ΑΠ 362/2023. Καθ΄ ύλην αναρμοδιότητα και προβολή της ως λόγος αναίρεσης. Απαιτείται η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος για την εξέτασή της.

78

Κατά τη διάταξη του άρθρου 464 του ΚΠοινΔ ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Η ίδια αρχή ισχύει και για την προβολή κάθε λόγου του ενδίκου μέσου. Το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι ενεργό και κατά τον χρόνο της κρίσης του λόγου της αναίρεσης. Για την ύπαρξη έννομου συμφέροντος μέσου απαιτείται: 1) ο δικαιούμενος να υφίσταται βλάβη από την προσβαλλόμενη απόφαση, 2) ο ίδιος να επιδιώκει ορισμένο όφελος από το ένδικο μέσο και 3) το συμφέρον να είναι ατομικό. Η ύπαρξη έννομου συμφέροντος αποκλείεται όταν το δικαστήριο που θα κρίνει επ’ αυτού δεν δύναται εκ του νόμου να εκδώσει διάφορη από την προσβαλλόμενη απόφαση ή εφόσον δεν διαφοροποιείται η ποινική του μεταχείριση ή όταν η παραδοχή του ενδίκου μέσου δεν ωφελεί τη θέση του. Αν το έννομο συμφέρον ελλείπει, ο λόγος του, κατά περίπτωση, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 539/2018, ΑΠ 849/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 128 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ «Τα συναφή εγκλήματα ανακρίνονται και εκδικάζονται από το ίδιο δικαστήριο, αν η συνεκδίκαση δεν προκαλεί βλάβη. Το δικαστήριο που δικάζει το βαρύτερο έγκλημα είναι στην περίπτωση αυτή αρμόδιο και για τα συναφή». Κατά τη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠοινΔ «1. Τα συναφή εγκλήματα ανακρίνονται και εκδικάζονται από το ίδιο δικαστήριο, αν η συνεκδίκαση δεν προκαλεί βλάβη. 2. Το ανώτερο δικαστήριο είναι αρμόδιο και για τα συναφή εγκλήματα που υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του κατώτερου δικαστηρίου. Το μικτό ορκωτό δικαστήριο θεωρείται στην περίπτωση αυτή ανώτερο κατά βαθμό από τα άλλα». Οι αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν για να δικαστούν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 128 παρ. 1 του του προϊσχύσαντος ΚΠοινΔ, κατά την οποία αρμόδιο καθ’ ύλην δικαστήριο ήταν το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δεδομένου ότι βαρύτερο έγκλημα ήταν αυτό του άρθρου 30 παρ. 1 του  Ν. 4251/14, που προέβλεπε κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και χρηματική ποινή 30.000 έως 60.000 ευρώ. Από την παραδεκτή όμως, επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν για να δικαστούν σε πρώτο βαθμό ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης στο οποίο υπέβαλαν αντιρρήσεις για την καθ’ ύλην αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου οι οποίες απορρίφθηκαν με τη με αριθμό 488-554/12-3-2019 απόφασή του. Ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών επανέφεραν τις αντιρρήσεις για την καθ’ ύλην αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου που δίκασε πρωτοδίκως, οι οποίες απορρίφθηκαν με την με αριθμό 621/29-11-2021 προσβαλλομένη απόφαση. Ωστόσο, στις 29-11-2021, κατά την ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προβολή των αντιρρήσεών τους για την καθ’ ύλην αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το τελευταίο είχε πλέον καταστεί αρμόδιο κατά τη διάταξη του άρθρου 129 παρ. 2 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠοινΔ, λόγω των συναφών πράξεων των άρθρων 322 παρ. 1 και 385 παρ. 1 και 2 του ΠΚ. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ζ΄ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της καθ’ ύλην αναρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, διότι κατά τον χρόνο προβολής των σχετικών αντιρρήσεων ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, τόσον αυτό, όσο και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχαν καταστεί καθ’ ύλην αρμόδια για την εκδίκαση των ως άνω αξιοποίνων πράξεων.

…»

ΠΗΓΗeisefet-thess.gov.gr