ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δέκατο τμήμα)
της 13ης Μαρτίου 2025 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Προστασία των καταναλωτών – Οδηγία 93/13/ΕΟΚ – Καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές – Άρθρο 4, παράγραφος 2, άρθρο 6, παράγραφος 1, και άρθρο 7, παράγραφος 1 – Σημείο 1, στοιχεία θʹ, ιʹ και μʹ, του παραρτήματος της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ – Συμβάσεις καταναλωτικής πίστης – Ρήτρα επιβάλλουσα στον καταναλωτή τη σύναψη σύμβασης εγγύησης – Εγγύηση που επιλέγεται από τον πιστωτικό φορέα – Εξαίρεση των ρητρών που αφορούν το κύριο αντικείμενο της σύμβασης – Σύμβαση παρεπόμενη της σύμβασης πίστωσης – Εξουσίες του εθνικού δικαστηρίου – Διαδικασία για την έκδοση διαταγής πληρωμής – Οδηγία 2005/29/ΕΚ – Αθέμιτες εμπορικές πρακτικές – Άρθρα 5 και 8 – Παράρτημα I – Οδηγία 2008/48/ΕΚ – Άρθρο 3, στοιχεία ζʹ, θʹ και ιδʹ, άρθρο 10, παράγραφος 2, άρθρο 15, παράγραφος 2, και άρθρο 23 – Συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης – Έννοια – Συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή – Συνολικό πραγματικό ετήσιο επιτόκιο – Μη αναγραφή του σχετικού κόστους – Ποινή »
Στην υπόθεση C‑337/23,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Sofiyski rayonen sad (περιφερειακό δικαστήριο Σόφιας, Βουλγαρία) με απόφαση της 29ης Μαΐου 2023, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Μαΐου 2023, στο πλαίσιο της δίκης
APS Beta Bulgaria EOOD,
Agentsia za kontrol na prosrocheni zadalzhenia AD
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δέκατο τμήμα),
συγκείμενο από τους Δ. Γρατσία, πρόεδρο τμήματος, I. Jarukaitis, πρόεδρο του τετάρτου τμήματος, και Z. Csehi (εισηγητή), δικαστή,
γενικός εισαγγελέας: A. M. Collins
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Agentsia za kontrol na prosrocheni zadalzhenia AD, εκπροσωπούμενη από τον E. A. Damyanova, advokat, και τον Y. B. Yanakiev,
– η Τσεχική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την L. Březinová, καθώς και από τους M. Smolek και J. Vláčil,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον P. Ondrůšek, την E. Rousseva, τον N. Ruiz García, την Ε. Τσερέπα-Lacombe και τον P. Vanden Heede,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2024,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, του άρθρου 5, του άρθρου 6, παράγραφος 1, και του άρθρου 7 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29), καθώς και του σημείου 1, στοιχεία βʹ, γʹ, θʹ, ιʹ και μʹ, του παραρτήματος της οδηγίας 93/13, του άρθρου 8 της οδηγίας 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2005, L 149, σ. 22), του άρθρου 3, στοιχείο ζʹ, του άρθρου 10, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, του άρθρου 15, παράγραφος 2, και του άρθρου 23, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2008, L 133, σ. 66), καθώς και του άρθρου 2, παράγραφος 2, και του άρθρου 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ 2009, L 335, σ. 1).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασιών με αίτημα την έκδοση διαταγών πληρωμής υπέρ της APS Beta Bulgaria EOOD και της Agentsia za kontrol na prosrocheni zadalzhenia AD για την είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων δυνάμει συμβάσεων καταναλωτικής πίστης και συμβάσεων εγγύησης.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 93/13
3 Κατά το άρθρο της 1, παράγραφος 1, η οδηγία 93/13 «έχει αντικείμενο την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, οι οποίες αφορούν τις καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός καταναλωτή».
4 Σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας, για τους σκοπούς της οδηγίας, ως «“καταναλωτής” [νοείται] κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η [εν λόγω] οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες».
5 Το άρθρο 3 της οδηγίας 93/13 ορίζει τα εξής:
«1. Ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση.
[…]
3. Το παράρτημα περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που είναι δυνατόν να κηρυχθούν καταχρηστικές.»
6 Το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής προβλέπει τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση και όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιέβαλαν την εν λόγω σύναψη, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.
2. Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.»
7 Το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Στην περίπτωση συμβάσεων των οποίων όλες ή μερικές ρήτρες που προτείνονται στον καταναλωτή έχουν συνταχθεί εγγράφως, οι ρήτρες αυτές πρέπει να συντάσσονται πάντοτε με σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια μιας ρήτρας, επικρατεί η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία. Αυτός ο ερμηνευτικός κανόνας δεν εφαρμόζεται στα πλαίσια των διαδικασιών που προβλέπονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2.»
8 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες.»
9 Το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.
2. Τα μέσα αυτά περιλαμβάνουν διατάξεις που δίνουν σε άτομα ή οργανισμούς που έχουν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ορισθεί ως έχοντες έννομο συμφέρον για την προστασία των καταναλωτών, τη δυνατότητα να προσφύγουν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων ή διοικητικών οργάνων, τα οποία αποφαίνονται για το εάν συμβατικές ρήτρες, που έχουν συνταχθεί με σκοπό τη γενικευμένη χρήση έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα και εφαρμόζουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα για να πάψει η χρησιμοποίηση των ρητρών αυτών.
3. Τηρουμένης της εθνικής νομοθεσίας, οι προσφυγές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 μπορούν να ασκούνται, κατά πλειόνων επαγγελματιών, χωριστά ή από κοινού, του αυτού επαγγελματικού τομέα ή κατά των ενώσεών τους που χρησιμοποιούν ή συνιστούν τη χρησιμοποίηση των αυτών ή παρόμοιων γενικών συμβατικών ρητρών.»
10 Το παράρτημα της εν λόγω οδηγίας, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ρήτρες που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3», ορίζει στο σημείο 1 τα εξής:
«1. Ρήτρες που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα:
[…]
β) να αποκλείουν ή να περιορίζουν κατά τρόπο ανάρμοστο εκ του νόμου τα δικαιώματα του καταναλωτή έναντι του επαγγελματία ή άλλου συμβαλλομένου μέρους σε περίπτωση μη πλήρους ή μερικής εκτέλεσης ή πλημμελούς εκτέλεσης οποιασδήποτε από τις συμβατικές υποχρεώσεις εκ μέρους του επαγγελματία, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας συμψηφισμού οφειλής έναντι του επαγγελματία με απαίτηση που θα είχε αντ’ αυτού·
γ) να αποκλείουν το δικαίωμα υπαναχώρησης του καταναλωτή, ενώ η εκτέλεση των υποχρεώσεων του επαγγελματία υπόκειται σε όρο, η εκπλήρωση του οποίου εξαρτάται από τη βούλησή του και μόνο·
[…]
θ) να συνάγουν αμετάκλητα την εκ μέρους του καταναλωτή αποδοχή ρητρών τις οποίες δεν είχε καμία πραγματική δυνατότητα να γνωρίζει πριν συνάψει τη σύμβαση,
ι) να επιτρέπουν στον επαγγελματία να τροποποιεί μονομερώς τους όρους της σύμβασης χωρίς σοβαρό λόγο ο οποίος να προβλέπεται στη σύμβαση·
[…]
μ) να παρέχουν στον επαγγελματία το δικαίωμα να καθορίζει εάν τα εμπορεύματα που παραδίδονται ή οι υπηρεσίες που παρέχονται είναι σύμφωνες με τους όρους της σύμβασης, ή να του παρέχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να ερμηνεύει μια οποιαδήποτε ρήτρα της σύμβασης·
[…]».
Η οδηγία 2005/29
11 Το άρθρο 5 της οδηγίας 2005/29, το οποίο φέρει τον τίτλο «Απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών», ορίζει στην παράγραφο 5 τα εξής:
«Το παράρτημα Ι περιέχει τον κατάλογο των εμπορικών πρακτικών που θεωρούνται αθέμιτες υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις. Ο ίδιος ενιαίος κατάλογος ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη και μπορεί να τροποποιηθεί μόνο με αναθεώρηση της παρούσας οδηγίας.»
12 Το άρθρο 8 της οδηγίας 2005/29, το οποίο φέρει τον τίτλο «Επιθετικές εμπορικές πρακτικές», προβλέπει τα εξής:
«Μια εμπορική πρακτική θεωρείται επιθετική εάν, στο πραγματικό της πλαίσιο, λαμβανομένων υπόψη όλων των χαρακτηριστικών της και των περιστάσεων, χρησιμοποιεί παρενόχληση, καταναγκασμό, συμπεριλαμβανομένης και της άσκησης σωματικής βίας, ή κατάχρηση επιρροής και, ως εκ τούτου, παρεμποδίζει σημαντικά ή ενδέχεται να παρεμποδίσει σημαντικά την ελευθερία επιλογής ή συμπεριφοράς του μέσου καταναλωτή ως προς το προϊόν, με αποτέλεσμα να τον οδηγεί ή να είναι πιθανόν να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής που διαφορετικά δεν θα ελάμβανε.»
Η οδηγία 2008/48
13 Η αιτιολογική σκέψη 22 της οδηγίας 2008/48 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παραμένουν ελεύθερα να διατηρούν ή να εισάγουν εθνικές διατάξεις, οι οποίες απαγορεύουν στον πιστωτικό φορέα να απαιτεί από τον καταναλωτή, σε σχέση με τη σύμβαση πίστωσης, να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό ή να συνάψει σύμβαση για την παροχή άλλης συμπληρωματικής υπηρεσίας ή να καταβάλει τα έξοδα ή τέλη για τέτοιους τραπεζικούς λογαριασμούς ή άλλες συμπληρωματικές υπηρεσίες. Στα κράτη μέλη στα οποία επιτρέπονται αυτές οι συνδυασμένες προσφορές, οι καταναλωτές θα πρέπει να ενημερώνονται πριν από τη σύναψη της πιστωτικής σύμβασης για τυχόν συμπληρωματικές υπηρεσίες που είναι υποχρεωτικές για την έγκριση της πίστωσης καταρχάς ή για διαφημιζόμενους όρους και προϋποθέσεις. Το καταβλητέο κόστος αυτών των συμπληρωματικών υπηρεσιών θα πρέπει να περιλαμβάνεται στο συνολικό κόστος της πίστωσης ή, όταν το ποσό των εν λόγω δαπανών δεν μπορεί να καθορισθεί εκ των προτέρων, οι καταναλωτές θα πρέπει να λαμβάνουν επαρκείς πληροφορίες για την ύπαρξη του κόστους πριν από τη σύναψη της σύμβασης. Ο πιστωτικός φορέας πρέπει κατά τεκμήριο να γνωρίζει το κόστος αυτών των συμπληρωματικών υπηρεσιών, τις οποίες προσφέρει στον καταναλωτή για δικό του λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου, εκτός εάν η τιμή εξαρτάται από τα ειδικά χαρακτηριστικά ή την κατάσταση του καταναλωτή.»
14 Το άρθρο 3 της οδηγίας 2008/48, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ορισμοί», ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
[…]
ζ) “συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή”: το σύνολο των επιβαρύνσεων, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, των προμηθειών, των φόρων και των κάθε άλλου είδους αμοιβών, που καλείται να πληρώσει ο καταναλωτής για τη σύμβαση πίστωσης και τα οποία γνωρίζει ο πιστωτικός φορέας, πλην των συμβολαιογραφικών δαπανών· τα έξοδα που αφορούν συμπληρωματικές υπηρεσίες σχετικές με τη σύμβαση πίστωσης, ιδίως τα ασφάλιστρα, περιλαμβάνονται επίσης εάν, επιπλέον, η σύναψη της σύμβασης υπηρεσίας είναι υποχρεωτική για την έγκριση της πίστωσης ή για τη χορήγησή της υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαφημίζονται·
[…]
θ) [“συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο” (ΣΕΠΕ)]: το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, εκφραζόμενο ως ετήσιο ποσοστό του συνολικού ποσού της πίστωσης, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του κόστους, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2·
[…]
ιδ) “συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης”: σύμβαση πίστωσης στην οποία:
i) η εν λόγω πίστωση χρησιμεύει αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση σύμβασης που αφορά την προμήθεια συγκεκριμένων αγαθών ή την παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας· και
ii) οι δύο αυτές συμβάσεις συνιστούν αντικειμενικά μία οικονομική ενότητα· θεωρείται ότι υπάρχει οικονομική ενότητα όταν ο προμηθευτής του αγαθού ή ο πάροχος της υπηρεσίας χρηματοδοτεί ο ίδιος την πίστωση του καταναλωτή ή, σε περίπτωση χρηματοδότησης της πίστωσης από τρίτο, εάν ο πιστωτικός φορέας χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του προμηθευτή του αγαθού ή του παρόχου της υπηρεσίας για τη σύναψη ή την προετοιμασία της σύμβασης πίστωσης, ή εάν τα συγκεκριμένα αγαθά ή η παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας καθορίζονται ρητώς στη σύμβαση πίστωσης.»
15 Το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής προβλέπει τα εξής:
«Η σύμβαση πίστωσης πρέπει να προσδιορίζει, με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο:
[…]
ζ) το [ΣΕΠΕ] και το συνολικό ποσό που πρέπει να πληρώσει ο καταναλωτής, υπολογιζόμενο κατά τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης· πρέπει να αναφέρονται όλα τα τεκμήρια που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του επιτοκίου αυτού·
[…]».
16 Το άρθρο 15, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Εάν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που καλύπτονται από συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης δεν παρασχεθούν ή παρασχεθούν εν μέρει μόνο, ή εάν δεν πληρούν τους όρους της σύμβασης παροχής τους, ο καταναλωτής δικαιούται να στραφεί κατά του πιστωτικού φορέα, εφόσον έχει στραφεί κατά του προμηθευτή και έχει αποτύχει να λάβει από αυτόν την ικανοποίηση την οποία δικαιούται δυνάμει του νόμου ή της σύμβασης παροχής αγαθών ή υπηρεσιών. Τα κράτη μέλη καθορίζουν την έκταση και τους όρους άσκησης των σχετικών μέσων θεραπείας.»
17 Το άρθρο 22, παράγραφοι 1 έως 3, της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Καθόσον η παρούσα οδηγία περιέχει εναρμονισμένες διατάξεις, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διατηρούν ή να εισάγουν στο εθνικό τους δίκαιο διατάξεις που παρεκκλίνουν από αυτές που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία.
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι καταναλωτές δεν μπορούν να παραιτούνται των δικαιωμάτων που τους παραχωρούνται δυνάμει των διατάξεων του εθνικού δικαίου που μεταφέρουν στο εθνικό δίκαιο την παρούσα οδηγία ή αντιστοιχούν σ’ αυτήν.
3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν επίσης ώστε οι διατάξεις που θεσπίζουν κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας να μην καταστρατηγούνται μέσω του τρόπου διατύπωσης των συμβάσεων, ιδίως με την ενσωμάτωση αναλήψεων ή συμβάσεων πίστωσης, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, σε συμβάσεις πίστωσης ο χαρακτήρας ή ο σκοπός των οποίων θα επέτρεπε την αποφυγή της εφαρμογής της.»
18 Το άρθρο 23 της οδηγίας 2008/48 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επισύρουν οι παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Οι κυρώσεις που προβλέπονται εν προκειμένω πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.»
Το βουλγαρικό δίκαιο
Ο ZZD
19 Το άρθρο 138 του zakon za zadalzheniyata i dogovorite (νόμου περί ενοχών και συμβάσεων, DV αριθ. 275, της 22ας Νοεμβρίου 1950), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών των διαδικασιών της κύριας δίκης (στο εξής: ZZD), ορίζει τα εξής:
«Με τη σύμβαση εγγυήσεως, ο εγγυητής αναλαμβάνει έναντι του δανειστή άλλου προσώπου την ευθύνη για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του τελευταίου. Η σύμβαση πρέπει να συνάπτεται εγγράφως.
Εγγύηση παρέχεται μόνο για πραγματική υποχρέωση. Μπορεί επίσης να πρόκειται για μελλοντική ή ενδεχόμενη υποχρέωση.»
20 Το άρθρο 147 του ZZD προβλέπει τα εξής:
«Ο εγγυητής εξακολουθεί να ευθύνεται ακόμη και αφότου η κύρια οφειλή καταστεί απαιτητή, εάν ο πιστωτής ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη εντός έξι μηνών. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην περίπτωση που ο εγγυητής έχει περιορίσει ρητώς την εγγύησή του στη διάρκεια της κύριας οφειλής.
Η παράταση της προθεσμίας που παρέχει ο πιστωτής στον οφειλέτη δεν παράγει αποτελέσματα έναντι του εγγυητή, εάν ο τελευταίος δεν έχει συναινέσει σ’ αυτήν».
Ο νόμος περί καταναλωτικής πίστης
21 Το άρθρο 19, παράγραφος 4, του zakon za potrebitelskiya Kredit (νόμου περί καταναλωτικής πίστης), της 18ης Φεβρουαρίου 2010 (DV αριθ. 18, της 5ης Μαρτίου 2010), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών των διαδικασιών της κύριας δίκης, ορίζει τα εξής:
«(3) Ο υπολογισμός του [ΣΕΠΕ] της πίστωσης δεν περιλαμβάνει τα έξοδα:
[1.] που καταβάλλει ο καταναλωτής σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεών του βάσει της σύμβασης καταναλωτικής πίστης·
[2.] επιπλέον της τιμής αγοράς των αγαθών ή των υπηρεσιών την οποία καταβάλλει ο καταναλωτής κατά την αγορά αγαθών ή των παροχή υπηρεσιών, είτε καταβάλλεται τοις μετρητοίς είτε επί πιστώσει.
[3.] για την τήρηση λογαριασμού που συνδέεται με τη σύμβαση καταναλωτικής πίστης, τα έξοδα για τη χρήση μέσου πληρωμών που επιτρέπει την πραγματοποίηση πληρωμών που σχετίζονται με τη χρήση ή την εξόφληση της πίστωσης, καθώς και άλλα έξοδα που συνδέονται με την πραγματοποίηση πληρωμών, εφόσον το άνοιγμα του λογαριασμού αυτού δεν είναι υποχρεωτικό και τα έξοδα του λογαριασμού αναφέρονται σαφώς και χωριστά στη σύμβαση πίστωσης ή σε άλλη σύμβαση που συνάπτεται με τον καταναλωτή.
(4) Το [ΣΕΠΕ] δεν μπορεί να υπερβαίνει, σε [βουλγαρικά λεβ (BGN)] ή σε αλλοδαπό νόμισμα, το πενταπλάσιο των τόκων υπερημερίας υπολογιζομένων με το νόμιμο επιτόκιο το οποίο καθορίζεται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας.»
Οι διαδικασίες της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
22 Το αιτούν δικαστήριο, Sofiyski rayonen sad (περιφερειακό δικαστήριο Σόφιας, Βουλγαρία), έχει επιληφθεί διαφόρων αιτήσεων με τις οποίες ζητείται η έκδοση, υπέρ των αιτουσών της κύριας δίκης, διαταγών πληρωμής για την είσπραξη χρηματικών απαιτήσεων δυνάμει συμβάσεων καταναλωτικής πίστης και συμβάσεων εγγύησης.
23 Οι εν λόγω συμβάσεις καταναλωτικής πίστης, οι οποίες είχαν συναφθεί μεταξύ δύο χρηματοπιστωτικών εταιριών βουλγαρικού δικαίου και διαφόρων φυσικών προσώπων για ποσά ύψους μεταξύ 300 και 1 700 BGN (περίπου 150 και 870 ευρώ), αποπληρωτέα σε δόσεις εντός διαστήματος τριών έως δεκαοκτώ μηνών, προέβλεπαν την εφαρμογή ΣΕΠΕ το οποίο κυμαινόταν μεταξύ 39,99 % και 50 %.
24 Δυνάμει των εν λόγω συμβάσεων, οι δανειολήπτες όφειλαν, προκειμένου να λάβουν την πίστωση ή να επιτύχουν την ταχύτερη αποδέσμευση των κεφαλαίων, να παράσχουν εξασφάλιση δυνάμενη να λάβει διάφορες μορφές, μία εκ των οποίων συνίστατο στη σύναψη σύμβασης εγγύησης με εταιρία η οποία ειδικεύεται στην εν λόγω δραστηριότητα και επιλέγεται ή εγκρίνεται από τον δανειστή. Σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, όλοι οι ενδιαφερόμενοι δανειολήπτες συνήψαν, την ίδια ημέρα με τις συμβάσεις πίστωσης, συμβάσεις εγγύησης οι οποίες προέβλεπαν την καταβολή στους κατ’ επάγγελμα εγγυητές, ήτοι στις εταιρίες παροχής εγγύησης, αμοιβής η οποία αντιστοιχούσε σε ένα ποσό επιπλέον των δόσεων του δανείου. Το κόστος της εγγύησης αυτής, το οποίο μπορούσε να υπερβαίνει το 75 % του συνολικού πληρωτέου ποσού, δεν περιλαμβανόταν στο ΣΕΠΕ.
25 Δεδομένου ότι οι δανειολήπτες δεν τήρησαν τις υποχρεώσεις τους, οι κατ’ επάγγελμα εγγυητές κατέβαλαν στους πιστωτικούς φορείς τα οφειλόμενα βάσει των συμβάσεων πίστωσης ποσά και υποκαταστάθηκαν στα δικαιώματα των πιστωτικών φορέων. Εν συνεχεία, οι εν λόγω εταιρίες παροχής εγγύησης εκχώρησαν τις απαιτήσεις τους, συμπεριλαμβανομένης της σχετικής με την αμοιβή την οποία όφειλαν να καταβάλουν οι οφειλέτες δυνάμει των συμβάσεων εγγύησης, στις αιτούσες της κύριας δίκης, οι οποίες είναι, κατ’ ουσίαν, εταιρίες είσπραξης απαιτήσεων.
26 Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι, με εξαίρεση μία από τις υποθέσεις των οποίων έχει επιληφθεί, η εξόφληση εκ μέρους των κατ’ επάγγελμα εγγυητών πραγματοποιήθηκε μετά την παρέλευση της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 147 του ZZD, χωρίς να αντιταχθεί στους αρχικούς πιστωτές η αδράνειά τους έναντι των οφειλετών κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι ορισμένα εθνικά δικαστήρια ερμηνεύουν την εν λόγω διάταξη υπό την έννοια ότι μόνον ο εγγυητής δύναται να επικαλεσθεί την απόσβεση της υποχρέωσης εγγυήσεως συνεπεία της ανωτέρω αδράνειας και ότι, σε αντίθετη περίπτωση, ο εγγυητής έχει το δικαίωμα να ασκήσει αγωγή εξ αναγωγής κατά του οφειλέτη που δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του.
27 Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, κατά πρώτον, αν, για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των συμβατικών ρητρών δυνάμει της οδηγίας 93/13, οι συμβάσεις πίστωσης και εγγύησης πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι εμπίπτουν σε μια ενιαία συμβατική σχέση, σκοπός της οποίας ήταν η καταστρατήγηση του άρθρου 19 του νόμου περί καταναλωτικής πίστης, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των διαδικασιών της κύριας δίκης, το οποίο προβλέπει ανώτατο ΣΕΠΕ για σύμβαση καταναλωτικής πίστης. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, σε επτά από τις οκτώ διαδικασίες των οποίων έχει επιληφθεί, η εγγύηση παρασχέθηκε από θυγατρική εταιρία του πιστωτικού φορέα. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι η αμοιβή του εγγυητή, η οποία πρέπει να καταβάλλεται κατά τις ίδιες ημερομηνίες με τις δόσεις του δανείου, καθορίστηκε, σε όλες τις περιπτώσεις, σε ποσό που υπερέβαινε το 75 % του συνολικού ποσού της οφειλής από την πίστωση. Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι η αμοιβή αυτή δεν ελήφθη υπόψη για τον υπολογισμό του ΣΕΠΕ της συμβάσεως πίστωσης.
28 Κατά δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η επιλογή του εγγυητή από τον δανειστή, η οποία δεσμεύει τον δανειολήπτη, μπορεί να θεωρηθεί ως αθέμιτη εμπορική πρακτική, κατά την έννοια της οδηγίας 2005/29, και, σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, αν δύναται, στο πλαίσιο διαδικασίας που δεν διεξάγεται κατ’ αντιμωλίαν, να διαπιστώσει τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας αποκλειστικώς και μόνον λόγω της ύπαρξης σοβαρών αμφιβολιών ως προς το ζήτημα αυτό.
29 Κατά τρίτον, το αιτούν δικαστήριο θέτει το ζήτημα της συμβατότητας της εθνικής νομολογίας που αφορά το άρθρο 147 του ZZD με το άρθρο 15, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48, αν υποτεθεί ότι αυτό εφαρμόζεται εν προκειμένω, καθώς και με τα άρθρα 5 και 7 της οδηγίας 93/13.
30 Κατά τέταρτον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν η αμοιβή για τη σύσταση εγγυήσεως, η οποία εγγύηση καθίσταται υποχρεωτική με ρήτρα της σύμβασης πίστωσης, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον προσδιορισμό του ΣΕΠΕ και αν η εσφαλμένη αναγραφή του ΣΕΠΕ πρέπει να εξομοιωθεί με παράλειψη μνείας του στη σύμβαση πίστωσης.
31 Κατά πέμπτον, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν οι οικείες συμβάσεις εγγύησης μπορούν να χαρακτηριστούν ως ασφαλιστικές συμβάσεις, κατά την έννοια της οδηγίας 2009/138, και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, αν ο εγγυητής απαιτείται να λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 14 της εν λόγω οδηγίας.
32 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Sofiyski rayonen sad (περιφερειακό δικαστήριο Σόφιας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχουν το άρθρο 4, παράγραφος 2, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, της [οδηγίας 93/13] την έννοια ότι, όταν σε σύμβαση πίστωσης προβλέπεται υποχρέωση του καταναλωτή να συνάψει σύμβαση εγγύησης με εγγυητή που υποδεικνύεται από τον πιστωτικό φορέα, το περιεχόμενο της σύμβασης εγγύησης δεν αποτελεί το “κύριο αντικείμενο” της σύμβασης με τον εν λόγω τρίτο, αλλά μέρος του περιεχομένου της σύμβασης πίστωσης; Ασκεί επιρροή, στο πλαίσιο αυτό, εάν ο πιστωτικός φορέας και ο εγγυητής είναι συνδεδεμένα πρόσωπα;
2) Έχει το σημείο 1, στοιχείο θʹ, του παραρτήματος της [οδηγίας 93/13] την έννοια ότι, όταν ο καταναλωτής, στο πλαίσιο ήδη συναφθείσας σύμβασης πίστωσης, υποχρεούται να ορίσει εγγυητή –με δυνατότητα ανάθεσης της οικείας εντολής και σε πρόσωπο που υποδεικνύεται από τον πιστωτικό φορέα–, το περιεχόμενο της υποχρέωσης του καταναλωτή που απορρέει από σύμβαση εγγύησης της ίδιας ημερομηνίας, η οποία συνήφθη μετά τη σύμβαση πίστωσης, θεωρείται ασαφές διότι ο καταναλωτής δεν είχε τη δυνατότητα να επιλέξει ή να προτείνει ο ίδιος το πρόσωπο που υποδεικνύεται από τον πιστωτικό φορέα ως μελλοντικός εγγυητής;
3) Εάν η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα είναι ότι το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης είναι σαφές, έχει το σημείο 1, στοιχεία θʹ, ιʹ και μʹ, του παραρτήματος της [οδηγίας 93/13] την έννοια ότι, όταν ο καταναλωτής, στο πλαίσιο ήδη συναφθείσας σύμβασης πίστωσης, υποχρεούται να ορίσει εγγυητή –με δυνατότητα ανάθεσης της οικείας εντολής και σε πρόσωπο που υποδεικνύεται από τον πιστωτικό φορέα–, το περιεχόμενο της υποχρέωσης του καταναλωτή που απορρέει από τη σύμβαση πίστωσης θεωρείται ασαφές και αυτό ενδεχομένως συνεπάγεται την ακυρότητα της σύμβασης πίστωσης ή επιμέρους όρων αυτής;
4) Έχει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της [οδηγίας 93/13], σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της [οδηγίας 2005/29] για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, την έννοια ότι, όταν το πρόσωπο που χορηγεί την πίστωση επιβάλλει στον καταναλωτή να συνάψει σύμβαση με πρόσωπο που ορίζεται από τον πιστωτικό φορέα, η οποία να εξασφαλίζει την απαίτηση του τελευταίου κατά του καταναλωτή, τούτο συνιστά πάντοτε εκμετάλλευση της μειονεκτικής θέσης του καταναλωτή και, συνεπώς, επιθετική εμπορική πρακτική;
5) Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο τέταρτο ερώτημα: Έχει το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 7 της [οδηγίας 93/13], σε συνδυασμό με το άρθρο 8 της [οδηγίας 2005/29], για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, την έννοια ότι στο πλαίσιο μονομερούς δικαστικής διαδικασίας, όπως είναι η διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής στην οποία δεν μετέχει ο καταναλωτής, ο δικαστής δύναται να θεμελιώσει αμφιβολία σχετικά με τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας αποκλειστικά βάσει ενδείξεων για το ότι η επίμαχη ρήτρα έγινε δεκτή από τον καταναλωτή βάσει αθέμιτης εμπορικής πρακτικής ή η αθέμιτη εμπορική πρακτική πρέπει να διαπιστώνεται με βεβαιότητα;
6) Έχει το άρθρο 15, παράγραφος 2, της [οδηγίας 2008/48] την έννοια ότι η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται σε περιπτώσεις στις οποίες η σύμβαση πίστωσης συνδέεται με συμπληρωματικές υπηρεσίες, όπως παροχή εγγυήσεως από τρίτο έναντι αμοιβής, καθώς και ότι παρέχει στον καταναλωτή τη δυνατότητα, εκτός από τις αξιώσεις που έχει λόγω της υπαίτιας συμπεριφοράς του εγγυητή, όπως η πληρωμή μετά τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας, να προβάλει και δικονομικές ενστάσεις οι οποίες αποκλείουν την οφειλή έναντι του εγγυητή;
7) Αντιβαίνει στο άρθρο 15, παράγραφος 2, της [οδηγίας 2008/48], σε συνδυασμό με την αρχή της αποτελεσματικότητας ή –εφόσον γίνει δεκτό ότι η σύμβαση πίστωσης και η σύμβαση εγγύησης συνιστούν συνδεδεμένες πράξεις– αντιβαίνει στα άρθρα 5 και 7 της [οδηγίας 93/13], σε συνδυασμό με το σημείο 1, στοιχεία βʹ και γʹ, του παραρτήματος της οδηγίας αυτής, εθνική νομολογία κατά την οποία ο εγγυητής στο πλαίσιο σύμβασης συνδεδεμένης με σύμβαση καταναλωτικής πίστης, ο οποίος έλαβε αμοιβή από τον καταναλωτή για την εξασφάλιση της σύμβασης πίστωσης και, βάσει συμβατικής ρήτρας, προέβη σε καταβολή προς τον πιστωτικό φορέα, μολονότι είχε παρέλθει η προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 147 του [ZZD], γεγονός που κατά τη νομολογία επιφέρει την πλήρη απόσβεση της εγγύησης, δύναται παρά ταύτα να επικαλεστεί ότι υπεισήλθε στα δικαιώματα του αρχικού πιστωτή και, επικαλούμενος αντιφατική νομολογία σχετικά με την εφαρμογή του νόμου, να ζητήσει την καταβολή από τον πρωτοφειλέτη;
8) Έχει το άρθρο 3, στοιχείο ζʹ, της [οδηγίας 2008/48], σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της [οδηγίας 93/13], την έννοια ότι, σε περίπτωση που σύμβαση πίστωσης επιβάλλει την υποχρέωση σύναψης συνδεδεμένης σύμβασης εγγύησης, η οποία συνεπάγεται την αύξηση του συνολικού ποσού της οφειλής από την πίστωση, το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο (ΣΕΠΕ) που αφορά την πίστωση πρέπει να υπολογίζεται επίσης με βάση τις δόσεις, όπως αυτές αυξάνονται λόγω της αμοιβής που λαμβάνει ο εγγυητής; Ασκεί επιρροή, στην περίπτωση αυτή, το ποιος επέλεξε τον εγγυητή και εάν πρόκειται για πρόσωπο συνδεδεμένο με τον αρχικό πιστωτή;
9) Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας [2008/48] την έννοια ότι η εσφαλμένη αναγραφή του ΣΕΠΕ σε σύμβαση πίστωσης μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός καταναλωτή (δανειολήπτη) πρέπει να θεωρείται ως παράλειψη μνείας του ΣΕΠΕ στη σύμβαση πίστωσης και ότι το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εφαρμόζει τις έννομες συνέπειες που προβλέπει το εθνικό δίκαιο για την παράλειψη μνείας του ΣΕΠΕ σε σύμβαση καταναλωτικής πίστης; Πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι συνέπειες αυτές επιβάλλονται και στον εγγυητή που προέβη στην καταβολή, στο πλαίσιο της σχέσης του με τον καταναλωτή;
10) Έχει το άρθρο 23, δεύτερη περίοδος, της [οδηγίας 2008/48] την έννοια ότι η προβλεπόμενη από το εθνικό δίκαιο κύρωση, ήτοι η ακυρότητα της σύμβασης καταναλωτικής πίστης, βάσει της οποίας μόνο το χορηγηθέν κεφάλαιο είναι επιστρεπτέο, θεωρείται αναλογική στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το ΣΕΠΕ δεν αναγράφεται με σαφήνεια στη σύμβαση καταναλωτικής πίστης, καθόσον δεν περιλαμβάνει τα έξοδα για τον επιλεγέντα από τον πιστωτικό φορέα επαγγελματία εγγυητή, μολονότι το ΣΕΠΕ αναγράφεται αριθμητικώς στο κείμενο της σύμβασης πίστωσης;
11) Έχει το άρθρο 2, παράγραφος 2, της [οδηγίας 2009/138] σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II), σε συνδυασμό με το μέρος Α, σημείο 14, του παραρτήματος 1, της οδηγίας αυτής, την έννοια ότι, όσον αφορά τον εγγυητή, η κατ’ επάγγελμα άσκηση δραστηριότητας εγγυητή έναντι αμοιβής, κατά την οποία η εγγυήτρια εταιρία σε κάθε περίπτωση μη εξόφλησης καταβάλλει το συνολικό ποσό της πίστωσης που χορηγήθηκε σε καταναλωτή ως πρωτοφειλέτη και η αμοιβή, ανεξάρτητα από τη μη εξόφληση, καταβάλλεται από τον καταναλωτή με κάθε δόση του δανείου, συνιστά “δραστηριότητα ασφάλισης” κατά την έννοια της προαναφερθείσας οδηγίας;
12) Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο ενδέκατο ερώτημα: Έχει το άρθρο 14, παράγραφος 1, της [οδηγίας 2009/138] την έννοια ότι το πρόσωπο το οποίο ασκεί την αναφερόμενη στο ενδέκατο προδικαστικό ερώτημα δραστηριότητα υπέχει την υποχρέωση αδειοδότησης από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση αδειών σε ασφαλιστές;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του παραδεκτού
33 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που υποβάλλονται από το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και νομικού πλαισίου το οποίο αυτό προσδιορίζει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, θεωρούνται κατά τεκμήριο λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως που του έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν προκύπτει προδήλως ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το ζήτημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί [απόφαση της 18ης Ιουνίου 2024, Bundesrepublik Deutschland (Αποτελέσματα αποφάσεως περί χορηγήσεως του καθεστώτος πρόσφυγα), C‑753/22, EU:C:2024:524, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
34 Τούτου λεχθέντος, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν έχει ως σκοπό τη διατύπωση συμβουλευτικών γνωμών επί γενικών ή υποθετικών ζητημάτων, αλλά την κάλυψη της αδήριτης ανάγκης προς αποτελεσματική επίλυση μιας ένδικης διαφοράς η οποία αφορά το δίκαιο της Ένωσης (απόφαση της 31ης Μαΐου 2018, Confetra κ.λπ., C‑259/16 και C‑260/16, EU:C:2018:370, σκέψη 63).
35 Υπό το πρίσμα ακριβώς των ανωτέρω εκτιμήσεων πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό των υποβληθέντων ερωτημάτων.
Επί του πρώτου, του δευτέρου, του τρίτου, του τετάρτου, του πέμπτου, του έκτου, του εβδόμου, του ογδόου, του ενάτου και του δεκάτου προδικαστικού ερωτήματος
36 Η Agentsia za kontrol na prosrocheni zadalzhenia αμφισβητεί το παραδεκτό του πρώτου, του δευτέρου, του τρίτου και του τετάρτου καθώς και του έκτου, του εβδόμου, του ογδόου, του ενάτου και του δεκάτου προδικαστικού ερωτήματος, υποστηρίζοντας, κατ’ ουσίαν, ότι έχουν υποθετικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι δεν αφορούν τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων της κύριας δίκης, όπως αυτά διαπιστώθηκαν από το αιτούν δικαστήριο. Επιπλέον, το έκτο, το έβδομο και το όγδοο προδικαστικό ερώτημα δεν λαμβάνουν υπόψη την έννοια της «συνδεδεμένης σύμβασης πίστωσης», κατά το άρθρο 3, στοιχείο ιδʹ, της οδηγίας 2004/48, ενώ το δέκατο ερώτημα αντιφάσκει προς τις διατάξεις του βουλγαρικού δικαίου σχετικά με τις συνέπειες παρατυπίας ως προς τη μνεία του ΣΕΠΕ.
37 Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων των υποθέσεων της κύριας δίκης, όπως αυτές προκύπτουν από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, δεν προκύπτει προδήλως ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης που ζητείται στο πλαίσιο του πρώτου, του δευτέρου, του τρίτου και του τετάρτου καθώς και του έκτου, του εβδόμου, του ογδόου, του ενάτου και του δεκάτου προδικαστικού ερωτήματος ουδεμία σχέση έχουν με τις διαδικασίες της κύριας δίκης ή ότι τα ζητήματα που θέτει το αιτούν δικαστήριο έχουν υποθετικό χαρακτήρα. Επιπλέον, το ζήτημα αν το αιτούν δικαστήριο, διατυπώνοντας το έκτο, το έβδομο και το όγδοο προδικαστικό ερώτημα, στηρίχθηκε σε εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας της «συνδεδεμένης σύμβασης πίστωσης», κατά το άρθρο 3, στοιχείο ιδʹ, της οδηγίας 2004/48, εμπίπτει στην επί της ουσίας εξέταση των ερωτημάτων αυτών και, επομένως, δεν μπορεί να επηρεάσει το παραδεκτό τους. Τέλος, όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 33 της παρούσας αποφάσεως, δεν απόκειται στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσον η ερμηνεία του εθνικού δικαίου από το αιτούν δικαστήριο είναι βάσιμη.
38 Εξάλλου, στο μέτρο που το πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα αφορούν, όπως και το πέμπτο, την ερμηνεία της οδηγίας 93/13, υπενθυμίζεται ότι στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας εμπίπτουν, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, αυτής, οι συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας. Μολονότι από την απόφαση περί παραπομπής φαίνεται να προκύπτει ότι τα φυσικά πρόσωπα που συνήψαν τις επίμαχες στις κύριες δίκες συμβάσεις πίστωσης και εγγύησης έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως, εντούτοις, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει αν τούτο πράγματι ισχύει.
39 Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι το πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο, το πέμπτο, το έκτο, το έβδομο, το όγδοο, το ένατο και το δέκατο προδικαστικό ερώτημα είναι παραδεκτά.
Επί του ενδεκάτου και του δωδεκάτου προδικαστικού ερωτήματος
40 Με το ενδέκατο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 2009/138, σε συνδυασμό με το μέρος Α, σημείο 14, του παραρτήματος 1, της οδηγίας αυτής, έχει την έννοια ότι η κατ’ επάγγελμα άσκηση δραστηριότητας εγγυητή έναντι αμοιβής, κατά την οποία η εγγυήτρια εταιρία σε κάθε περίπτωση μη εξόφλησης καταβάλλει το συνολικό ποσό της πίστωσης που χορηγήθηκε σε καταναλωτή ως πρωτοφειλέτη και η αμοιβή, ανεξάρτητα από τη μη εξόφληση, καταβάλλεται από τον καταναλωτή με κάθε δόση του δανείου, συνιστά «δραστηριότητα ασφάλισης» κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, το αιτούν δικαστήριο, με το δωδέκατο ερώτημά του, ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/138 έχει την έννοια ότι πρόσωπο το οποίο ασκεί την ως άνω δραστηριότητα υποχρεούται να λάβει άδεια από τις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για τη χορήγηση αδειών στους ασφαλιστές.
41 Υπενθυμίζεται ότι οι υποθέσεις της κύριας δίκης έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις έκδοσης διαταγών πληρωμής για την είσπραξη χρηματικών οφειλών οι οποίες ανελήφθησαν από δανειολήπτες και εξοφλήθηκαν από εταιρίες παροχής εγγύησης οι οποίες εκχώρησαν τις απαιτήσεις τους στις αιτούσες της κύριας δίκης και ότι, στο πλαίσιο των υποθέσεων αυτών, τίθεται το ζήτημα του ενδεχομένως καταχρηστικού ή παραπλανητικού χαρακτήρα ορισμένων συμβατικών ρητρών, καθώς και των συνεπειών που πρέπει, ενδεχομένως, να συναχθούν από έναν τέτοιο χαρακτηρισμό.
42 Αρκεί όμως να σημειωθεί, χωρίς καν να είναι αναγκαίο να εξετασθεί το ζήτημα αν έχει ενδεχομένως εφαρμογή η οδηγία 2009/138, ότι η εν λόγω οδηγία δεν προβλέπει αστικές κυρώσεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεών της που διέπουν την προηγούμενη αδειοδότηση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
43 Επομένως, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου των υποθέσεων της κύριας δίκης, το ενδέκατο και το δωδέκατο ερώτημα είναι, εν πάση περιπτώσει, υποθετικής φύσεως.
44 Υπό τις συνθήκες αυτές, υπό το πρίσμα της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 34 της παρούσας αποφάσεως, το ενδέκατο και το δωδέκατο προδικαστικό ερώτημα κρίνονται απαράδεκτα.
Επί της ουσίας
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
45 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου την οποία θεσπίζει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, στο Δικαστήριο απόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο μια χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα επιλύσεως της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώσει, εφόσον είναι αναγκαίο, τα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (απόφαση της 20ής Ιουνίου 2024, Greislzel, C‑35/23, EU:C:2024:532, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
46 Εν προκειμένω, πρέπει να ληφθεί υπόψη το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το πρώτο ερώτημα, όπως το πλαίσιο αυτό προκύπτει από τις διευκρινίσεις του αιτούντος δικαστηρίου οι οποίες συνοψίζονται στη σκέψη 27 της παρούσας αποφάσεως. Επιπλέον, στο μέτρο που το εν λόγω ερώτημα αφορά τη δυνατότητα εκτιμήσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών σύμβασης εγγύησης, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, το οποίο αφορά τις συνέπειες της διαπιστώσεως του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας, δεν ασκεί επιρροή για την απάντηση στο εν λόγω ερώτημα.
47 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών σύμβασης εγγύησης που καθορίζουν τις υποχρεώσεις του εγγυητή και του πρωτοφειλέτη, σε περίπτωση κατά την οποία ο πρωτοφειλέτης συνήψε τη σύμβαση εγγύησης συγχρόνως με τη σύμβαση πίστωσης, σε συμμόρφωση με υποχρέωση που απορρέει από την τελευταία αυτή σύμβαση, ο εγγυητής είναι θυγατρική του πιστωτικού φορέα ή πρόσωπο της επιλογής του τελευταίου και τα έξοδα της εγγύησης καταβάλλονται ταυτόχρονα με τις δόσεις της σύμβασης πίστωσης.
48 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13, η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών δεν αφορά ούτε τον καθορισμό του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης ούτε το ανάλογο ή μη μεταξύ της τιμής και της αμοιβής, αφενός, και των υπηρεσιών ή αγαθών που θα παρασχεθούν ως αντάλλαγμα, αφετέρου, εφόσον οι ρήτρες αυτές είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.
49 Κατά πάγια νομολογία, από τις απαιτήσεις τόσο της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που δεν περιέχουν ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του πεδίου εφαρμογής τους πρέπει κατά κανόνα να ερμηνεύονται αυτοτελώς και ομοιόμορφα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, με βάση το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται και τον σκοπό της επίμαχης ρύθμισης (απόφαση της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai, C‑26/13, EU:C:2014:282, σκέψη 37).
50 Το ίδιο ισχύει όσον αφορά το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13, δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη δεν περιέχει ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό της έννοιας και του πεδίου εφαρμογής της.
51 Όσον αφορά την κατηγορία των συμβατικών ρητρών οι οποίες εμπίπτουν στην κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έννοια του «κυρίου αντικειμένου της σύμβασης», το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι είναι εκείνες με τις οποίες καθορίζονται οι ουσιώδεις παροχές της οικείας σύμβασης και οι οποίες, ως τέτοιες, χαρακτηρίζουν τη σύμβαση. Αντιθέτως, οι ρήτρες που έχουν παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με εκείνες που καθορίζουν την ίδια την ουσία της συμβατικής σχέσης δεν είναι δυνατόν να εμπίπτουν στην κατά την ανωτέρω διάταξη έννοια του «κυρίου αντικειμένου της σύμβασης» (απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Andriciuc κ.λπ., C‑186/16, EU:C:2017:703, σκέψεις 35 και 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
52 Από τη νομολογία αυτήν προκύπτει ότι, κατ’ αρχήν, προκειμένου να καθοριστεί αν συμβατική ρήτρα εμπίπτει στο «κύριο αντικείμενο» της σύμβασης της οποίας αποτελεί μέρος, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ουσιώδεις παροχές της οικείας σύμβασης. Το γεγονός ότι η εν λόγω σύμβαση συνήφθη από τον καταναλωτή προκειμένου να συμμορφωθεί με υποχρέωση απορρέουσα από άλλη σύμβαση την οποία αυτός συνήψε συγχρόνως δεν ασκεί συναφώς επιρροή.
53 Εντούτοις, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το σύστημα προστασίας που θέτει σε εφαρμογή η οδηγία 93/13 στηρίζεται στο σκεπτικό ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία, όσον αφορά τόσο την εξουσία διαπραγματεύσεως όσο και το επίπεδο πληροφορήσεως, κατάσταση η οποία τον υποχρεώνει να προσχωρήσει στους όρους που έχει καταρτίσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας, αδυνατώντας να επηρεάσει το περιεχόμενό τους (απόφαση της 3ης Ιουνίου 2010, Caja de Ahorros y Monte de Piedad de Madrid, C‑484/08, EU:C:2010:309, σκέψη 27).
54 Λαμβάνοντας υπόψη την ασθενέστερη αυτή θέση, η οδηγία 93/13 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν μηχανισμό που να διασφαλίζει ότι όσες συμβατικές ρήτρες δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης μπορούν να ελέγχονται προκειμένου να διαπιστωθεί ο ενδεχόμενος καταχρηστικός τους χαρακτήρας. Στο πλαίσιο αυτό, στον εθνικό δικαστή απόκειται να διαπιστώσει, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 5 της οδηγίας 93/13, αν, βάσει των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, η ρήτρα αυτή πληροί τις απαιτήσεις της καλής πίστεως, της ισορροπίας και της διαφάνειας που επιβάλλει η εν λόγω οδηγία (απόφαση της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai, C‑26/13, EU:C:2014:282, σκέψη 40).
55 Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα του ως άνω μηχανισμού θα θιγόταν σε περίπτωση που ο επαγγελματίας είχε τη δυνατότητα να αποφύγει την εκτίμηση του ενδεχόμενου καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών που δεν εμπίπτουν στο κύριο αντικείμενο σύμβασης που συνάπτεται με καταναλωτή, περιλαμβάνοντας τις ρήτρες αυτές σε χωριστή παρεπόμενη σύμβαση της οποίας αποτελούν το κύριο αντικείμενο και την οποία σύμβαση ο καταναλωτής συνάπτει, κατόπιν αιτήματος του επαγγελματία, με θυγατρική του επαγγελματία ή με πρόσωπο της επιλογής του τελευταίου.
56 Σε μια τέτοια περίπτωση, οι δύο συμβάσεις πρέπει να εκλαμβάνονται ως σύνολο και, κατά συνέπεια, να εκτιμάται ο ενδεχόμενος καταχρηστικός χαρακτήρας των ρητρών οι οποίες περιλαμβάνονται στη χωριστή σύμβαση, υπό την προϋπόθεση ότι δεν εμπίπτουν στο κύριο αντικείμενο της συμβατικής σχέσης μεταξύ, αφενός, του επαγγελματία και, αφετέρου, του καταναλωτή.
57 Η ως άνω εκτίμηση επιρρωννύεται, αφενός, από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, κατά το οποίο ο καταχρηστικός χαρακτήρας μιας συμβατικής ρήτρας κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη, μεταξύ άλλων, όλες οι κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιέβαλαν την εν λόγω σύναψη, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Αφετέρου, η εκτίμηση αυτή επιρρωννύεται από το γεγονός ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας πρέπει να ερμηνεύεται στενά, δεδομένου ότι εισάγει εξαίρεση από τον μηχανισμό του επί της ουσίας ελέγχου των καταχρηστικών ρητρών, όπως προβλέπεται στο πλαίσιο του συστήματος προστασίας των καταναλωτών που καθιερώνει η εν λόγω οδηγία (απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Andriciuc κ.λπ., C‑186/16, EU:C:2017:703, σκέψη 34 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
58 Κατά συνέπεια, όταν, σε υποθέσεις όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, ο καταναλωτής συνάπτει, συγχρόνως με τη σύμβαση πίστωσης, σύμβαση εγγύησης με θυγατρική του πιστωτικού φορέα ή με πρόσωπο της επιλογής του τελευταίου, η δε σύναψη της δεύτερης αυτής σύμβασης αποτελεί προϋπόθεση είτε για τη χορήγηση της πίστωσης είτε για την ταχύτερη αποδέσμευση των κεφαλαίων του δανείου και τα έξοδα της εγγύησης καταβάλλονται ταυτόχρονα με τις δόσεις της σύμβασης πίστωσης, το γεγονός ότι οι υποχρεώσεις του εγγυητή και του πρωτοφειλέτη καθορίζονται σε σύμβαση εγγύησης διαφορετική από τη σύμβαση πίστωσης δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την υπαγωγή των ρητρών της σύμβασης εγγύησης στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13, διότι άλλως η προστασία της οποίας πρέπει να απολαύει ο καταναλωτής, ο οποίος βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία, θα καταστεί κενή περιεχομένου.
59 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται στην εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών σύμβασης εγγύησης που καθορίζουν τις υποχρεώσεις του εγγυητή και του πρωτοφειλέτη, σε περίπτωση κατά την οποία ο πρωτοφειλέτης συνήψε τη σύμβαση εγγύησης συγχρόνως με τη σύμβαση πίστωσης, σε συμμόρφωση με υποχρέωση που απορρέει από την τελευταία αυτή σύμβαση, ο εγγυητής είναι θυγατρική του πιστωτικού φορέα ή πρόσωπο της επιλογής του τελευταίου και τα έξοδα της εγγύησης καταβάλλονται ταυτόχρονα με τις δόσεις της σύμβασης πίστωσης.
Επί του δευτέρου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
60 Με το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το σημείο 1, στοιχεία θʹ, ιʹ και μʹ, του παραρτήματος της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι εμπίπτει σε κάποια από τις διατάξεις αυτές ρήτρα με την οποία ο καταναλωτής αναλαμβάνει, στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης, την υποχρέωση να συνάψει σύμβαση εγγύησης με εγγυητή της επιλογής του πιστωτικού φορέα, χωρίς η ταυτότητα του εγγυητή και το περιεχόμενο των ρητρών της εν λόγω σύμβασης εγγύησης να είναι γνωστά στον καταναλωτή κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης πίστωσης.
61 Όπως ορίζει το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/13, το παράρτημα της οδηγίας περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που είναι δυνατόν να κηρυχθούν καταχρηστικές. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ιδίως, όπως προκύπτει, αντιστοίχως, από το σημείο 1, στοιχεία θʹ, ιʹ και μʹ, του εν λόγω παραρτήματος, οι ρήτρες οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα, πρώτον, να συναχθεί αμάχητα η εκ μέρους του καταναλωτή αποδοχή ρητρών τις οποίες δεν είχε καμία πραγματική δυνατότητα να γνωρίζει πριν συνάψει τη σύμβαση, δεύτερον, να επιτραπεί στον επαγγελματία να τροποποιεί μονομερώς τους όρους της σύμβασης χωρίς σοβαρό λόγο ο οποίος να προβλέπεται στη σύμβαση και, τρίτον, να παρασχεθεί στον επαγγελματία το δικαίωμα να καθορίζει εάν τα εμπορεύματα που παραδίδονται ή οι υπηρεσίες που παρέχονται είναι σύμφωνες με τους όρους της σύμβασης, ή να του παρασχεθεί το αποκλειστικό δικαίωμα να ερμηνεύει μια οποιαδήποτε ρήτρα της σύμβασης.
62 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ρήτρα με την οποία ο καταναλωτής αναλαμβάνει, στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης, την υποχρέωση να συνάψει σύμβαση εγγύησης με εγγυητή της επιλογής του πιστωτικού φορέα, χωρίς η ταυτότητα του εγγυητή και το περιεχόμενο των ρητρών της εν λόγω σύμβασης εγγύησης να είναι γνωστά στον καταναλωτή κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης πίστωσης, δεν αντιστοιχεί σε καμία από τις περιπτώσεις των στοιχείων θʹ, ιʹ ή μʹ του παραρτήματος της οδηγίας 93/13. Όσον αφορά, ειδικότερα, το στοιχείο θʹ, επισημαίνεται ότι η απλή ανάληψη από τον καταναλωτή, κατά τη σύναψη σύμβασης πίστωσης, της υποχρέωσης να συνάψει σύμβαση εγγύησης με εγγυητή της επιλογής του πιστωτικού φορέα δεν ισοδυναμεί με αποδοχή εκ μέρους του καταναλωτή των ρητρών σύμβασης εγγύησης τις οποίες δεν είχε δυνατότητα να γνωρίζει, δεδομένου ότι, προκειμένου να συμμορφωθεί με την εν λόγω υποχρέωση, ο καταναλωτής οφείλει να συνάψει τη σύμβαση εγγύησης μεταγενέστερα.
63 Κατόπιν των ανωτέρω διευκρινίσεων, υπενθυμίζεται ότι ο κατάλογος των ρητρών που είναι δυνατόν να κηρυχθούν καταχρηστικές, ο οποίος παρατίθεται στο παράρτημα της οδηγίας 93/13, είναι απλώς ενδεικτικός. Κατά συνέπεια, στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει αν ρήτρα σύμβασης πίστωσης με την οποία ο καταναλωτής αναλαμβάνει την υποχρέωση να συνάψει σύμβαση εγγύησης με εγγυητή της επιλογής του πιστωτικού φορέα, χωρίς η ταυτότητα του εγγυητή και το περιεχόμενο των ρητρών της εν λόγω σύμβασης εγγύησης να είναι γνωστά στον καταναλωτή κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης πίστωσης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή, παρά την απαίτηση καλής πίστης, σημαντική ανισορροπία, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της ως άνω οδηγίας, ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση πίστωσης, με συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, να πρέπει να χαρακτηριστεί η εν λόγω ρήτρα ως «καταχρηστική» και να συναχθούν οι συνέπειες του χαρακτηρισμού αυτού για το κύρος της ρήτρας και, ενδεχομένως, της σύμβασης της οποίας αυτή αποτελεί μέρος.
64 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το σημείο 1, στοιχεία θʹ, ιʹ και μʹ, του παραρτήματος της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι δεν εμπίπτει στις διατάξεις αυτές ρήτρα με την οποία ο καταναλωτής αναλαμβάνει, στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης, την υποχρέωση να συνάψει σύμβαση εγγύησης με εγγυητή της επιλογής του πιστωτικού φορέα, χωρίς η ταυτότητα του εγγυητή και το περιεχόμενο των ρητρών της εν λόγω σύμβασης εγγύησης να είναι γνωστά στον καταναλωτή κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης πίστωσης.
Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
65 Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα υποβάλλεται, αφενός, υπό το πρίσμα της νομολογίας κατά την οποία, μολονότι η διαπίστωση του αθέμιτου χαρακτήρα εμπορικής πρακτικής δεν αρκεί για να αποδείξει αυτομάτως και άνευ ετέρου τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας, εντούτοις αποτελεί ένα από τα στοιχεία στα οποία το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών μιας σύμβασης, εκτίμηση για την οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, όλες οι περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2018, Bankia, C‑109/17, EU:C:2018:735, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Αφετέρου, από τη διατύπωση του εν λόγω ερωτήματος προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η κατάσταση στην οποία αναφέρεται το ερώτημα αυτό μπορεί πάντοτε να θεωρηθεί ως επιθετική εμπορική πρακτική. Το άρθρο 5, παράγραφος 5, και το παράρτημα I της οδηγίας 2005/29 είναι κρίσιμα για την απάντηση στο ερώτημα αυτό.
66 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το ως άνω ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 8 της οδηγίας 2005/29, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 5, και το παράρτημα I αυτής, έχει την έννοια ότι η προσθήκη, στις συμβάσεις πίστωσης, ρήτρας βάσει της οποίας ο καταναλωτής οφείλει να συνάψει σύμβαση εγγύησης με πρόσωπο το οποίο επιλέγεται από τον πιστωτικό φορέα συνιστά επιθετική εμπορική πρακτική υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις.
67 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το κεφάλαιο 2 της οδηγίας 2005/29, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αθέμιτες εμπορικές πρακτικές», περιλαμβάνει δύο τμήματα και, συγκεκριμένα, το τμήμα 1, σχετικά με τις παραπλανητικές εμπορικές πρακτικές, και το τμήμα 2, σχετικά με τις επιθετικές εμπορικές πρακτικές.
68 Το άρθρο 5 της ως άνω οδηγίας, το οποίο περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 2 αυτής, απαγορεύει, στην παράγραφο 1, τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές ενώ, στην παράγραφο 2, καθορίζει τα κριτήρια βάσει των οποίων διαπιστώνεται αν μια εμπορική πρακτική έχει αθέμιτο χαρακτήρα. Το εν λόγω άρθρο 5 διευκρινίζει, στην παράγραφο 4, ότι αθέμιτες είναι, ιδίως, οι εμπορικές πρακτικές οι οποίες είναι «παραπλανητικές», κατά την έννοια των άρθρων 6 και 7 της οδηγίας 2005/29, και εκείνες οι οποίες είναι «επιθετικές», κατά την έννοια των άρθρων 8 και 9 της εν λόγω οδηγίας. Επιπλέον, στην παράγραφο 5 του εν λόγω άρθρου 5 προβλέπεται ότι το παράρτημα Ι της οδηγίας 2005/29 περιέχει τον κατάλογο των εμπορικών πρακτικών που θεωρούνται αθέμιτες υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις και ότι ο συγκεκριμένος κατάλογος, ο οποίος ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη, μπορεί να τροποποιηθεί μόνο με αναθεώρηση της οδηγίας. Ο εν λόγω κατάλογος απαριθμεί, στα σημεία 1 έως 23, τις παραπλανητικές, υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, εμπορικές πρακτικές και, στα σημεία 24 έως 31, τις επιθετικές, υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, εμπορικές πρακτικές.
69 Συναφώς, στην αιτιολογική σκέψη 17 της οδηγίας 2005/29 διευκρινίζεται ότι, χάριν μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου, μόνον οι πρακτικές που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι μπορούν να θεωρηθούν αθέμιτες υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, χωρίς να απαιτείται κατά περίπτωση εκτίμηση βάσει των διατάξεων των άρθρων 5 έως 9 της εν λόγω οδηγίας (απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2024, Compass Banca, C‑646/22, EU:C:2024:957, σκέψη 66).
70 Δεδομένου ότι το παράρτημα I της οδηγίας 2005/29 συνιστά πλήρη και εξαντλητικό κατάλογο των εμπορικών πρακτικών που θεωρούνται αθέμιτες υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, εμπορική πρακτική όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης μπορεί να χαρακτηρισθεί ως επιθετική εμπορική πρακτική υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας, μόνον εφόσον αντιστοιχεί σε κάποια από τις περιπτώσεις που απαριθμούνται στα σημεία 24 έως 31 του εν λόγω παραρτήματος (πρβλ. απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2024, Compass Banca, C‑646/22, EU:C:2024:957, σκέψη 67).
71 Ωστόσο, από την απλή ανάγνωση των σημείων 24 έως 31 διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει τέτοια αντιστοιχία.
72 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8 της οδηγίας 2005/29, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 5, και το παράρτημα I αυτής, έχει την έννοια ότι η προσθήκη, στις συμβάσεις πίστωσης, ρήτρας βάσει της οποίας ο καταναλωτής οφείλει να συνάψει σύμβαση εγγύησης με πρόσωπο το οποίο επιλέγεται από τον πιστωτικό φορέα δεν συνιστά επιθετική εμπορική πρακτική υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις.
Επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος
73 Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, ενώ το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα παραπέμπει, σύμφωνα με τη διατύπωσή του, στο άρθρο 4, παράγραφος 1, και στο άρθρο 7 της οδηγίας 93/13, η υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές περιλαμβάνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας. Επιπλέον, μολονότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρθηκε στο άρθρο 8 της οδηγίας 2005/29, το οποίο αφορά τις επιθετικές εμπορικές πρακτικές, το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα αφορά, γενικότερα, τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, κατά την έννοια του άρθρου 5 της εν λόγω οδηγίας, στις οποίες εμπίπτουν οι επιθετικές εμπορικές πρακτικές ως απλή υποκατηγορία.
74 Υπό το πρίσμα των ανωτέρω διευκρινίσεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο υποβάλλεται για την περίπτωση αρνητικής απάντησης στο τέταρτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής, στο πλαίσιο διαδικασίας στην οποία ο οφειλέτης‑καταναλωτής δεν μετέχει μέχρι την έκδοση της εν λόγω διαταγής πληρωμής, δύναται να αποκλείσει αυτεπαγγέλτως την εφαρμογή ρήτρας της σύμβασης καταναλωτικής πίστης που έχει συναφθεί μεταξύ του καταναλωτή και του οικείου επαγγελματία, απλώς και μόνον επειδή διατηρεί αμφιβολίες ως προς το αν τυχόν ο καταναλωτής αποδέχθηκε τη ρήτρα αυτή λόγω αθέμιτης εμπορικής πρακτικής, κατά την έννοια του άρθρου 5 της οδηγίας 2005/29, ή αν η ύπαρξη της αθέμιτης αυτής εμπορικής πρακτικής πρέπει να αποδεικνύεται με βεβαιότητα.
75 Συναφώς, από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 65 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι η διαπίστωση ότι μια εμπορική πρακτική είναι αθέμιτη αποτελεί απλώς ένα από τα στοιχεία στα οποία το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών μιας σύμβασης. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να αποφασίσει κατά πόσον τα γενικά κριτήρια που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 93/13 έχουν εφαρμογή στη συγκεκριμένη ρήτρα, η οποία πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με όλες τις περιστάσεις της οικείας περίπτωσης (πρβλ. απόφαση της 15ης Μαρτίου 2012, Pereničová και Perenič, C‑453/10, EU:C:2012:144, σκέψη 44).
76 Κατά συνέπεια, προκειμένου να διαπιστωθεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας ρήτρας η οποία περιλαμβάνεται σε σύμβαση συναφθείσα μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, ουδόλως είναι αναγκαίο να αποδειχθεί η ύπαρξη αθέμιτης εμπορικής πρακτικής, μολονότι η ύπαρξη αμφιβολίας επ’ αυτού αποτελεί στοιχείο δυνάμενο να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση περί της οποίας έγινε λόγος στην προηγούμενη σκέψη. Εντούτοις, γεγονός παραμένει ότι το αρμόδιο δικαστήριο δύναται να αφήσει ανεφάρμοστη ρήτρα τέτοιας σύμβασης μόνον εφόσον έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι η ρήτρα αυτή έχει καταχρηστικό χαρακτήρα, χωρίς να αρκεί απλή αμφιβολία ως προς το ζήτημα αυτό.
77 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι μολονότι το εθνικό δικαστήριο, αφήνοντας ανεφάρμοστη μια τέτοια καταχρηστική ρήτρα, προκειμένου αυτή να μην παραγάγει δεσμευτικά αποτελέσματα έναντι του οικείου καταναλωτή, θεραπεύει την ανισορροπία μεταξύ του επαγγελματία και του καταναλωτή, ωστόσο, δύναται να ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο μόνον υπό την προϋπόθεση ότι έχει στη διάθεσή του τα αναγκαία προς τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία. Επομένως, εφόσον συντρέχει λόγος το εθνικό δικαστήριο οφείλει, εάν ο ενδιαφερόμενος καταναλωτής δεν έχει διατυπώσει αντιρρήσεις, εν ανάγκη δε αυτεπαγγέλτως, να διατάξει τη διεξαγωγή αποδείξεων προς συμπλήρωση της δικογραφίας και να ζητήσει από τους διαδίκους, τηρουμένης της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, να του παράσχουν συμπληρωματικές πληροφορίες προς τούτο. Το σκεπτικό αυτό ισχύει και για τη διαδικασία εκδόσεως διαταγής πληρωμής [απόφαση της 30ής Ιουνίου 2022, Profi Credit Bulgaria (Αυτεπάγγελτος συμψηφισμός σε περίπτωση καταχρηστικής ρήτρας), C‑170/21, EU:C:2024:263, σκέψεις 31 έως 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
78 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής, στο πλαίσιο διαδικασίας στην οποία ο οφειλέτης-καταναλωτής δεν μετέχει μέχρι την έκδοση της διαταγής πληρωμής, δεν δύναται να αποκλείσει αυτεπαγγέλτως την εφαρμογή ρήτρας της σύμβασης καταναλωτικής πίστης που έχει συναφθεί μεταξύ του καταναλωτή και του οικείου επαγγελματία εάν δεν έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι η ρήτρα αυτή πρέπει να χαρακτηριστεί ως «καταχρηστική» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας. Εντούτοις, η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το αν τυχόν ο καταναλωτής αποδέχθηκε τη ρήτρα αυτή λόγω αθέμιτης εμπορικής πρακτικής, κατά την έννοια του άρθρου 5 της οδηγίας 2005/29, μπορεί να συνιστά ένα από τα στοιχεία τα οποία μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση του ενδεχομένως καταχρηστικού χαρακτήρα της επίμαχης ρήτρας.
Επί του έκτου και του εβδόμου προδικαστικού ερωτήματος
79 Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι με το έβδομο προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο θέτει, κατ’ ουσίαν, το ζήτημα της συμβατότητας της εθνικής νομολογίας με τα άρθρα 5 και 7, καθώς και με το παράρτημα 1, στοιχεία βʹ και γʹ, της οδηγίας 93/13. Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 23 των προτάσεών του, οι διατάξεις αυτές αφορούν την ερμηνεία των ρητρών των συμβάσεων που συνάπτονται μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία και τον ενδεχόμενο καταχρηστικό χαρακτήρα τέτοιων ρητρών και όχι τις συνέπειες που απορρέουν άμεσα από την εφαρμογή του εθνικού δικαίου και της σχετικής νομολογίας, χωρίς να πηγάζουν από ρήτρα της σύμβασης.
80 Επομένως, στο έκτο και το έβδομο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί απάντηση αποκλειστικώς βάσει της οδηγίας 2008/48, με την επισήμανση ότι με τα ερωτήματα αυτά ζητείται να προσδιοριστεί κατά πόσον το άρθρο 15, παράγραφος 2, της οδηγίας εφαρμόζεται ενδεχομένως σε συμβάσεις πίστωσης όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, ότι η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται μόνο στις «συνδεδεμένες συμβάσεις πίστωσης», κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας, και ότι η έννοια της «συνδεδεμένης σύμβασης πίστωσης» ορίζεται στο άρθρο 3, στοιχείο ιδʹ, της οδηγίας.
81 Υπό το πρίσμα των ως άνω στοιχείων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το έκτο και το έβδομο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν ο όρος «συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης», κατά το άρθρο 3, στοιχείο ιδʹ, της οδηγίας 2008/48, έχει την έννοια ότι καταλαμβάνει σύμβαση πίστωσης της οποίας η σύναψη συνδέεται αποκλειστικώς και μόνο με τη σύναψη σύμβασης εγγύησης με τρίτον έναντι σχετικής αμοιβής, και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, αν το άρθρο 15, παράγραφος 2, της οδηγίας έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομολογία κατά την οποία εγγυητής στο πλαίσιο σύμβασης εγγύησης, ο οποίος λαμβάνει αμοιβή από τον πρωτοφειλέτη και έχει καταβάλει στον αρχικό πιστωτή τα οφειλόμενα για το δάνειο ποσά μετά την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας η οποία έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη απόσβεση της εγγυήσεως, δύναται, παρά ταύτα, να επικαλεστεί ότι έχει υποκατασταθεί στα δικαιώματα του εν λόγω πιστωτή και να απαιτήσει από τον πρωτοφειλέτη την καταβολή των κατά τα ανωτέρω καταβληθέντων ποσών.
82 Από το άρθρο 3, στοιχείο ιδʹ, της οδηγίας 2008/48 προκύπτει ότι η έννοια της «συνδεδεμένης σύμβασης πίστωσης», για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας, αφορά σύμβαση πίστωσης δυνάμει της οποίας, αφενός, η επίμαχη πίστωση χρησιμεύει αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση σύμβασης που αφορά την προμήθεια συγκεκριμένων αγαθών ή την παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας και, αφετέρου, οι δύο αυτές συμβάσεις συνιστούν, αντικειμενικά, μία οικονομική ενότητα. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς.
83 Ωστόσο, δεν είναι προδήλως δυνατό να θεωρηθεί ότι μια σύμβαση πίστωσης της οποίας η σύναψη συνδέεται αποκλειστικώς και μόνο με τη σύναψη σύμβασης εγγύησης χρησιμεύει για τη χρηματοδότηση της εν λόγω σύμβασης εγγύησης.
84 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τέτοιες συμβάσεις πίστωσης δεν πληρούν την πρώτη από τις σωρευτικές προϋποθέσεις των οποίων η συνδρομή χαρακτηρίζει την έννοια της «συνδεδεμένης σύμβασης πίστωσης», κατά το άρθρο 3, στοιχείο ιδʹ, της οδηγίας 2008/48. Επομένως, το γεγονός ότι οι συμβάσεις αυτές αποτελούν οικονομική ενότητα με σύμβαση εγγύησης η οποία παρέχεται από τρίτο έναντι σχετικής αμοιβής, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένο, δεν σημαίνει ότι οι εν λόγω συμβάσεις εμπίπτουν στην έννοια αυτή και, ως εκ τούτου, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας.
85 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο έκτο και το έβδομο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο όρος «συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης», κατά το άρθρο 3, στοιχείο ιδʹ, της οδηγίας 2008/48, έχει την έννοια ότι δεν καταλαμβάνει σύμβαση πίστωσης της οποίας η σύναψη συνδέεται αποκλειστικώς και μόνο με τη σύναψη σύμβασης εγγύησης με τρίτον έναντι σχετικής αμοιβής.
Επί του ογδόου προδικαστικού ερωτήματος
86 Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι το άρθρο 5 της οδηγίας 93/13, στο οποίο αναφέρεται το όγδοο προδικαστικό ερώτημα, δεν έχει σημασία για το ζήτημα το οποίο αφορά το εν λόγω ερώτημα.
87 Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το όγδοο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 3, στοιχεία ζʹ και θʹ, της οδηγίας 2008/48 έχει την έννοια ότι τα έξοδα που συνδέονται με σύμβαση εγγύησης, η σύναψη της οποίας επιβάλλεται στον οφειλέτη δυνάμει ρήτρας της σύμβασης πίστωσης την οποία έχει συνάψει, και τα οποία συνεπάγονται αύξηση του συνολικού ποσού της οφειλής εμπίπτουν στην έννοια του «συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή» και, κατά συνέπεια, στην έννοια του «ΣΕΠΕ».
88 Κατά το άρθρο 3, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2008/48, το «συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή» περιλαμβάνει το σύνολο των επιβαρύνσεων, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, των προμηθειών, των φόρων και των κάθε άλλου είδους αμοιβών, που καλείται να πληρώσει ο καταναλωτής για τη σύμβαση πίστωσης και τα οποία γνωρίζει ο πιστωτικός φορέας, πλην των συμβολαιογραφικών δαπανών. Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, οι επιβαρύνσεις αυτές περιλαμβάνουν και τα έξοδα που αφορούν συμπληρωματικές υπηρεσίες σχετικές με τη σύμβαση πίστωσης, εφόσον, επιπλέον, η σύναψη της σύμβασης υπηρεσίας είναι υποχρεωτική για την έγκριση της πίστωσης ή για τη χορήγησή της υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαφημίζονται.
89 Δυνάμει του άρθρου 3, στοιχείο θʹ, της οδηγίας 2008/48, το ΣΕΠΕ αντιστοιχεί προς το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, εκφραζόμενο ως ετήσιο ποσοστό του συνολικού ποσού της πίστωσης, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του κόστους σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας.
90 Προκειμένου να διασφαλιστεί ευρεία προστασία των καταναλωτών, ο νομοθέτης της Ένωσης προέκρινε έναν ευρύ ορισμό της έννοιας του «συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή», ο οποίος εκτείνεται στο σύνολο των επιβαρύνσεων που καλείται να πληρώσει ο καταναλωτής για τη σύμβαση πίστωσης και τις οποίες γνωρίζει ο πιστωτικός φορέας [απόφαση της 21ης Μαρτίου 2024, Profi Credit Bulgaria (Συμπληρωματικές υπηρεσίες σχετικές με τη σύμβαση πίστωσης), C‑714/22, EU:C:2024:263, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
91 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η αιτιολογική σκέψη 22 της οδηγίας 2008/48 αναφέρει αφενός ότι ο πιστωτικός φορέας τεκμαίρεται ότι γνωρίζει το κόστος των συμπληρωματικών υπηρεσιών τις οποίες προσφέρει ο ίδιος ή για λογαριασμό τρίτου στον καταναλωτή, εκτός εάν η τιμή εξαρτάται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή την κατάσταση του καταναλωτή, και αφετέρου ότι, ακόμη και αν το ύψος του κόστους των εν λόγω συμπληρωματικών υπηρεσιών δεν μπορεί να καθοριστεί εκ των προτέρων, οι καταναλωτές θα πρέπει να λαμβάνουν επαρκείς πληροφορίες για την ύπαρξη τέτοιων επιβαρύνσεων κατά το προσυμβατικό στάδιο.
92 Το όγδοο ερώτημα αφορά την περίπτωση σύμβασης πίστωσης η οποία επιβάλλει στον οφειλέτη την υποχρέωση να συνάψει σύμβαση εγγύησης, προκειμένου να λάβει την πίστωση. Επομένως, η παροχή εγγύησης, δυνάμει της τελευταίας αυτής σύμβασης, συνιστά υπηρεσία συνδεόμενη με τη σύμβαση πίστωσης, κατά την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2008/48, και, στο μέτρο που η σύναψη της συμβάσεως εγγύησης είναι υποχρεωτική για την ίδια χορήγηση της πίστωσης, τα σχετικά με τη σύμβαση εγγύησης έξοδα αποτελούν μέρος του «συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή», σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη. Επομένως, δυνάμει του ίδιου άρθρου, στοιχείο θʹ, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του ΣΕΠΕ.
93 Κατά συνέπεια, στο όγδοο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3, στοιχεία ζʹ και θʹ, της οδηγίας 2008/48 έχει την έννοια ότι τα έξοδα που συνδέονται με σύμβαση εγγύησης, η σύναψη της οποίας επιβάλλεται στον οφειλέτη δυνάμει ρήτρας της σύμβασης πίστωσης την οποία έχε συνάψει, και τα οποία συνεπάγονται αύξηση του συνολικού ποσού της οφειλής εμπίπτουν στην έννοια του «συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή» και, κατά συνέπεια, στην έννοια του «ΣΕΠΕ».
Επί του ενάτου και του δεκάτου προδικαστικού ερωτήματος
94 Με το ένατο και το δέκατο προδικαστικό ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, και το άρθρο 23 της οδηγίας 2008/48 έχουν την έννοια ότι, όταν σε σύμβαση καταναλωτικής πίστης δεν αναγράφεται ΣΕΠΕ το οποίο να περιλαμβάνει όλα τα έξοδα που προβλέπονται στο άρθρο 3, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας, οι εν λόγω διατάξεις αντιτίθενται στο να θεωρείται η σύμβαση αυτή ως μη υποκείμενη σε τόκους και έξοδα, με αποτέλεσμα η ακύρωσή της να συνεπάγεται ότι μόνον το χορηγηθέν κεφάλαιο είναι επιστρεπτέο από τον οικείο καταναλωτή.
95 Υπενθυμίζεται, αφενός, ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, της οδηγίας 2008/48 προβαίνει σε πλήρη εναρμόνιση όσον αφορά τα στοιχεία που πρέπει υποχρεωτικώς να περιλαμβάνονται σε σύμβαση πίστωσης. Προς τούτο, το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας αυτής προβλέπει ότι η σύμβαση πίστωσης πρέπει να προσδιορίζει, με τρόπο σαφή και ευσύνοπτο, το ΣΕΠΕ και το συνολικό ποσό που πρέπει να πληρώσει ο καταναλωτής, υπολογιζόμενα κατά τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης πίστωσης [απόφαση της 21ης Μαρτίου 2024, Profi Credit Bulgaria (Συμπληρωματικές υπηρεσίες σχετικές με τη σύμβαση πίστωσης), C‑714/22, EU:C:2024:263, σκέψη 50].
96 Από τη νομολογία προκύπτει ότι η μνεία του ΣΕΠΕ στη σύμβαση πίστωσης έχει ουσιώδη σημασία, ιδίως στο μέτρο που παρέχει στον καταναλωτή τη δυνατότητα να εκτιμήσει την έκταση της δεσμεύσεώς του [απόφαση της 21ης Μαρτίου 2024, Profi Credit Bulgaria (Συμπληρωματικές υπηρεσίες σχετικές με τη σύμβαση πίστωσης), C‑714/22, EU:C:2024:263, σκέψη 51].
97 Αφετέρου, από το άρθρο 23 της οδηγίας 2008/48, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής της σκέψης 47, προκύπτει ότι, μολονότι η επιλογή των κανόνων για τις κυρώσεις που επισύρουν οι παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει της οδηγίας αυτής επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών, οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τούτο συνεπάγεται ότι η αυστηρότητα των εν λόγω κυρώσεων πρέπει να συνάδει με τη σοβαρότητα των παραβάσεων τις οποίες αυτές κολάζουν, διασφαλίζοντας ιδίως ένα όντως αποτρεπτικό αποτέλεσμα, τηρουμένης της γενικής αρχής της αναλογικότητας [απόφαση της 21ης Μαρτίου 2024, Profi Credit Bulgaria (Συμπληρωματικές υπηρεσίες σχετικές με τη σύμβαση πίστωσης), C‑714/22, EU:C:2024:263, σκέψη 52].
98 Λαμβανομένης υπόψη της ουσιώδους σημασίας που έχει για τον καταναλωτή η μνεία του ΣΕΠΕ σε μια τέτοια σύμβαση, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο εθνικός δικαστής μπορεί να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι η παράλειψη της μνείας αυτής έχει ως συνέπεια ότι η εγκριθείσα πίστωση λογίζεται ως μη υποκείμενη σε τόκους και έξοδα [απόφαση της 21ης Μαρτίου 2024, Profi Credit Bulgaria (Συμπληρωματικές υπηρεσίες σχετικές με τη σύμβαση πίστωσης), C‑714/22, EU:C:2024:263, σκέψη 53].
99 Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι, σε περίπτωση κατά την οποία σε σύμβαση πίστωσης αναγράφεται εκτιμώμενο ΣΕΠΕ, το ακριβές ύψος του οποίου αναμένεται να προσδιοριστεί μετά τη χορήγηση της πίστωσης, η ως άνω κύρωση της έκπτωσης του πιστωτικού φορέα από το δικαίωμα είσπραξης τόκων και εξόδων πρέπει να θεωρείται σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, κατά την έννοια του άρθρου 23 της οδηγίας 2008/48 [απόφαση της 21ης Μαρτίου 2024, Profi Credit Bulgaria (Συμπληρωματικές υπηρεσίες σχετικές με τη σύμβαση πίστωσης), C‑714/22, EU:C:2024:263, σκέψη 54].
100 Επομένως, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, του ουσιώδους χαρακτήρα της μνείας του ΣΕΠΕ σε σύμβαση καταναλωτικής πίστης, προκειμένου οι καταναλωτές να είναι σε θέση να γνωρίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, και, αφετέρου, της απαίτησης να περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του επιτοκίου αυτού όλα τα έξοδα που απαριθμεί το άρθρο 3, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 2008/48, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αναγραφή ΣΕΠΕ το οποίο δεν αντανακλά πιστά το σύνολο του κόστους αυτού στερεί από τον καταναλωτή τη δυνατότητα να προσδιορίσει την έκταση της δέσμευσής του με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και η έλλειψη μνείας του επιτοκίου αυτού. Κατά συνέπεια, η κύρωση της έκπτωσης του πιστωτικού φορέα από το δικαίωμά του να εισπράξει τόκους και έξοδα, σε περίπτωση αναγραφής ενός ΣΕΠΕ που δεν περιλαμβάνει το σύνολο των εν λόγω εξόδων, αντανακλά τη σοβαρότητα της παράβασης αυτής και έχει αποτρεπτικό και αναλογικό χαρακτήρα [απόφαση της 21ης Μαρτίου 2024, Profi Credit Bulgaria (Συμπληρωματικές υπηρεσίες σχετικές με τη σύμβαση πίστωσης), C‑714/22, EU:C:2024:263, σκέψη 55].
101 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο ένατο και το δέκατο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, και το άρθρο 23 της οδηγίας 2008/48 έχουν την έννοια ότι, όταν σε σύμβαση καταναλωτικής πίστης δεν αναγράφεται ΣΕΠΕ το οποίο να περιλαμβάνει όλα τα έξοδα που προβλέπονται στο άρθρο 3, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας, οι εν λόγω διατάξεις δεν αντιτίθενται στο να θεωρείται η σύμβαση αυτή ως μη υποκείμενη σε τόκους και έξοδα, με αποτέλεσμα η ακύρωσή της να συνεπάγεται ότι μόνον το χορηγηθέν κεφάλαιο είναι επιστρεπτέο από τον οικείο καταναλωτή.
Επί των δικαστικών εξόδων
102 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δέκατο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές,
έχει την έννοια ότι:
δεν αντιτίθεται στην εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα των ρητρών σύμβασης εγγύησης που καθορίζουν τις υποχρεώσεις του εγγυητή και του πρωτοφειλέτη, σε περίπτωση κατά την οποία ο πρωτοφειλέτης συνήψε τη σύμβαση εγγύησης συγχρόνως με τη σύμβαση πίστωσης, σε συμμόρφωση με υποχρέωση που απορρέει από την τελευταία αυτή σύμβαση, ο εγγυητής είναι θυγατρική του πιστωτικού φορέα ή πρόσωπο της επιλογής του τελευταίου και τα έξοδα της εγγύησης καταβάλλονται ταυτόχρονα με τις δόσεις της σύμβασης πίστωσης.
2) Το σημείο 1, στοιχεία θʹ, ιʹ και μʹ, του παραρτήματος της οδηγίας 93/13
έχει την έννοια ότι:
δεν εμπίπτει στις διατάξεις αυτές ρήτρα με την οποία ο καταναλωτής αναλαμβάνει, στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης, την υποχρέωση να συνάψει σύμβαση εγγύησης με εγγυητή της επιλογής του πιστωτικού φορέα, χωρίς η ταυτότητα του εγγυητή και το περιεχόμενο των ρητρών της εν λόγω σύμβασης εγγύησης να είναι γνωστά στον καταναλωτή κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης πίστωσης.
3) Το άρθρο 8 της οδηγίας 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 5, και το παράρτημα Ι της εν λόγω οδηγίας,
έχει την έννοια ότι:
η προσθήκη, στις συμβάσεις πίστωσης, ρήτρας βάσει της οποίας ο καταναλωτής οφείλει να συνάψει σύμβαση εγγύησης με πρόσωπο το οποίο επιλέγεται από τον πιστωτικό φορέα δεν συνιστά επιθετική εμπορική πρακτική υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις.
4) Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13
έχει την έννοια ότι:
το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται αιτήσεως για την έκδοση διαταγής πληρωμής, στο πλαίσιο διαδικασίας στην οποία ο οφειλέτης‑καταναλωτής δεν μετέχει μέχρι την έκδοση της διαταγής πληρωμής, δεν δύναται να αποκλείσει αυτεπαγγέλτως την εφαρμογή ρήτρας της σύμβασης καταναλωτικής πίστης που έχει συναφθεί μεταξύ του καταναλωτή και του οικείου επαγγελματία εάν δεν έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι η ρήτρα αυτή πρέπει να χαρακτηριστεί ως «καταχρηστική» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας. Εντούτοις, η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το αν τυχόν ο καταναλωτής αποδέχθηκε τη ρήτρα αυτή λόγω αθέμιτης εμπορικής πρακτικής, κατά την έννοια του άρθρου 5 της οδηγίας 2005/29, μπορεί να συνιστά ένα από τα στοιχεία τα οποία μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση του ενδεχομένως καταχρηστικού χαρακτήρα της επίμαχης ρήτρας.
5) Ο όρος «συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης», κατά το άρθρο 3, στοιχείο ιδʹ, της οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου,
έχει την έννοια ότι:
δεν καταλαμβάνει σύμβαση πίστωσης της οποίας η σύναψη συνδέεται απλώς και μόνο με τη σύναψη σύμβασης εγγύησης με τρίτον έναντι σχετικής αμοιβής.
6) Το άρθρο 3, στοιχεία ζʹ και θʹ, της οδηγίας 2008/48
έχει την έννοια ότι:
τα έξοδα που συνδέονται με σύμβαση εγγύησης, η σύναψη της οποίας επιβάλλεται στον οφειλέτη δυνάμει ρήτρας της σύμβασης πίστωσης την οποία έχει συνάψει, και τα οποία συνεπάγονται αύξηση του συνολικού ποσού της οφειλής εμπίπτουν στην έννοια του «συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή» και, κατά συνέπεια, στην έννοια του «συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου».
7) Το άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, και το άρθρο 23 της οδηγίας 2008/48
έχουν την έννοια ότι:
όταν σε σύμβαση καταναλωτικής πίστης δεν αναγράφεται συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο το οποίο να περιλαμβάνει όλα τα έξοδα που προβλέπονται στο άρθρο 3, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας, οι εν λόγω διατάξεις δεν αντιτίθενται στο να θεωρείται η σύμβαση αυτή ως μη υποκείμενη σε τόκους και έξοδα, με αποτέλεσμα η ακύρωσή της να συνεπάγεται ότι μόνον το χορηγηθέν κεφάλαιο είναι επιστρεπτέο από τον οικείο καταναλωτή.
(υπογραφές)