλινική κράτησης. Οι όροι περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, ότι ο προσφεύγων δεν θα διαπράξει ποινικό αδίκημα, ότι θα παραμείνει στη χώρα, ότι θα τεθεί υπό την εποπτεία των υπηρεσιών επιτήρησης και θα συμμορφώνεται με όλους τους κανονισμούς και τις οδηγίες τους, ότι θα ζήσει σε μονάδα υποστηριζόμενης διαβίωσης και ότι δεν θα κάνει χρήση ναρκωτικών ή αλκοόλ.

Στις 10 Φεβρουαρίου 2017, αναφερόμενος στο ποινικό μητρώο του προσφεύγοντος, ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης και Ασφάλειας  ενημέρωσε τον προσφεύγοντα για την πρόθεσή του (voornemen) να ανακαλέσει την άδεια διαμονής του και να επιβάλει απαγόρευση εισόδου με την αιτιολογία ότι αποτελούσε απειλή για τη δημόσια τάξη (gevaarvoor de openbareorde).

Ο προσφεύγων υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις. Βασιζόμενος, μεταξύ άλλων, στην έκθεση της θεραπευτικής μονάδας και στο άρθρο 8, ο προσφεύγων αντιτάχθηκε στην ανάκληση της άδειας διαμονής του και στην επιβολή απαγόρευσης εισόδου.

Στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετικά με μια άλλη παράταση της διαταγής TBS, οι υπηρεσίες επιτήρησης, στις 23 Μαρτίου 2017, ανέφεραν ότι η πρόθεση του αναπληρωτή υπουργού να ανακαλέσει την άδεια διαμονής είχε αναστατώσει σοβαρά τον προσφεύγοντα και ότι δεν ήταν προετοιμασμένος για την επιστροφή στο Μαρόκο. Είχε παραβιάσει τους όρους της αποφυλάκισής του από τον εγκλεισμό του στην κλινική, καπνίζοντας μαριχουάνα και πίνοντας αλκοόλ. Συνέστησαν την παράταση της εντολής TBS για δύο έτη, κατά τη διάρκεια των οποίων θα καταρτίσουν σχέδιο προετοιμασίας του προσφεύγοντος για την επιστροφή του στο Μαρόκο.

Στις 21 Ιουλίου 2017 το ποινικό τμήμα του περιφερειακού δικαστηρίου του Gelderland αποφάσισε να παρατείνει τη διαταγή TBS για ένα έτος.

Στις 24 Ιουλίου 2017 ο δικηγόρος του προσφεύγοντος απέστειλε αντίγραφο της εν λόγω απόφασης στον Αναπληρωτή Υπουργό προκειμένου να επισυναφθεί στις γραπτές παρατηρήσεις του.

Στις 19 Ιανουαρίου 2018 ο Αναπληρωτής Υπουργός ανακάλεσε την άδεια διαμονής του και του επέβαλε 10ετή απαγόρευση εισόδου. Σχετικά με το άρθρο 8, έκρινε τα εξής: oι δεσμοί του προσφεύγοντος με τα ενήλικα μέλη της οικογένειάς του στις Κάτω Χώρες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8. Όσον αφορά το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, ο Αναπληρωτής Υπουργός στάθμισε τα εμπλεκόμενα συμφέροντα, αναφερόμενος στη νομολογία του Δικαστηρίου, όπως αυτή εκτίθεται στις υποθέσεις Boultif κατά Ελβετίας και Üner κατά Κάτω Χωρών και έκρινε ότι τα δικαιώματα του προσφεύγοντος στην ιδιωτική ζωή δεν υπερέχουν των συμφερόντων του δημοσίου συμφέροντος. Στο πλαίσιο αυτό, ο Αναπληρωτής Υπουργόςσημείωσε ότι δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο προσφεύγων είχε ισχυρούς κοινωνικούς δεσμούς με τις Κάτω Χώρες, ότι ο προσφεύγων δεν είχε επιδείξει σεβασμό προς την ολλανδική κοινωνία ούτε είχε συνεισφέρει θετικά σε αυτήν και ότι η μεταχείριση στο πλαίσιο της διαταγής TBS δεν συνιστούσε ιδιωτική ζωή κατά την έννοια του άρθρου 8 της Σύμβασης, αλλά ήταν μάλλον ένα μέτρο που επιβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας. Συνεπώς, η παρούσα υπόθεση δεν ήταν συγκρίσιμη με την υπόθεση Ciliz κατά Κάτω Χωρών. Ο Αναπληρωτής Υπουργόςαναγνώρισε ότι ο προσφεύγων ζούσε στις Κάτω Χώρες για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά αυτό αντισταθμίστηκε από τη σοβαρότητα των πολλαπλών εγκλημάτων που είχε διαπράξει και τις παρατάσεις της διαταγής TBS. Σημείωσε επίσης ότι η απειλή για τη δημόσια τάξη που προερχόταν από τα αδικήματα του προσφεύγοντος δεν είχε μειωθεί, διότι μέχρι τώρα η εντολή TBS παρατεινόταν σταθερά και ο προσφεύγων δεν είχε επιδείξει καμία θετική πρόοδο εκτός κλινικού πλαισίου. Επιπλέον, από τις ψυχολογικές εκθέσεις που συντάχθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας παράτασης της εντολής TBS, προέκυψε ότι ο προσφεύγων θα χρειαζόταν πάντα επίβλεψη και η υποτροπή του στη χρήση αλκοόλ και ναρκωτικών έδειχνε ότι δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τις αναποδιές. Ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος ότι η εντολή TBS είχε παραταθεί μόνο λόγω της πρόθεσης ανάκλησης της άδειας διαμονής του προσφεύγοντος, αμφισβητήθηκε. Η εν λόγω εντολή παρατάθηκε λόγω του κινδύνου υποτροπής- η αιτία του κινδύνου αυτού ήταν άσχετη. Αν και είχε περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα προτού ο Αναπληρωτής Υπουργός αποφασίσει να ανακαλέσει την άδεια διαμονής και να επιβάλει απαγόρευση εισόδου, αυτό είχε δώσει στον προσφεύγοντα την ευκαιρία να λάβει τη θεραπεία που χρειαζόταν για να επανενταχθεί στην κοινωνία. Ο προσφεύγων δεν μπορούσε να αντλήσει προσδοκίες ή δικαιώματα από την παρέλευση αυτού του χρόνου. Όσον αφορά την επιστροφή του στο Μαρόκο, ο Αναπληρωτής Υπουργός έκρινε ότι ο προσφεύγων ήταν ένας ενήλικος άνδρας που θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα μπορούσε να φροντίσει τον εαυτό του μετά τον υποβοηθούμενο επαναπατρισμό.

Ο προσφεύγων υπέβαλε ένσταση στις 13 Φεβρουαρίου 2018. Στο σκεπτικό της ένστασης που υποβλήθηκε σε μεταγενέστερη ημερομηνία, ο προσφεύγων αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των εκθέσεων πραγματογνωμόνων που συντάχθηκαν στις 14 Φεβρουαρίου 2018 και στις 23 Μαρτίου 2018.

Στις 13 Απριλίου 2018 ο αναπληρωτής υπουργός έκρινε απαράδεκτη την ένσταση γιατί ο προσφεύγων δεν είχε προβάλει επιχειρήματα που να δικαιολογούν την επανεξέταση της απόφασης της 19 Ιανουαρίου 2018. Όσον αφορά τον επαναπατρισμό στο Μαρόκο, πρόσθεσε ότι ο προσφεύγων είτε μιλούσε την τοπική γλώσσα είτε θα έπρεπε να είναι σε θέση να την αποκτήσει, ότι ο προσφεύγων είχε οικογένεια στο Μαρόκο με την οποία διατηρούσε επαφή και ότι η κλινική θα τον προετοίμαζε για την επιστροφή του.

Ο προσφεύγων άσκησε έφεση καιεπανέλαβε ότι η απόφαση ανάκλησης της άδειας διαμονής του δεν ήταν σύμφωνη με το άρθρο 8. Δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις Κάτω Χώρες είχε αναπτύξει δεσμούς που ισοδυναμούσαν με ιδιωτική ζωή, μεταξύ άλλων κατά τη διάρκεια της κράτησής του και όταν υπόκειτο στη διαταγή TBS. Υποστήριξε ότι με 35 χρόνια νόμιμης διαμονής ήταν ένας «εγκατεστημένος μετανάστης» για την απέλαση του οποίου χρειάζονταν «πολύ σοβαροί λόγοι». Σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, η εφαρμογή των κατευθυντήριων αρχών από τις Üner και Boultif  θα έπρεπε να οδηγήσει σε μια ισορροπία υπέρ του. Στο πλαίσιο αυτό, προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι δεν είχε υποπέσει σε νέα παράβαση και ότι η απόφαση TBS ανάγκασε τον προσφεύγοντα να παραμείνει στις Κάτω Χώρες, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Αναπληρωτής Υπουργός δεν είχε προβεί σε καμία ενέργεια με σκοπό την απέλασή του, αλλά, αντίθετα, είχε ανανεώσει την άδεια διαμονής του. Επιπλέον, υποστήριξε ότι η ανάκληση της άδειας παραμονής του παρενέβαινε στους στόχους της διαταγής TBS, που ήταν η επανακοινωνικοποίησή του στις Κάτω Χώρες.

Στις 6 Ιουλίου 2018 το ποινικό τμήμα του περιφερειακού δικαστηρίου του Gelderland παρέτεινε την εντολή TBS για ένα έτος. Ο προσφεύγων απέστειλε αντίγραφο της απόφασης αυτής στο περιφερειακό δικαστήριο της Χάγης, προκειμένου να προστεθεί στην έφεσή του στο πλαίσιο της διαδικασίας που αφορά την ανάκληση της άδειας διαμονής του.

ΤΟ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ…

Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι η ανάκληση της άδειας διαμονής του και η επιβολή της απαγόρευσης εισόδου συνιστούν δυσανάλογη επέμβαση στο δικαίωμά του για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, η οποία δεν εξυπηρετεί κανένα νόμιμο σκοπό. Υποστήριξε ότι το ιστορικό της θεραπείας του έδειχνε ότι δεν αποτελούσε απειλή για τη δημόσια τάξη. Εν προκειμένω επεσήμανε το γεγονός ότι μετά την καταδίκη του το 1996 δεν είχε διαπράξει ούτε είχε κατηγορηθεί για κανένα έγκλημα. Όταν είχε παραβιάσει τους όρους της υπό όρους αποφυλάκισής του από τον εγκλεισμό του στην κλινική καπνίζοντας μαριχουάνα και πίνοντας αλκοόλ, αφού είχε ενημερωθεί για την πρόθεση του Αναπληρωτή Υπουργού να ανακαλέσει την άδεια παραμονής του, είχε αναφερθεί αμέσως στο προσωπικό της δομής φιλοξενίας, γεγονός που αποδεικνύει ότι είχε μάθει μηχανισμούς αντιμετώπισης για να σταματήσει και να αποτρέψει περαιτέρω υποτροπή.

Υποστηρίχθηκε επίσης ότι τα μέτρα δεν ήταν προβλέψιμα από τον προσφεύγοντα, ο οποίος ζούσε στις Κάτω Χώρες από 11 ετών και του οποίου το καθεστώς νόμιμης διαμονής μετά την καταδίκη του το 1996 ήταν επισφαλές, αλλά παρ’ όλα αυτά είχε παραμείνει ανέγγιχτο από τις αρχές. Περιμένοντας περισσότερα από είκοσι χρόνια, οι αρχές είχαν αφήσει ένα επισφαλές δικαίωμα να υφίσταται για πολύ καιρό (ο προσφεύγων επικαλέστηκε την υπόθεση AristimuñoMendizabal κατά Γαλλίαςτης 17.01.2009, αριθ. προσφ. 51431/99) και έτσι είχαν παραιτηθεί από το δικαίωμά τους να το ανακαλέσουν. Επιπλέον, τα μέτρα ήταν αντιπαραγωγικά προς τον στόχο της διαταγής TBS, ο οποίος ήταν για περισσότερα από 20 χρόνια η επανένταξη του προσφεύγοντος στην ολλανδική κοινωνία. Ο προσφεύγων, επικαλούμενος την υπόθεση Ciliz κατά Κάτω Χωρών υποστήριξε ότι, όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής του ζωής, διαφορετικές αρχές είχαν λάβει αποφάσεις που εξυπηρετούσαν αντιφατικούς σκοπούς, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τη στασιμότητα της ιατρικής του περίθαλψης.

Περαιτέρω, αναφερόμενος σε διάφορες εκθέσεις πραγματογνωμόνων που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της εθνικής διαδικασίας σχετικά με την παράταση της διαταγής TBS, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι λόγω της ψυχικής του ασθένειας και της έλλειψης προοπτικής της απαραίτητης εξωτερικής καθοδήγησης στο Μαρόκο θα υπήρχαν ανυπέρβλητα εμπόδια κατά την επιστροφή του στη χώρα αυτή και ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανός να εγκατασταθεί εκεί.

Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι τα εθνικά δικαστήρια είχαν αξιολογήσει διεξοδικά τις προσωπικές περιστάσεις του προσφεύγοντος, είχαν σταθμίσει προσεκτικά τα αντικρουόμενα συμφέροντα, είχαν λάβει υπόψη τα κριτήρια που ορίζονται στη νομολογία του Δικαστηρίου και είχαν καταλήξει σε συμπεράσματα που δεν ήταν ούτε αυθαίρετα ούτε προδήλως παράλογα. Αν και ο προσφεύγων ήταν εγκατεστημένος μετανάστης, υπήρχαν πολύ σοβαροί λόγοι για την απέλασή του από τις Κάτω Χώρες, δηλαδή η επανειλημμένη διάπραξη πολύ σοβαρών βίαιων, σεξουαλικών και άλλων αδικημάτων.

Υποστήριξαν επίσης ότι, ακόμη και είκοσι χρόνια μετά την τελευταία καταδίκη του, ο προσφεύγων συνέχιζε να αποτελεί αμείωτη απειλή για τη δημόσια τάξη, όπως είχε αποδειχθεί από την επανειλημμένη παράταση της διαταγής TBS. Η Κυβέρνηση επισήμανε ότι το Περιφερειακό Δικαστήριο στην απόφασή της 6 Νοεμβρίου 2018  συμφώνησε με τη θέση του Αναπληρωτή Υπουργού ότι αυτό αντισταθμίζει τη μακρά παραμονή του προσφεύγοντος στις Κάτω Χώρες και το γεγονός ότι δεν είχαν ληφθεί προηγουμένως μέτρα για την ανάκληση της άδειας διαμονής του. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι οι περιστάσεις στην υπόθεση AristimuñoMendizabal, τις οποίες επικαλέστηκε ο προσφεύγων, διέφεραν ουσιαστικά από την παρούσα υπόθεση. Σημείωσαν επίσης ότι παρόλο που ο προσφεύγων είχε σημειώσει πρόοδο, η πιο πρόσφατη παράταση του TBS και η παραβίαση των όρων της υπό όρους αποφυλάκισής του από τον εγκλεισμό του στην κλινική (δηλαδή η κατανάλωση αλκοόλ και μαριχουάνας) είχαν δείξει ότι εξακολουθούσε να υπάρχει κίνδυνος υποτροπής του. Ακόμη και αν μπορούσε να υποτεθεί αιτιώδης σχέση μεταξύ της ανάκλησης της άδειας διαμονής του και της υποτροπής του στη χρήση ναρκωτικών και αλκοόλ, αυτό θα υποδήλωνε μόνο ότι ο αιτών δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει δυσκολίες ή αναποδιές.

Το Δικαστήριο επαναβεβαίωσε εξαρχής ότι ένα κράτος δικαιούται, ως ζήτημα διεθνούς δικαίου και με την επιφύλαξη των συμβατικών του υποχρεώσεων, να ελέγχει την είσοδο αλλοδαπών στο έδαφός του και τη διαμονή τους σε αυτό. Για το σκοπό αυτό, τα κράτη είχαν την εξουσία να απελαύνουν αλλοδαπούς που έχουν καταδικαστεί για ποινικά αδικήματα. Η Σύμβαση δεν εγγυάται το δικαίωμα ενός αλλοδαπού να εισέρχεται ή να διαμένει σε μια συγκεκριμένη χώρα και, στο πλαίσιο της αποστολής τους για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης, τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν την εξουσία να απελαύνουν έναν αλλοδαπό που έχει καταδικαστεί για ποινικά αδικήματα. Ωστόσο, μια επέμβαση στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή ενός προσώπου θα παραβιάζει το άρθρο 8 της Σύμβασης, εκτός εάν μπορεί να δικαιολογηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 της εν λόγω διάταξης ως «σύμφωνη με το νόμο», ως επιδίωξη ενός ή περισσότερων από τους νόμιμους σκοπούς που απαριθμούνται σε αυτήν και ως «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία», δηλαδή ως δικαιολογημένη από επιτακτική κοινωνική ανάγκη και, ιδίως, ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο σκοπό.

Η Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε ότι υπήρξε παρέμβαση στο δικαίωμα του προσφεύγοντος για σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής. Το Δικαστήριο δεν βλέπει κανένα λόγο να διαπιστώσει το αντίθετο.

Τα μέρη δεν αμφισβήτησαν ότι τα εν λόγω μέτρα ελήφθησαν σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Η επίμαχη παρέμβαση ήταν επομένως σύμφωνη με το νόμο.

Το Δικαστήριο δέχεται ότι τα προσβαλλόμενα μέτρα επιδίωκαν τους νόμιμους σκοπούς της διασφάλισης της δημόσιας ασφάλειας και της πρόληψης της διατάραξης ή της εγκληματικότητας. Μένει να εξακριβωθεί αν ήταν επίσης «αναγκαίες σε μια δημοκρατική κοινωνία»  κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου.

Όλα τα σχετικά κριτήρια που καθορίζονται στη νομολογία του Δικαστηρίου θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τις εθνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών δικαστηρίων, είτε από την άποψη της «οικογενειακής ζωής» είτε από την άποψη της «ιδιωτικής ζωής», ανάλογα με την περίπτωση, σε όλες τις υποθέσεις που αφορούν εγκατεστημένους μετανάστες οι οποίοι πρόκειται να απελαθούν ή/και να αποκλειστούν από την επικράτεια μετά από ποινική καταδίκη.

Κατά περίπτωση, θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία που σχετίζονται με την υπόθεση, όπως, για παράδειγμα, οι ιατρικές πτυχές της, συμπεριλαμβανομένης της διαθεσιμότητας και της προσβασιμότητας της ιατρικής περίθαλψης στη χώρα προορισμού.

Επιπλέον, για έναν εγκατεστημένο μετανάστη που έχει περάσει νόμιμα όλη ή το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής και νεανικής του ηλικίας στη χώρα υποδοχής, απαιτούνται πολύ σοβαροί λόγοι για να δικαιολογηθεί η απέλαση.

Τέλος, το Δικαστήριο είχε επίσης σταθερά κρίνει ότι τα συμβαλλόμενα κράτη διαθέτουν ένα περιθώριο εκτίμησης κατά την εκτίμηση της ανάγκης παρέμβασης, το οποίο όμως συμβαδίζει με την ευρωπαϊκή εποπτεία. Το Δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφανθεί οριστικά για το κατά πόσον ένα μέτρο απέλασης είναι συμβατό με το άρθρο 8. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών δικαστηρίων, οφείλουν να προβάλλουν ειδικούς λόγους υπό το πρίσμα των περιστάσεων της υπόθεσης, ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να ασκήσει την ευρωπαϊκή εποπτεία που του έχει ανατεθεί. Σε περίπτωση που η αιτιολογία των εθνικών αποφάσεων είναι ανεπαρκής και τα επίμαχα συμφέροντα δεν έχουν σταθμιστεί, υπάρχει παραβίαση των απαιτήσεων του άρθρου 8 της Σύμβασης (βλ. I.M. κατά Ελβετίας της 09.04.2019, αριθ. προσφ. 23887/16§72). Όταν οι αρμόδιες εθνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών δικαστηρίων, έχουν εξετάσει προσεκτικά τα πραγματικά περιστατικά, εφαρμόζοντας τα σχετικά πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα με συνέπεια προς τη Σύμβαση και τη νομολογία της, και έχουν σταθμίσει επαρκώς τα προσωπικά συμφέροντα του προσφεύγοντος έναντι του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος στην υπόθεση, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να υποκαταστήσει τη δική του αξιολόγηση της ουσίας (συμπεριλαμβανομένης, ιδίως, της δικής του αξιολόγησης των πραγματικών λεπτομερειών της αναλογικότητας) με εκείνη των αρμόδιων εθνικών αρχών. Η μόνη εξαίρεση σε αυτό είναι όταν αποδεικνύεται ότι συντρέχουν σοβαροί λόγοι για κάτι τέτοιο (βλ. M.A. κατά Δανίας της 09.07.2021, αριθ. προσφ. 6697/18 § 149).

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, και παρά το περιθώριο εκτίμησης του εναγόμενου κράτους, το Δικαστήριο θεώρησε ότι, υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, οι εγχώριες αρχές δεν έλαβαν δεόντως υπόψη και δεν στάθμισαν σωστά τα διακυβευόμενα συμφέροντα.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Ο προσφεύγων δεν ζήτησε έξοδα και δαπάνες στα οποία υποβλήθηκε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων και του ΕΔΔΑ.Η διαπίστωση παραβίασης συνιστά από μόνη της επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για τυχόν ηθική βλάβη που υπέστη ο προσφεύγων.Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν επιδίκασε στον προσφεύγοντα ηθ8ιική βλάβη.

Μειοψηφούσα άποψη

Η μειοψηφούσα άποψη διαφωνεί με την πλειοψηφία  ότι η διαπίστωση παραβίασης συνιστά από μόνη της επαρκή δίκαιη ικανοποίηση για τυχόν ηθική βλάβη που υπέστη ο προσφεύγων.

Στη σκέψη 67 της απόφασής του, το ΕΔΔΑ (παραπέμποντας στην υπόθεση Savran κατά Δανίας της 07.12.2021, αριθ. προσφ. 57467/15 § 208), δεν επιδικάζει χρηματική αποζημίωση για ηθική βλάβη. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης, το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε βάσει του άρθρου 8 της Σύμβασης συνιστά επαρκή δίκαιη ικανοποίηση όσον αφορά τυχόν ηθική βλάβη που ενδεχομένως υπέστη ο προσφεύγων. Δυστυχώς, σε αρκετές υποθέσεις το Δικαστήριο έχει χρησιμοποιήσει τέτοια διατύπωση για να μην επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση, χωρίς να παράσχει περαιτέρω εξηγήσεις ή επιχειρήματα. Σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις, το Δικαστήριο είτε επιδίκασε χρηματική αποζημίωση για ηθική βλάβη αφού εξήγησε ότι ο προσφεύγων υπέστη στενοχώρια ή οδύνη ως αποτέλεσμα της διαπιστωθείσας παραβίασης είτε χωρίς να δώσει καμία εξήγηση για μια τέτοια διαπίστωση, το συμπέρασμά του απλώς ακολούθησε τις παρατηρήσεις των διαδίκων. Υπάρχει ανάγκη στο μέλλον για σαφήνεια, συνοχή και συνέπεια στις αποφάσεις του Δικαστηρίου όταν χορηγεί ή όχι δίκαιη ικανοποίηση βάσει του άρθρου 41 της Σύμβασης (επιμέλεια: echrcaselaw.com).

ΠΗΓΗechrcaselaw.com