Αριθμός 1006/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1′ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία “… Α.Ε.”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου-Δεληγιάννη που ανακάλεσε την από 15/11/2023 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χήρας Π. Ζ., 2) Μ. θυγατέρας Π. Ζ., 3) Κ. Ζ. του Π., κατοίκων Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σμάρω Τιμίνη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26783/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1765/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/12/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Πετσάλη ανέγνωσε την από 6/11/2023 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθ. 1765/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα έφεση κατά της υπ’ αρ. 26783/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα, ως καθολική διάδοχος της “… ΑΕ” (ΕΚΤΕ), λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της τελευταίας, οφείλει να καταβάλει, ως αποζημίωση και ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος από την ΕΚΤΕ υπαλλήλου της, στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 35.653,43 ευρώ, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 40.875,31 ευρώ και στον τρίτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 40.875,31 ευρώ. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα {άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 (ως ίσχυε πριν το Ν. 4335/2015 -Ολ ΑΠ 10/2018 και ΑΠ 254/2022) και 566 παρ.1 ΚΠολΔ} και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία “όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει”, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρεώσεως προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) προσώπου, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευομένου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια. Τέτοια συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη, κατά το χρόνο και υπό τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει και επέφερε πράγματι τη ζημία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ`ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής. Κατάχρηση δε της υπηρεσίας του προστηθέντος υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που του ανατέθηκαν ή επ`ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ`υπέρβαση των καθηκόντων του που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1532/2022, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 780/2019). Δηλαδή, ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη του προστηθέντος, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της θέσεώς του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) του παρείχε να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα τεθέντα στη διάθεσή του μέσα και γενικότερα όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης. Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρον, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ. Ο προστήσας δεν ευθύνεται όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του τελευταίου, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση, που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε τοπικά και χρονικά με την ευκαιρία της υπηρεσίας του, πλην όμως οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας . Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 300, 334 και 922 ΑΚ προκύπτει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε κάποια υπηρεσία, που ευθύνεται για της ζημίες που προξενήθηκαν από τον προστηθέντα παρανόμως σε τρίτο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ` αυτόν υπηρεσίας, απαλλάσσεται της ευθύνης, όταν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ` αυτόν υπηρεσίας, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση αυτή, περιστατικά που πρέπει να προτείνει και ν` αποδείξει για την απαλλαγή του ο εναγόμενος προστήσας, έναντι της αγωγής του ζημιωθέντος (ΑΠ 1532/2022, ΑΠ 1359/2019, AΠ 2259/2014).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα ως άνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 5/2020). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 5/2020). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 835/2018). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 AK, σύμφωνα με τ’ ανωτέρω λεχθέντα, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής: α) τα πραγματικά περιστατικά που, κατά το νόμο, θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, β) η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ή την προσβολή της υγείας της τιμής ή της αγνείας του ή της στερήσεως της ελευθερίας του, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του εισαγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημιώσεως στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την ανταπόδειξη και γ) τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 46/2020). Αναφορικά με την πρόστηση, η επίκληση της εν λόγω νομικής έννοιας εμπεριέχει και πρόταση γεγονότων που τη συγκροτούν, όπως η διαφύλαξη του δικαιώματος παροχής οδηγιών κλπ, η δε συγκεκριμενοποίηση των αναφερομένων στην αγωγή βασικών γνωρισμάτων της νομικής έννοιας της προστήσεως μπορεί να γίνει με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω κι αν αυτά δεν τα έχει επικαλεστεί ο ενάγων (ΑΠ 1406/2021). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ δεν απέρριψε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως απαράδεκτη, ένεκα ποσοτικής αοριστίας του δικογράφου της, στο οποίο δεν εξειδικεύονται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την αδικοπραξία του προστηθέντος υπαλλήλου της δικαιοπαρόχου της (ΕΚΤΕ), η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει αιτιωδώς ζημία στους ενάγοντες και να δικαιολογήσει την ευθύνη της ως προστήσασας, ισχυρισμό τον οποίο προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο εφέσεως. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561 § 2ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι ενάγοντες ιστορούσαν, πλην άλλων και τα ακόλουθα, σχετικά με την αναιρεσείουσα και ενδιαφέροντα για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : Ότι η πρώτη εναγόμενη (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) Π. Κ., δικηγόρος Θεσσαλονίκης, νομική σύμβουλος των τραπεζών “… ΑΕ” (ΕΚΤΕ) και “… ΑΕ” (ΕΣΤΕ), οι οποίες συγχωνεύθηκαν λόγω απορροφήσεως από την “… ΑΕ” (ΕΤΕ), ενεργώντας παράνομα και υπαίτια και προκειμένου να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστηκε εν γνώσει της ψευδώς στους ενάγοντες ότι της είχε ανατεθεί από τις δύο πρώτες ως άνω τράπεζες η διαχείριση ενός ειδικού επενδυτικού προγράμματος σε τίτλους του ελληνικού δημοσίου με σταθερό επιτόκιο 24% και ότι τα χρηματικά ποσά που θα της παρέδιδαν, προκειμένου να συμμετάσχουν στο ως άνω επενδυτικό πρόγραμμα θα τα κατέθετε για λογαριασμό τους στις εν λόγω τράπεζες οι οποίες και θα εξέδιδαν στο όνομά τους τους αντίστοιχους τίτλους και όλα τα σχετικά παραστατικά έγγραφα. Ότι με τις άνω ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της έπεισε τους ενάγοντες να της παραδώσουν το συνολικό ποσό των 19.000.000 δραχμών καθώς και των 49.355 γερμανικών μάρκων, ποσά τα οποία ουδέποτε κατέθεσε για λογαριασμό τους στις άνω τράπεζες, όπως τους διαβεβαίωνε, αλλά αντιθέτως τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, χορήγησε δε σε αυτούς πλαστούς τίτλους και παραστατικά που η ίδια είχε καταρτίσει, τους οποίους εμφάνισε ως γνήσιους, προσπορίζοντας στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας τους. Ότι η εναγόμενη δικηγόρος προέβη στις ως άνω υπαίτιες και παράνομες πράξεις της (πλαστογραφίας και απάτης) εκτελώντας ένα σχέδιο εξαπατήσεως πολλών προσώπων που είχε καταστρώσει με τη συνδρομή του δεύτερου εναγομένου, υπαλλήλου της ΕΚΤΕ, Θ. Π. (επίσης μη διαδίκου στην παρούσα δίκη). Ειδικότερα, αναφορικά με την αδικοπρακτική σε βάρος των εναγόντων συμπεριφορά του Θ. Π. στην αγωγή εκτίθενται τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά : Ότι ο τελευταίος διατέλεσε υπάλληλος της ΕΚΤΕ με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας στο υποκατάστημα της Αριστοτέλους μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 1994, όπου ήταν υπεύθυνος στο τμήμα ομολόγων του καταστήματος και μετέπειτα υπηρετούσε ως Υποδιευθυντής του υποκαταστήματος της ΕΚΤΕ στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης μέχρι και τη σύλληψη της Π. Κ. το έτος 1996, ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που μύησε την Π. Κ., Δικηγόρο στο επάγγελμα, στα μυστικά της διαδικασίας εκδόσεως ομολόγων και λοιπών τραπεζικών καταθετικών εντύπων σε δραχμές και σε συνάλλαγμα, της υπέδειξε τον τρόπο δράσεώς της, τη διαφώτισε στη χρήση της τραπεζικής ορολογίας και πρακτικής σε θέματα επενδύσεων σε τίτλους Ελληνικού Δημοσίου, ώστε να μπορεί αυτή να γίνεται πιστευτή στους παθόντες, της προμήθευε τα έγγραφα των τραπεζών και της υπέδειξε τον τρόπο της πλαστογραφίας τους, ώστε να μην εντοπιστεί εύκολα η πλαστότητά τους (οι δε πλαστοί τίτλοι σφραγίζονταν είτε με τη σφραγίδα της ΕΚΤΕ είτε με τη σφραγίδα της ΕΣΤΕ), ότι της χορήγησε επίσης για τους πλαστούς τίτλους αριθμούς γνησίων ομολόγων, που δόθηκαν από αυτήν στους ενάγοντες, ενώ επιπλέον ενώπιον της πρώτης αυτών, η Π. Κ. ζητούσε και ελάμβανε τηλεφωνικά διευκρινίσεις από τον Θ. Π. για το πρόγραμμα των ομολόγων και για τη δυνατότητα προνομιακής δεσμευμένης καταθέσεως στην ΕΚΤΕ των 49.355 μάρκων Γερμανίας και τέλος, ότι ο ίδιος ως άνω υπάλληλος παρείχε στην Π. Κ., πέραν όλων των ανωτέρω και ψυχική ενθάρρυνση στην εγκληματική της δραστηριότητα, καθώς αυτή είχε έναν “συνεργάτη” μέσα στην τράπεζα, ο οποίος την είχε διαβεβαιώσει ότι θα την κάλυπτε στη συνέχιση της εγκληματικής της δραστηριότητας σε περίπτωση εμφανίσεως οποιουδήποτε προβλήματος που θα έθετε σε κίνδυνο τη συνεργασία τους, η δε συνδρομή κατά τους πιο πάνω τρόπους του υπαλλήλου της ΕΚΤΕ αφορούσε όχι μόνον στις πράξεις που αναφέρονται στην Εθνική Κτηματική Τράπεζα, αλλά και στη Στεγαστική. Ότι μεταξύ της ΕΚΤΕ και του υπαλλήλου της, Θ. Π. υπήρχε σχέση προστήσεως, καθώς η πρώτη τον χρησιμοποιούσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην υπηρεσία της για τη διεκπεραίωση των υποθέσεών της και την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της, ευθυνόμενη για την εκλογή και την εποπτεία του και δίνοντάς του τη δυνατότητα, επ’ ευκαιρία της προστήσεως να πράξει όλα τα ανωτέρω. Και ότι συνεπεία της σε βάρος τους συμπεριφοράς των άνω εναγομένων υπέστησαν θετικές και αποθετικές ζημίες, η μεν πρώτη ενάγουσα, συνολικού ποσού 53.754,94 ευρώ, άλλως 39.522,43 ευρώ, άλλως 29.396,82 ευρώ, καθένας δε των λοιπών εναγόντων, συνολικού ποσού 61.168,81 ευρώ, άλλως 44.744,31 ευρώ, άλλως 33.065,19 ευρώ, καθώς και ηθική βλάβη. Από το παραπάνω εκτιθέμενο περιεχόμενο της αγωγής, το οποίο και έλαβε υπόψη το Εφετείο, προκύπτει ότι σε αυτό εκτίθενται με πληρότητα τα απαιτούμενα στοιχεία, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, Π. Κ., την πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά αυτής ζημίας στους αναιρεσίβλητους, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη ζημία των αναιρεσιβλήτων και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας. Επίσης, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα στοιχεία εκείνα που απαιτούνται για την ίδρυση της ευθύνης της προστήσασας τράπεζας ΕΚΤΕ (δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας) από την αδικοπραξία του προστηθέντος υπαλλήλου της δευτέρου εναγομένου, Θ. Π., ήτοι η σχέση προστήσεως, με βάση την συνδέουσα αυτούς εργασιακή σχέση, η ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, συνισταμένη ειδικότερα, στην παροχή συνδρομής στην Π. Κ. κατά την τέλεση απ’αυτήν των πράξεων της πλαστογραφίας και της απάτης σε βάρος των εναγόντων, επ’ ευκαιρία και κατά κατάχρηση των ανατεθειμένων σε αυτόν καθηκόντων από την ΕΚΤΕ. Τα εκτιθέμενα στοιχεία αδικοπραξίας του ανωτέρω προστηθέντος υπαλλήλου της ΕΚΤΕ (Θ. Π.) αρκούν για τη θεμελίωση της ευθύνης του για την αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας των εναγόντων, εντεύθεν δε και της αντικειμενικής ευθύνης της προστήσασας τράπεζας και κατ’ επέκταση της αναιρεσείουσας. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 659/2015). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 1/2016, ΑΠ 4/2014, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1406/2021). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 7/2006, AΠ 1406/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 922 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα : α) ότι η συμπεριφορά του Θ. Π., κατά την οποία αυτός ουδέποτε ήλθε σε επαφή με τους ενάγοντες, οδήγησε αιτιωδώς στην πρόκληση της ζημίας τους και θεμελιώνει ευθύνη της δικαιοπαρόχου της, ΕΚΤΕ, ως προστήσασας, και β) ότι υφίσταται ευθύνη της ΕΚΤΕ, ως προστήσασας τον υπάλληλό της, Θ. Π. για τη συνδρομή που παρείχε αυτός στην Π. Κ. κατά την εξαπάτηση των αναιρεσιβλήτων να επενδύσουν τα χρήματά τους στην ΕΣΤΕ. Με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1765/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα : “Με την με αριθ. Κ2-11510/1997 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης η “… ΑΕ” συγχωνεύθηκε δι’ απορροφήσεως στην “… Α.Ε.”, και ακολούθως η τελευταία με την από 22-12-1997 πράξη, που εγκρίθηκε από τη Γ.Σ. των μετόχων την 10-9-1998 και με την Κ2-9572/1998 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, συγχωνεύθηκε δι’ απορροφήσεως από την όγδοη των εναγομένων – πρώτη εφεσίβλητη – εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία “… Α.Ε.”, η οποία με τον τρόπο αυτόν κατέστη καθολική διάδοχος τους και υποκαταστάθηκε νομίμως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδοχικών δικαιοπαρόχων της (Ολ. ΑΠ 12/1999 ΕλλΔνη 1999 σελ. 567). Η πρώτη των εναγομένων και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη Π. Κ., για την οποία κηρύχτηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης στην παρούσα δίκη, ήταν Δικηγόρος διορισμένη στον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης και από το έτος 1980 υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα της παρείχε τις υπηρεσίες της στην τραπεζική εταιρία με την επωνυμία “Εθνική Κτηματική Τράπεζα, της Ελλάδος ΑΕ” και τον διακριτικόν τίτλον “ΕΚΤΕ”, απασχολούμενη αποκλειστικώς σε υποθέσεις δανείων. Ειδικότερα, αυτή είχε ως αποκλειστική αρμοδιότητα να ελέγχει, αφ’ ενός μεν, τις αιτήσεις που υπέβαλαν οι πελάτες της ως άνω τράπεζας για να τους χορηγηθούν δάνεια από την τελευταία, αφ’ ετέρου δε, τους τίτλους ιδιοκτησίας των ακινήτων που αυτοί προσέφεραν για την εμπράγματη εξασφάλιση της τράπεζας (προσημειώσεις υποθήκης κλπ), αμειβόμενη κάθε φορά κατά φάκελο δανεισμού που χειριζόταν, ενώ παρείχε τις υπηρεσίες της κυρίως στο υποκατάστημα που διατηρούσε η εν λόγω τράπεζα επί της πλατείας Αριστοτέλους, στη Θεσσαλονίκη. Η συνεργασία της προαναφερθείσης πρώτης εναγομένης με την ως άνω τραπεζική εταιρία διήρκεσε μέχρι 18 Οκτωβρίου 1989, οπότε διακόπηκε λόγω του ότι υπήρξαν υπόνοιες σχετικώς με αυτήν και ειδικότερα, γιατί της αποδόθηκε ότι αποπειράθηκε να δωροδοκήσει τον Η. Δ., ο οποίος ήταν υπάλληλος της τράπεζας και αναπληρωτής προϊστάμενος της υπηρεσίας χορηγήσεως δανείων, προκειμένου ο τελευταίος να επισπεύσει την διαδικασία δανειοδότησης κάποιου γνωστού της. Κατόπιν όμως αιτήσεως της πρώτης εναγομένης και μετά από σχετική προς τούτο, απόφαση του τότε διοικητού της προαναφερθείσης τραπεζικής εταιρίας Α. Γ., στις 6-12-1990 εγκρίθηκε εκ νέου η συνεργασία της με την εν λόγω τράπεζα και έτσι αυτή συνέχισε να προσέρχεται στην ως άνω τραπεζική εταιρία και να παρέχει τις υπηρεσίες της με την ίδια ακριβώς ιδιότητα και τις αυτές αρμοδιότητες. Η συνεργασία αυτή διήρκεσε μέχρι 9 Νοεμβρίου 1992, οπότε εξαναγκάστηκε σε παραίτηση. Εξάλλου η αυτή ως άνω πρώτη εναγομένη Π. Κ. από το έτος 1991 παρείχε κατά τον ίδιον τρόπον τις νομικές της υπηρεσίες και στην τραπεζική εταιρία με την επωνυμία “… ΑΕ” και τον διακριτικό τίτλο “ΕΣΤΕ”, που διατηρούσε υποκατάστημα επί της οδού … στη Θεσσαλονίκη και συνεργαζόταν με αυτήν μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 1996, οπότε και συνελήφθη από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα. Η εν λόγω πρώτη εναγόμενη δεν υπήρξε νομική σύμβουλος ούτε υπάλληλος των παραπάνω τραπεζικών εταιριών δηλαδή της “… ΑΕ” και της “… ΑΕ”, καθόσον δεν είχε καμία υπηρεσιακή, νομική ή άλλη εξάρτηση από αυτές, δεν δεχόταν εντολές ως προς τον τρόπο και το χρόνο της παροχής εργασίας αλλά δρούσε πάντοτε ως ειδική συνεργάτης αυτών βάσει των γνώσεων της και της επιστημονικής κατάρτισής της. Η πρώτη εναγόμενη, κατά το χρόνο που παρείχε τις υπηρεσίες της στις ως άνω τράπεζες, διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον δεύτερο των εναγομένων και ήδη τρίτο εφεσίβλητο Θ. Π.. Η φιλική σχέση τους δημιουργήθηκε ήδη από το έτος 1984, όταν ο τελευταίος προσέφερε τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος στο παραπάνω υποκατάστημα που διατηρούσε η “… ΑΕ”, επί της πλατείας Αριστοτέλους στη Θεσσαλονίκη, και είχε αναλάβει την έκδοση των ενταλμάτων πληρωμής για τους συνεργάτες δικηγόρους της τράπεζας, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβανόταν και η πρώτη εναγομένη. Ο δεύτερος εναγόμενος πρόσφερε τις υπηρεσίες του στο ως άνω υποκατάστημα της ΕΚΤΕ Α.Ε. μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 1994, οπότε προήχθη και ανέλαβε καθήκοντα υποδιευθυντή στο υποκατάστημα που διατηρούσε η παραπάνω τραπεζική εταιρία στην περιοχή του Δήμου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος του μηνός Ιανουαρίου του έτους 1996. Κατά το έτος 1990, σε σχετική συζήτηση που είχε με την πρώτη εναγομένη Π. Κ., ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος από το έτος 1989 ήταν υπεύθυνος του τμήματος ομολόγων (στο παραπάνω υποκατάστημα της ΕΚΤΕ), της αποκάλυψε ότι διαχειριζόταν χρήματα τρίτων, υπογράφοντας και παραδίδοντας σ’ αυτούς αντίγραφα ομολόγων, χωρίς όμως την μεσολάβηση της εν λόγω τράπεζας και εκτός της νομίμου τραπεζικής διαδικασίας, που απέδιδαν μάλιστα επιτόκιο υψηλότερο του νομίμου τόκου τραπεζικών καταθέσεων, με συνέπεια να κερδίζουν παράνομα χρήματα τόσον οι τρίτοι, όσον βεβαίως και ο ίδιος. Η πρώτη εναγομένη Π. Κ., η οποία εκείνο το διάστημα αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, επιθυμώντας να βελτιώσει την οικονομική της κατάσταση, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί τις γνώσεις του Θ. Π. ως προς τον τρόπο διενέργειας παρόμοιων παράνομων συναλλαγών με χρήματα τρίτων για δικό της όφελος. Έτσι, εκμεταλλευόμενη τα προσόντα και τις ικανότητες που διέθετε, δοθέντος ότι ήταν ιδιαιτέρως καλλιεργημένη και ευφυής, διέθετε ικανότητα λόγου και πειθούς και εύκολα μπορούσε να κερδίζει την εμπιστοσύνη των τρίτων, ενώ ζούσε έντονη κοινωνική ζωή και ως εκ τούτου είχε αναπτύξει ευρύ κύκλο γνωριμιών και με την υπεράνω κάθε υποψίας δικηγορική της ιδιότητα προσέγγιζε τρίτα πρόσωπα, κέρδιζε την εμπιστοσύνη τους και τους παρίστανε εν γνώσει της ψευδώς ότι δήθεν τυγχάνει νομικός σύμβουλος των παραπάνω τραπεζικών εταιριών “… ΑΕ” και “… ΑΕ” και ότι λόγω της ιδιότητος της αυτής είχε την δυνατότητα να μεσολαβεί για την προώθηση και την ικανοποίηση διαφόρων τραπεζικών συναλλαγών, ενώ ισχυριζόταν επίσης ψευδώς ότι της είχε ανατεθεί από τις ως άνω τράπεζες, η αποκλειστική διαχείριση ενός ειδικού επενδυτικού προγράμματος πενταετούς διάρκειας, στα πλαίσια του οποίου αυτή μπορούσε να επενδύει τα χρήματα των ενδιαφερομένων επενδυτών σε ομόλογα ή έντοκα γραμμάτια του “Ελληνικού Δημοσίου” που απέδιδαν επιτόκιο 24% ετησίως και μάλιστα σταθερό για όλη την διάρκεια του προγράμματος, δηλαδή επιτόκιο υψηλότερο από την μέση απόδοση των τραπεζικών προγραμμάτων εκείνης της εποχής, με δυνατότητα εξόφλησης των τόκων ανά τρίμηνο καθώς και δυνατότητα να τους χορηγεί στεγαστικό δάνειο με ευνοϊκούς όρους. Επίσης, διαβεβαίωνε εν γνώσει της ψευδώς τους ενδιαφερομένους επενδυτές ότι τα χρηματικά ποσά που θα της παρέδιδαν, θα τα κατέθετε στις ως άνω τραπεζικές εταιρίες προκειμένου να γίνει η σχετική επένδυση και ότι θα εξέδιδε και τα σχετικά παραστατικά και τους αντιστοίχους τίτλους (ομόλογα) επ’ ονόματι τους και ότι όλα τα σχετικά παραστατικά έγγραφα ήταν γνήσια, δηλαδή ότι είχαν εκδοθεί νομίμως από τους αρμοδίους προς τούτο υπαλλήλους των εν λόγω τραπεζών. Όλα όμως τα ανωτέρω ήταν ψευδή και δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι η πρώτη εναγομένη ουδέποτε υπήρξε νομικός σύμβουλος οποιασδήποτε εκ των ως άνω δύο τραπεζικών εταιριών, ούτε ήταν ποτέ υπάλληλος τους αλλά είχε συνεργασία με αυτές με την μορφή που ήδη προαναφέρθηκε, ελέγχοντας δηλαδή τους φακέλους δανεισμού και αμειβόμενη κατά περίπτωση, ενώ ουδέποτε της είχε ανατεθεί άλλη αρμοδιότητα ή διαφορετικά καθήκοντα και μάλιστα αποκλειστικής διαχείρισης ειδικού προγράμματος, το οποίο μάλιστα δεν υφίστατο καθώς το αναφερόμενο εκ μέρους της επιτόκιο (24%) ήταν ανύπαρκτο. Επί πλέον, τα χρήματα που η πρώτη εναγομένη εισέπραττε από τους τρίτους, τις επιταγές που της μεταβίβαζαν και τα ομόλογα που της παρέδιδαν προκειμένου να τα επενδύσει δήθεν για λογαριασμό τους, ουδέποτε τα χρησιμοποίησε για τον σκοπό αυτόν, ούτε και τα κατέθετε σε τραπεζικούς λογαριασμούς επ’ ονόματι των τρίτων υποψηφίων επενδυτών, αλλά αντιθέτως τα ιδιοποιείτο παράνομα και παρέδιδε στους “επενδυτές” πλαστούς τίτλους και παραστατικά έγγραφα των παραπάνω τραπεζικών εταιριών, τα οποία κατήρτιζε η ίδια με την βοήθεια και την συνδρομή του δευτέρου των εναγομένων Θ. Π., ο οποίος γνώριζε την παραπάνω παράνομη δραστηριότητα της πρώτης εναγόμενης. Συγκεκριμένα, ο δεύτερος εναγόμενος λόγω της ως άνω θέσης που κατείχε στην παραπάνω “… ΑΕ”, είχε πρόσβαση σε γνήσια παραστατικά και άλλα έγγραφα της εν λόγω τραπεζικής εταιρίας και χορήγησε ορισμένα από αυτά στην πρώτη εναγομένη Π. Κ., η οποία στην συνέχεια φρόντισε να αναπαραγάγει αρκετά φωτοαντίγραφα από τα γνήσια τραπεζικά έγγραφα που είχαν περιέλθει στην κατοχή της με την βοήθεια πάντα του δευτέρου των εναγομένων. Τα έγγραφα αυτά (τα φωτοαντίγραφα δηλαδή από γνήσια έγγραφα), αφού τα συμπλήρωνε με τα αναγκαία στοιχεία των τραπεζικών εγγράφων ώστε να φαίνονται γνήσια, ακολούθως έθετε κατ’ απομίμηση υπογραφές προσώπων που φέρονταν ως υπάλληλοι των τραπεζών καθώς και σχετικές σφραγίδες που όμως δεν χρησιμοποιούνταν πλέον από τις τράπεζες και είχαν περιέλθει στην κατοχή της λόγω της ως άνω συνεργασίας της με αυτές. Ορισμένες μάλιστα φορές προέβαινε και στην χαρτοσήμανση τους. Στην συνέχεια, τα εν λόγω έντυπα που είχαν συμπληρωθεί με τον παραπάνω τρόπον, τα παρέδιδε στους τρίτους επενδυτές παρουσιάζοντας αυτά ως γνήσια έγγραφα που αποδείκνυαν την κατάθεση των χρημάτων τους στις ως άνω τράπεζες, τους όρους της σχετικής επένδυσης τους καθώς και τα δικαιώματα που αποκτούσαν από την κατάθεση τους και την συμμετοχή τους στα εκάστοτε επενδυτικά προγράμματα. Ο δεύτερος εναγόμενος ως υπάλληλος της “… ΑΕ”, προστηθείς από την τελευταία, όπως ήδη αναφέρθηκε, παρείχε διευκόλυνση και συνδρομή στην ως άνω παράνομη δραστηριότητα της πρώτης εναγομένης Π. Κ.. Ειδικότερα, ο εν λόγω δεύτερος εναγόμενος μύησε την πρώτη εναγομένη στην διαδικασία έκδοσης και την εν γένει λειτουργία των ομολόγων και των λοιπών τραπεζικών εγγράφων, αφού, εκτός από την προς αυτήν χορήγηση των ως άνω γνησίων εγγράφων, εξήγησε σε αυτήν λεπτομερώς την διαδικασία έκδοσης και λειτουργίας των ομολόγων, των εντόκων γραμματίων και των λοιπών τραπεζικών προϊόντων και την ενημέρωσε επισταμένως σχετικώς με την τραπεζική ορολογία, ώστε να είναι σε θέση αυτή να δίνει διευκρινίσεις στους υποψηφίους επενδυτές και να απαντάει σε σχετικές ερωτήσεις και απορίες τους, δείχνοντας ότι έχει πλήρη γνώση των σχετικών αυτών θεμάτων και ενισχύοντας σε αυτούς την εικόνα του ειδικού επί του εν λόγω θέματος που ήθελε να παρουσιάζει. Επί πλέον, ο δεύτερος εναγόμενος Θ. Π. λόγω της ενασχόλησής του με τα ομόλογα, χορηγούσε στην πρώτη εναγομένη αριθμούς τίτλων που έθετε επί των πλαστών τίτλων προαγοράς και ταυτίζονταν κάποιες φορές με αριθμούς γνησίων τίτλων ομολόγων έκδοσης του “Ελληνικού Δημοσίου”, γνωρίζοντας και ο ίδιος την παράνομη δραστηριότητα της πρώτης εναγόμενης Π. Κ., και τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούσε τους αριθμούς αυτούς. Αρκετές φορές μάλιστα παρευρισκόταν στο δικηγορικό γραφείο που διατηρούσε η πρώτη εναγομένη σε συναντήσεις που αυτή είχε με τους “επενδυτές”, τους οποίους μάλιστα η τελευταία προέτρεπε να απευθύνονται στον δεύτερο εναγόμενο κάθε φορά που είχαν κάποιο πρόβλημα, στο παραπάνω υποκατάστημα που διατηρούσε η “… ΑΕ” στην πλατεία Αριστοτέλους ή αργότερα στην περιοχή του Δήμου Καλαμαριάς, εφόσον δεν μπορούσε να τους εξυπηρετήσει η ίδια. Επί πλέον ο δεύτερος εναγόμενος είχε καταστήσει γνωστό στην πρώτη εναγομένη και την είχε διαβεβαιώσει ότι ήταν πρόθυμος να καλύψει την εγκληματική της δραστηριότητα σε κάθε περίπτωση που θα ανέκυπτε οποιοδήποτε πρόβλημα και πράγματι φρόντιζε να εξυπηρετήσει σε κάποιες περιπτώσεις μερικούς από αυτούς που συναλλάχθηκαν με την Π. Κ.. Η συμπεριφορά του δευτέρου εναγομένου ήταν καταλυτική στην πραγματοποίηση του απατηλού σχεδίου της πρώτης εναγομένης, δεδομένου ότι με τον παραπάνω τρόπο δράσης του και τις σχετικές ενέργειες του, αφ’ ενός μεν, ισχυροποιούσε την πεποίθηση που αυτή είχε δημιουργήσει στους τρίτους, ότι δηλαδή οι συγκεκριμένες αυτές συναλλαγές γίνονταν νομίμως στα πλαίσια της τραπεζικής λειτουργίας, αφ’ ετέρου δε, παρείχε στην ίδια αίσθημα ασφαλείας και σιγουριάς καθώς αυτή γνώριζε ότι προστατευόταν από τον κίνδυνο αποκάλυψης της ως άνω παρανόμου δραστηριότητάς της, αφού κάθε πρόβλημα που ενδεχομένως θα ανέκυπτε, θα το αντιμετώπιζε ο ίδιος ο Θ. Π. χωρίς την ανάμειξη άλλων προσώπων και υπαλλήλων της τράπεζας, που θα μπορούσαν να αντιληφθούν τις παράνομες ενέργειες της. Ο δεύτερος εναγόμενος εξάλλου, από την αρχή συνετέλεσε στην λήψη της απόφασης της πρώτης εναγομένης να εκτελέσει τις παραπάνω άδικες και παράνομες πράξεις και ειδικότερα, της απάτης και της πλαστογραφίας, ενώ ακολούθως, ενίσχυσε αυτήν, καθ’ όσον δεν σταμάτησε να την συνδράμει στην ήδη ειλημμένη σχετική προς τούτο απόφαση της, παρέχοντας σ’ αυτήν τόσον υλική όσον και ψυχική συνδρομή πριν αλλά και κατά την διάρκεια της εκτέλεσης των παραπάνω πράξεων της, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η παραπάνω συνδρομή του αφορούσε όχι μόνον τις πράξεις που αφορούν τους πελάτες της “… ΑΕ” αλλά και της “… AE”, πλαστοί τίτλοι της οποίας δόθηκαν από την πρώτη εναγομένη σε τρίτους συναλλαχθέντες με αυτήν, καθόσον ήταν κοινώς γνωστό σε όλους τους συναλλασσομένους ότι οι προαναφερθείσες τραπεζικές εταιρίες όπως και η όγδοη εναγομένη και ήδη πρώτη εφεσίβλητη – εκκαλούσα “… ΑΕ” είχαν άμεση και ουσιαστική σχέση μεταξύ τους και στο συμπέρασμα αυτό συνέβαλαν και οι ως άνω επωνυμίες τους. Με τον παραπάνω λοιπόν περιγραφόμενο τρόπο και την ως άνω μεθόδευση κινήθηκε το σχέδιο της πρώτης εναγομένης με την βοήθεια πάντα αλλά και την κάλυψη του δευτέρου εναγομένου από τις αρχές του έτους 1991 μέχρι τις 23 Ιανουαρίου 1996, οπότε αποκαλύφθηκε η παράνομη δράση τους και η απάτη που διέπραξαν εις βάρος εκατοντάδων επενδυτών, στους οποίους προκλήθηκε μεγάλη συνολικώς ζημία. Τότε και μετά από νόμιμη έρευνα που έγινε τόσον στο δικηγορικό γραφείο, όσον και στην οικία της πρώτης εναγομένης βρέθηκαν και κατασχέθηκαν πληθώρα πλαστογραφημένων εντύπων των ως άνω δύο τραπεζών (αποδείξεις προαγοράς τίτλων δημοσίου, εντολές φύλαξης ομολόγων κλπ), καθώς και βιβλιάρια καταθέσεων και μεταξύ των κατασχεθέντων ήταν και ένα ασυμπλήρωτο πρωτότυπο έντυπο απόδειξης προαγοράς τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο είχε επισυναφθεί με συνδετήρα μία επαγγελματική κάρτα του δευτέρου εναγομένου, που έφερε το ονοματεπώνυμο του και την ιδιότητα του ως υποδιευθυντή στο υποκατάστημα που διατηρούσε η “… ΑΕ” στην περιοχή του Δήμου Καλαμαριάς και στο πίσω μέρος της υπήρχε χειρόγραφο σημείωμα απευθυνόμενο στην εν λόγω πρώτη εναγομένη Π. Κ. με το περιεχόμενο “Χρόνια Πολλά – Καλές Επιτυχίες”, εκφράζοντας αδιαμφισβήτητα τις ευχές του δευτέρου εναγομένου για επιτυχία στην παράνομη δραστηριότητα της πρώτης εναγόμενης, την οποία γνώριζε. Για τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις που τελέσθηκαν κατά το χρονικό από 1-1-1991 μέχρι 23-1-1996, ασκήθηκε ποινική δίωξη – μεταξύ άλλων – και εις βάρος των δύο πρώτων των εναγομένων Π. Κ. και Θ. Π. και ακολούθως με τις υπ’ αριθμ. 940, 941 – 942, 1074, 1194 – 1195/2004 αποφάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που πλέον κατέστησαν αμετάκλητες (βλ. σχετικώς την υπ’ αριθμ. 64/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου), η πρώτη εξ αυτών (δηλαδή η Π. Κ.) κηρύχθηκε ένοχη για τα αδικήματα, αφ’ ενός μεν, της πλαστογραφίας κατ’ εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος με την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 1 § 1 του Ν. 1608/1950, αφ’ ετέρου δε, της κακουργηματικής απάτης κατ’ εξακολούθηση, δεδομένου ότι το συνολικό ύψος του παράνομου περιουσιακού οφέλους αλλά και της προκληθείσης ζημίας ανήλθε σε 3.675.037.000 δραχμές, 577.110 μάρκα Γερμανίας, 55.289 δολλάρια ΗΠΑ και 6.713 λίρες Αγγλίας και επιβλήθηκε σ’ αυτήν συνολική ποινή κάθειρξης δεκαπέντε (15) ετών, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος Θ. Π. κηρύχθηκε ένοχος για το αδίκημα της απλής συνέργειας στα παραπάνω αδικήματα και του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης ένδεκα (11) ετών. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι μεταξύ των προσώπων που προσέγγισε η Π. Κ. και εκδήλωσε την απατηλή συμπεριφορά της ήταν και οι ενάγοντες. Ο αποβιώσας σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών εναγόντων Π. Ζ. ήταν συνάδελφος με το σύζυγο της Π. Κ. (ιατρός) οπότε μεταξύ των διαδίκων αναπτύχθηκαν φιλικοί δεσμοί με οικογενειακές συναντήσεις σε συνεστιάσεις, συνέδρια ή κοινωνικές εξόδους. Το θέρος του 1993 η πρώτη εναγόμενη – δεύτερη εφεσίβλητη εκμεταλλευόμενη την ιδιότητα της ως δικηγόρου συνεργάτη της … και … τράπεζας και με σκοπό να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος η ίδια, ενημέρωσε την πρώτη ενάγουσα – εκκαλούσα – εφεσίβλητη και τον αποβιώσαντα σύζυγο της ότι είχε την δυνατότητα να μεσολαβήσει για την επωφελή τοποθέτηση των χρημάτων τους σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου που εκδίδονται από την ΕΚΤΕ και την ΕΣΤΕ, σε Ρέπος ή άλλα επενδυτικά προγράμματα των δύο παραπάνω τραπεζών, τα οποία ήταν προνομιακά διότι ήσαν ενταγμένα σ’ ένα πενταετές πρόγραμμα σταθερού επιτοκίου 24% για όλη την διάρκεια της κατάθεσης από το έτος 1991 έως και το έτος 1996, αφορολόγητα, λόγω επιδότησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με δυνατότητα δανειοδότησης από τις ανωτέρω Τράπεζες με ιδιαίτερα χαμηλό επιτόκιο, ισόποσου των καταθέσεων. Προς επιβεβαίωση των λεγομένων της επέδειξε απόκομμα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως στην πρώτη ενάγουσα, η οποία την επισκέφθηκε τυχαία στο γραφείο της στο κατάστημα της ΕΣΤΕ όπου αναγράφονταν οι παραπάνω όροι. Κατόπιν τούτων, η πρώτη ενάγουσα, πεισθείσα από τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της πρώτης εναγόμενης, κατόπιν προηγουμένης συνεννόησης, επισκέφθηκε την τελευταία στο γραφείο της και της κατέβαλλε τμηματικά κατά το χρονικό διάστημα από τις 10-9-1993 έως 28-3-1994 το ποσό των 19.000.000 δραχμών καθώς και το ποσό των 49.355 γερμανικών μάρκων, ατομικά αλλά και για λογαριασμό της δεύτερης και του τρίτου των εναγόντων, προκειμένου να το διαθέσει για την αγορά των προαναφερόμενων ομολόγων, έλαβε δε τα παρακάτω τραπεζικά παραστατικά έγγραφα, τα οποία αποδείχθηκαν πλαστά. Συγκεκριμένα έλαβε: 1) ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΣ της ΕΣΤΕ, με ημερομηνία έκδοσης 30/11/1995 και λήξης 28/2/1996, για εννέα στεγαστικά ομόλογα, με αριθμ. τίτλων … και …, με δικαιούχους κατ’ ισομοιρία τους Ε., Κ. και Μ. Ζ., ποσού δρχ. 9.000.000, ήτοι 26.412, 32 ευρώ. 2) ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΣ της ΕΣΤΕ, με ημερ. έκδοσης 30/12/1995 και λήξης 30/3/1996, για δέκα στεγαστικά ομόλογα, με αριθμ. τίτλων …, με δικαιούχους κατ’ ισομοιρία τους Ε., Π., Μ. και Κ. Ζ., ποσού δρχ. 10.000.000, ήτοι 29.347,02 ευρώ και 3) ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΔΕΣΜΕΥΜΕΝΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ της ΕΚΤΕ, με ημερ. έκδοσης 29/12/1995 και λήξης 29/3/1996, τρίμηνης Προνομιακής Δεσμευμένης Κατάθεσης, με αριθ. λογαριασμού …, ποσού 49.355 γερμανικών μάρκων (συνολική απόδοση την 29-3-96 ποσού 52.325 γερμ. μάρκ.), και δικαιούχους κατ’ ισομοιρία τους Ε., Μ. και Κ. Ζ.. Στις 12-5-2002 απεβίωσε ο σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών εναγόντων Π. Ζ., κατέλειπε δε την από 28- 9-2001 ιδιόγραφη διαθήκη του, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους της κινητής και ακίνητης περιουσίας του τους δεύτερη και τρίτο των εναγόντων, τέκνα του…… Οι ως άνω τίτλοι έφεραν σφραγίδες των αρμοδίων τραπεζών (ΕΚΤΕ και ΕΣΤΕ ) και υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων της τράπεζας, πλην όμως όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, ήταν πλαστοί και καταρτίσθηκαν από την πρώτη εναγόμενη, με σκοπό να εξαπατήσει τους ενάγοντες. Με βάση τα προαναφερόμενα αποδείχτηκε ότι η πρώτη ενάγουσα, ενεργώντας για λογαριασμό της ιδίας αλλά και του συζύγου και των τέκνων της, συναλλάχθηκε με την πρώτη εναγομένη Π. Κ. έχοντας πλήρη πεποίθηση ότι διενεργεί νόμιμες τραπεζικές συναλλαγές με τις ΕΚΤΕ και ΕΣΤΕ καθώς είχε στα χέρια της έντυπα με τις σφραγίδες των ως άνω τραπεζών και υπογραφές των φερόμενων υπαλλήλων της. Μάλιστα, στα προαναφερόμενα γραμμάτια είσπραξης η Π. Κ. είχε φροντίσει να περιλάβει τους όρους της επένδυσης με χρήση τραπεζικής ορολογίας, την οποία είχε πληροφορηθεί από το δεύτερο εναγόμενο Θ. Π., έτσι ώστε να ενισχύσει τη νομιμότητα των ως άνω συναλλαγών. Περαιτέρω, η εν λόγω κρίση των εναγόντων επιβεβαιωνόταν από το ότι η υπογραφή των σχετικών αιτήσεων και η καταβολή των χρηματικών ποσών έγιναν εντός των καταστημάτων της ΕΣΤΕ και της ΕΚΤΕ, γεγονός που προσέδιδε εύλογα την εντύπωση στον ενεργούντα την ως άνω συναλλαγή ότι επρόκειτο για νόμιμη τραπεζική συναλλαγή. Την πλαστότητα των εν λόγω εγγράφων δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί και να διαπιστώσει η πρώτη ενάγουσα, όπως εξάλλου συνέβη και με μεγάλο αριθμό άλλων παθόντων από τη δράση της Κ.. Ούτε η αυξημένη απόδοση των επίδικων ομολόγων (24% ετησίως) μπορούσε να κλονίσει την πίστη του ως προς το νόμιμο των επίδικων συναλλαγών, αφού το επιτόκιο αυτό δεν είχε μεγάλη απόκλιση από τα επιτόκια άλλων τραπεζικών προϊόντων κατά το χρονικό εκείνο διάστημα (π.χ. τα ομόλογα της ΕΚΤΕ έκδοσης Ιουλίου 1994 είχαν επιτόκιο 21,50%). Επιπλέον η εμφάνιση της Π. Κ. μέσα στους χώρους των καταστημάτων της … και της … Τράπεζας, όπου εξακολουθούσε να μεταβαίνει και μετά την παραίτηση της, η συνεργασία της με τον Θ. Π. και η προθυμία του τελευταίου, προϊσταμένου του αντιστοίχου τμήματος, να εξυπηρετεί την Π. Κ. οποτεδήποτε του το ζητούσε, ευλόγως δεν μπορούσε να δημιουργήσει στην πρώτη ενάγουσα αμφιβολίες για τη νομιμότητα της όλης διαδικασίας υλοποίησης του επενδυτικού προγράμματος… Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι συνεπεία της προεκτεθείσας απάτης και πλαστογραφίας που διέπραξε η Π. Κ. και της συνέργειας του Θ. Π. στις ως άνω αξιόποινες πράξεις, οι οποίες συνιστούν και αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, οι ενάγοντες υπέστησαν θετική ζημία για τον πρώτο τίτλο έκαστος εξ αυτών ποσού (9.000.000 διά 3) 3.000.000 δρχ., για τον δεύτερο τίτλο έκαστος εξ αυτών ποσού (10.000.000 διά 4) 2.500.000 δρχ. και για τον τρίτο τίτλο έκαστος εξ αυτών (49.355 διά 3) 16.451,66 γερμανικών μάρκων. Περαιτέρω, η δεύτερη και ο τρίτος των εναγόντων υπεισήλθαν, ως κληρονόμοι, στο ποσοστό του αποβιώσαντος πατρός τους Π. Ζ., στο δεύτερο τίτλο, οπότε δικαιούται ο καθένας εξ αυτών επιπλέον ποσό (2.500.000 διά 2)1.250.000 δρχ. Έτσι το σύνολο της θετικής ζημίας ανέρχεται για την πρώτη ενάγουσα στο ποσό των 5.500.000 δρχ. και 16.451,66 γερμανικών μάρκων, και για τον κάθε ένα από τους δεύτερη και τρίτο στο ποσό των 6.750.000 δρχ. και 16.451,66 γερμανικών μάρκων………… Τα αδικήματα δε αυτά τέλεσαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι σε βάρος της περιουσίας των εναγόντων. Για την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του Θ. Π. ευθύνεται και η προστήσασα αυτόν τράπεζα με την επωνυμία “… Α.Ε.”, στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει ως καθολική διάδοχος η όγδοη των εναγομένων “… Α.Ε.”, κατόπιν συγχώνευσης της πρώτης με απορρόφηση από τη δεύτερη, καθώς ο υπάλληλος αυτός ενήργησε επ’ ευκαιρία της ιδιότητας του ως υπαλλήλου, ασχολούμενου με τις συναλλαγές και αντίθετα προς τις εντολές της τράπεζας ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των υπηρεσιακών του καθηκόντων. Μεταξύ της σε βάρος των εναγόντων απάτης και πλαστογραφίας από την Π. Κ. και τη συνεπεία αυτής ιδιοποίηση από την τελευταία των πιο πάνω χρηματικών ποσών και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του Θ. Π. και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την πιο πάνω τράπεζα υπάρχει εσωτερική συνάφεια, αφού η απάτη και η πλαστογραφία και η συνεπεία αυτών υπεξαίρεση σε βάρος εναγόντων από την Π. Κ. δεν θα μπορούσαν να γίνουν χωρίς την συνέργεια, του Θ. Π. ως προστηθέντος της ως άνω τράπεζας. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων Α. Σ., Ε. Σ., Γ. Γ., Α. Τ., που περιέχονται στην από 27-3-1996 έκθεση των επιθεωρητών της Κτηματικής Τράπεζας, οι οποίοι κατέθεσαν για τη συνδρομή του Θ. Π. προς την Π. Κ. στις συναλλαγές της με τους παθόντες. Επομένως, η όγδοη εναγόμενη νομιμοποιείται παθητικά στην δίκη αυτή, ως διάδοχος της ανωτέρω τράπεζας, ήτοι της “… Α.Ε.”, για τη ζημία που προκάλεσε στους ενάγοντες η Π. Κ., η οποία τέλεσε τις προαναφερθείσες άδικες πράξεις με την άμεση συνέργεια του Θ. Π., προστηθέντα υπάλληλο της ΕΚΤΕ Α.Ε. Κατά συνέπεια, οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί της όγδοης εναγομένης περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής της στην προκειμένη δίκη, και ότι δεν ευθύνεται από σχέση πρόστησης του δευτέρου των εναγομένων με την ανωτέρω τράπεζα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έστω ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα, απέρριψε τους ως άνω αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς της όγδοης εναγομένης ως ουσιαστικά αβάσιμους, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και τις αποδείξεις εκτίμησε, ώστε ο δεύτερος και ο πέμπτος λόγοι της έφεσης της, με τους οποίους παραπονείται για την απόρριψή τους, είναι αβάσιμοι. Όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγοντες υπέστησαν, συνεπεία της ως άνω αδικοπραξίας, θετική ζημία, συνιστάμενη στην απώλεια των χρημάτων που κατέβαλαν στην Π. Κ. και τα οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα η τελευταία, που ανέρχεται για την πρώτη ενάγουσα στο ποσό των 5.500.000 δρχ. και 16.451,66 γερμανικών μάρκων, για τον κάθε ένα δε από τους δεύτερη και τρίτο στο ποσό των 6.750.000 δρχ. και 16.45,66 γερμανικών μάρκων. Αν δεν κατέβαλαν πιο πάνω χρηματικά ποσά στην πρώτη εναγόμενη, θα τα χρησιμοποιούσαν για την αγορά εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, μετά τη λήξη έκαστου των οποίων θα κεφαλαιοποιούσαν τους τόκους και θα προέβαιναν σε νέα αγορά με την ανανέωση τους, αποκομίζοντας με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κέρδος από τους τόκους που θα τους απέφερε το εκάστοτε σχηματιζόμενο κεφάλαιο. ………………. Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα η συνολική θετική και αποθετική ζημία των εναγόντων ανέρχεται: α) Για την πρώτη ενάγουσα σε κεφάλαιο 8.017.105 δρχ ή 23.527,82 ευρώ συν διαφ. κέρδη 3.450.303,41 δρχ ή 10.125,61 ευρώ, συνολικά 33.653,43 ευρώ. β) Για τη δεύτερη ενάγουσα σε κεφάλαιο 9.267.105 δρχ ή 27.196,19 ευρώ συν διαφ. κέρδη 3.979.662,78 δρχ ή 11.679,12 ευρώ, συνολικά 38.875,31 ευρώ. γ) Για τον τρίτο ενάγοντα σε κεφάλαιο 9.267.105 δρχ ή 27.196,19 ευρώ συν διαφ. κέρδη 3.979.662,78 δρχ ή 11.679,12 ευρώ, συνολικά 38.875,31 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την ίδια αιτιολογία έκρινε ομοίως, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα αντίθετα υποστηρίζει η όγδοη των εναγομένων με τον έκτο της έφεσής της είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι εξαιτίας της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς σε βάρος τους, οι ενάγοντες υπέστησαν και ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας θα πρέπει να τους επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, αφού ληφθεί υπόψη το είδος και το μέγεθος της (θετικής και αποθετικής) υλικής ζημίας τους, ο βαθμός υπαιτιότητας των δύο πρώτων εναγόμενων και γενικότερα η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, θα πρέπει να οριστεί σε 2.000,00 ευρώ για τον κάθε ενάγοντα………… Υπόχρεη εις ολόκληρον για την καταβολή των ανωτέρω ποσών είναι και η όγδοη εναγόμενη, τραπεζική ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία “… Α.Ε.”, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ευθύνεται ως καθολική διάδοχος της προστήσασας τον δεύτερο εναγόμενο Θ. Π., … Α.Ε., καθόσον όπως ήδη αναφέρθηκε ο εναγόμενος αυτός ενήργησε εξ αφορμής και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την ανωτέρω τράπεζα και αντίθετα προς τις εντολές της ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των υπηρεσιακών καθηκόντων του. Μεταξύ της σε βάρος των εναγόντων απάτης και πλαστογραφίας εκ μέρους της Π. Κ. και την συνεπεία αυτής παράνομη ιδιοποίηση από την τελευταία των ανωτέρω ποσών και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δεύτερου εναγόμενου Θ. Π. και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την προαναφερθείσα τράπεζα υπάρχει εσωτερική συνάφεια, αφού τα ως άνω αδικήματα και η συνεπεία αυτών τελεσθείσα παράνομη ιδιοποίηση των ως άνω ποσών, δεν θα μπορούσαν να γίνουν χωρίς τη συνέργεια του Θ. Π., ως προστηθέντος της ΕΚΤΕ………… Με βάση τις σκέψεις αυτές η υπό κρίση αγωγή, πρέπει να γίνει μερικά δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι ο δεύτερος και η όγδοη των εναγομένων οφείλουν να καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας τους, α) στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 35.653,43 ευρώ, β) στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 40.875,31 ευρώ και στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 40.875,31 ευρώ με το νόμιμο τόκο….”. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 922 ΑΚ, καθόσον σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην παραπάνω (υπό στοιχείο Ι) μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα η Π. Κ. εκμεταλλευόμενη την ιδιότητά της ως δικηγόρου – ειδικής συνεργάτη της “… Τράπεζας ΑΕ” και “… Τράπεζας ΑΕ” και με σκοπό να αποκτήσει παράνομο περιουσιακό όφελος η ίδια, παρέστησε, εν γνώσει της ψευδώς, στην πρώτη ενάγουσα και στον αποβιώσαντα ήδη σύζυγο της ότι είχε τη δυνατότητα να μεσολαβήσει για την επωφελή τοποθέτηση των χρημάτων τους σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου που εκδίδονται από την ΕΚΤΕ και την ΕΣΤΕ, σε Ρέπος ή άλλα επενδυτικά προγράμματα των δύο παραπάνω τραπεζών, τα οποία ήταν προνομιακά, διότι ήταν ενταγμένα σ’ ένα πενταετές πρόγραμμα σταθερού επιτοκίου 24% για όλη την διάρκεια της καταθέσεως από το έτος 1991 έως και το έτος 1996, αφορολόγητα, λόγω επιδοτήσεως από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με δυνατότητα δανειοδοτήσεως από τις ανωτέρω Τράπεζες με ιδιαίτερα χαμηλό επιτόκιο, ισόποσου των καταθέσεων, η δε πρώτη ενάγουσα, πεισθείσα από τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της Π. Κ. της κατέβαλλε τμηματικά κατά το χρονικό διάστημα από τις 10-9-1993 έως 28-3-1994 το ποσό των 19.000.000 δραχμών, καθώς και το ποσό των 49.355 γερμανικών μάρκων, ατομικά αλλά και για λογαριασμό της δεύτερης και του τρίτου των εναγόντων, προκειμένου να το διαθέσει για την αγορά των προαναφερομένων ομολόγων, έλαβε δε τα περιγραφόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση τραπεζικά παραστατικά έγγραφα (δύο γραμμάτια είσπραξης ΕΣΤΕ και ένα σημείωμα αποδόσεως δεσμευμένης καταθέσεως της ΕΚΤΕ), τα οποία ήταν πλαστά, αφού ουδέποτε είχαν εκδοθεί από τις αντίστοιχες τραπεζικές εταιρείες, ΕΣΤΕ και ΕΚΤΕ, αλλά είχαν καταρτιστεί από την Π. Κ. η οποία, ουδέποτε επένδυσε τα ανωτέρω ποσά των εναγόντων, αλλά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα. Από την παραπάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της Π. Κ. οι ενάγοντες υπέστησαν ζημία και συγκεκριμένα : η πρώτη ενάγουσα το ποσό των 33.653,43 ευρώ, η δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 38.875,31 ευρώ και ο τρίτος ενάγων το ποσό των 38.875,31 ευρώ για το κεφάλαιο και το κέρδος που απώλεσε ο καθένας, καθώς και ηθική βλάβη. Περαιτέρω, ο Θ. Π., ως υπάλληλος της “… ΑΕ”, προστηθείς από την τελευταία, υπηρετώντας ειδικότερα στο υποκατάστημα αυτής στην Αριστοτέλους από το έτος 1989 μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 1994, ως υπεύθυνος στο τμήμα ομολόγων και μετέπειτα ως Υποδιευθυντής του υποκαταστήματος της ΕΚΤΕ στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, παρείχε στην Π. Κ. συνδρομή πριν και κατά τη διάρκεια των πράξεων της απάτης και πλαστογραφίας που αυτή διέπραξε σε βάρος των εναγόντων, καθώς, ήταν το πρόσωπο εκείνο, που, λόγω της παραπάνω θέσεως που κατείχε στην ΕΚΤΕ : 1) μύησε την Π. Κ. στη διαδικασία εκδόσεως και την εν γένει λειτουργία των ομολόγων και των λοιπών τραπεζικών εγγράφων, εξηγώντάς της λεπτομερώς τη διαδικασία εκδόσεως και λειτουργίας των ομολόγων, των εντόκων γραμματίων και των λοιπών τραπεζικών προϊόντων και ενημερώνοντάς την επισταμένως σχετικώς με την τραπεζική ορολογία, ώστε να είναι σε θέση αυτή να δώσει διευκρινίσεις στους ενάγοντες και να εμφανιστεί σε αυτούς ως ειδικός επί των σχετικών αυτών θεμάτων και ως ενεργούσα νομίμως στα πλαίσια της τραπεζικής λειτουργίας, 2) έχοντας, λόγω της θέσεώς του, πρόσβαση σε γνήσια έγγραφα της τράπεζας προμήθευσε την Π. Κ. με τέτοια τραπεζικά έγγραφα, φωτοτυπίες των οποίων αυτή πλαστογράφησε και παρέδωσε στους ενάγοντες, ενώ επιπλέον της υπέδειξε και τον τρόπο της πλαστογραφίας τους, ώστε να μην εντοπιστεί εύκολα η πλαστότητά τους, καθώς στα πλαστά γραμμάτια εισπράξεως που παρέδωσε στους ενάγοντες η Π. Κ. είχε φροντίσει να περιλάβει τους όρους της επενδύσεως με τραπεζική ορολογία, την οποία είχε πληροφορηθεί από τον Θ. Π. και 3) παρείχε στην Π. Κ., πέραν όλων των ανωτέρω, ψυχική ενθάρρυνση στην εγκληματική της δραστηριότητα, καθώς την είχε διαβεβαιώσει ότι ήταν πρόθυμος να την καλύψει σε κάθε περίπτωση που θα ανέκυπτε οποιοδήποτε πρόβλημα, χωρίς την ανάμειξη άλλων προσώπων και υπαλλήλων της τράπεζας, ώστε να μην αποκαλυφθεί η παράνομη δραστηριότητά της, αυτός δε (Θ.Π.) παρέσχε την ως άνω συνδρομή του στην Π. Κ., τόσο στην πλαστογραφία των τίτλων της ΕΚΤΕ, όσο και στην πλαστογραφία των τίτλων της ΕΣΤΕ που δόθηκαν στους ενάγοντες, καθόσον η “… ΑΕ”, η “… ΑΕ” και η “… ΑΕ” είχαν άμεση και ουσιαστική σχέση μεταξύ τους.
Συνεπώς, με βάση όλα όσα ανωτέρω δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στοιχειοθετείται πλήρως η αδικοπρακτική συμπεριφορά του υπαλλήλου της ΕΚΤΕ Θ. Π., που οδήγησε αιτιωδώς στη ζημία των εναγόντων, καθόσον, αν και δεν ήλθε ο ίδιος σε επαφή με τους ενάγοντες, ωστόσο ήταν το πρόσωπο εκείνο που συνέδραμε την Π. Κ. στη διάπραξη των αδικημάτων της απάτης και πλαστογραφίας, που αυτή τέλεσε σε βάρος των εναγόντων. Με τις ίδιες δε ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως θεμελιώνεται η ύπαρξη εσωτερικής (αιτιώδους) συνάφειας μεταξύ, αφενός της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος της ΕΚΤΕ, υπαλλήλου της, που ενήργησε επ` ευκαιρία της υπηρεσίας του και κατά κατάχρηση των καθηκόντων του ως υπαλλήλου ασχολούμενου με τις συναλλαγές και υπευθύνου του τμήματος ομολόγων και αφετέρου της συγκεκριμένης υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί και αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας του.
Συνεπώς, δικαιολογείται η, κατ’ ορθή εφαρμογή των άρθρων 914, 922 ΑΚ, υποχρέωση της αναιρεσείουσας, ως καθολικής διαδόχου της ΕΚΤΕ, προς αποκατάσταση της εντεύθεν προκληθείσας ζημίας των αναιρεσιβλήτων, ως προστήσασας τον αδικοπραγήσαντα (συνεργό), Θ. Π.. Επομένως, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Συνακόλουθα, απορριπτέα είναι και η, κατ’ άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ, αίτηση της αναιρεσείουσας, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις της που κατατέθηκαν προ της συζητήσεως, αφού προϋποθέτει την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 1494/2018). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-12-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 1765/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υποβληθείσα με τις από 15-11-2023 προτάσεις της αναιρεσείουσας αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1006/2024 Αδικοπραξία και αποζημίωση κατά υπαλλήλου τράπεζας
Πηγή :