ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 3ης Απριλίου 2025 (*)
« Προδικαστική παραπομπή – Κοινωνική πολιτική – Μεταβιβάσεις επιχειρήσεων – Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων – Οδηγία 2001/23/ΕΚ – Άρθρο 5, παράγραφος 1 – Έννοια της “διαδικασίας πτώχευσης” – Μεταβίβαση επιχείρησης η οποία προετοιμάστηκε στο πλαίσιο διαδικασίας δικαστικής αναδιάρθρωσης και επήλθε μετά την κήρυξη πτώχευσης »
Στην υπόθεση C‑431/23,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, την οποία υπέβαλε το tribunal du travail de Liège (δικαστήριο εργατικών διαφορών Λιέγης, Βέλγιο) με απόφαση της 26ης Μαΐου 2023, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Ιουλίου 2023, στο πλαίσιο της δίκης
AE,
CO,
DU και λοιποί
κατά
BA, ενεργούντοςως συνδίκου πτώχευσης της WIBRA BELGIË SA,
EP, ενεργούντοςως συνδίκου πτώχευσης της WIBRA BELGIË SA,
RI, ενεργούντοςως συνδίκου πτώχευσης της WIBRA BELGIË SA,
WIBRA BELGIË SRL,
παρισταμένων των:
VT,
HL,
MO και λοιπών,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο, πρόεδρο τμήματος, S. Rodin (εισηγητή), N. Piçarra, O. Spineanu-Matei και N. Fenger, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Ράντος
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– οι AE, CO, DU και λοιποί, εκπροσωπούμενοι από τον H. Deckers, avocat,
– η WIBRA BELGIË SRL, εκπροσωπούμενη από τους M. Duchesne και O. Moureau, avocats,
– η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον A. De Brouwer, την C. Pochet και την L. Van den Broeck,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την S. Delaude και τον B.‑R. Killmann,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Οκτωβρίου 2024,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ 2001, L 82, σ. 16).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, των AE, CO, DU και ακόμη 19 πρώην εργαζομένων οι οποίοι απολύθηκαν από τη WIBRA BELGIË SA και, αφετέρου, των BA, EP και RI, ενεργούντων υπό την ιδιότητα των συνδίκων πτωχεύσεως της εταιρίας WIBRA BELGIË SA, και της WIBRA BELGIË SRL, σχετικά με προβαλλόμενη παράβαση, εκ μέρους των προαναφερθεισών εταιριών, των υποχρεώσεων ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εργαζομένων όσον αφορά την ομαδική απόλυσή τους.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3 Η αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2001/23 έχει ως εξής:
«Είναι απαραίτητη η θέσπιση διατάξεων για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα, και ιδιαίτερα προς εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους.»
4 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ορίζει τα ακόλουθα:
«α) Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης σε άλλον εργοδότη, ως αποτέλεσμα νομικής μεταβίβασης ή συγχώνευσης.
β) Υπό την επιφύλαξη του στοιχείου α) και των ακολούθων διατάξεων του παρόντος άρθρου, θεωρείται ως μεταβίβαση, κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας.
[…]»
5 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εκχωρητή, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, διά της μεταβιβάσεως αυτής, στον εκδοχέα.
Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι, μετά την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο εκχωρητής και ο εκδοχέας εξακολουθούν να ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, ως προς υποχρεώσεις που γεννήθηκαν πριν από τη μεταβίβαση και απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή εργασιακή σχέση, οι οποίες υφίσταντο κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης.»
6 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, μιας εγκατάστασης, ή ενός τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, δεν συνιστά αυτή καθ’ εαυτή λόγο απολύσεως για τον εκχωρητή ή τον εκδοχέα. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει απολύσεις για οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς λόγους, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού.»
7 Το άρθρο 5 της οδηγίας 2001/23 ορίζει τα εξής:
«1. Εκτός εάν τα κράτη μέλη προβλέπουν άλλως, τα άρθρα 3 και 4 δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο εκχωρητής υπόκειται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, κινηθείσα με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του εκχωρητή και οι διαδικασίες αυτές διεξάγονται υπό την εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής (που μπορεί να είναι σύνδικος πτωχεύσεως, εξουσιοδοτημένος από αρμόδια δημόσια αρχή).
[…]
4. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα, για να αποφευχθεί η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες αφερεγγυότητας, με σκοπό να στερηθούν οι εργαζόμενοι των δικαιωμάτων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία.»
Σχετικές διατάξεις του βελγικού δικαίου
8 Η convention collective de travail no 32 bis, du 7 juin 1985, concernant le maintien des droits des travailleurs en cas de changement d’employeur du fait d’un transfert conventionnel d’entreprise et réglant les droits des travailleurs repris en cas de reprise de l’actif après faillite (συλλογική σύμβαση εργασίας αριθ. 32 bis, της 7ης Ιουνίου 1985, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβολής του προσώπου του εργοδότη λόγω συμβατικής μεταβίβασης επιχείρησης και τη ρύθμιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων που επαναπροσλαμβάνονται σε περίπτωση ανάληψης του ενεργητικού μετά από πτώχευση), μετέφερε στο βελγικό δίκαιο την οδηγία 2001/23.
9 Κατά το άρθρο 1 της εν λόγω συλλογικής σύμβασης εργασίας, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (στο εξής: ΣΣΕ αριθ. 32 bis):
«Η παρούσα συλλογική σύμβαση εργασίας έχει ως σκοπό […] να διασφαλίσει:
1° αφενός, τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε όλες τις περιπτώσεις μεταβολής του προσώπου του εργοδότη λόγω συμβατικής μεταβίβασης επιχείρησης ή τμήματος επιχείρησης·
2° αφετέρου, ορισμένα δικαιώματα των εργαζομένων που επαναπροσλαμβάνονται σε περίπτωση ανάληψης του ενεργητικού μετά από πτώχευση.»
10 Το κεφάλαιο II της ΣΣΕ αριθ. 32 bis περιλαμβάνει τα άρθρα 6 έως 10.
11 Το άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, της ΣΣΕ αριθ. 32 bis διευκρινίζει ότι το κεφάλαιο II αυτής, το οποίο αφορά τα δικαιώματα των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβολής του προσώπου του εργοδότη λόγω συμβατικής μεταβίβασης επιχείρησης, «εφαρμόζεται σε κάθε μεταβολή του προσώπου του εργοδότη που προκύπτει από συμβατική μεταβίβαση επιχείρησης ή τμήματος επιχείρησης, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που προβλέπονται στο κεφάλαιο III της [παρούσας] συλλογικής σύμβασης εργασίας».
12 Το άρθρο 7 της ΣΣΕ αριθ. 32 bis προβλέπει τα εξής:
«Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του μεταβιβάζοντος που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας υφιστάμενες κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης, κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 1°, μεταβιβάζονται, διά της μεταβίβασης αυτής, στον διάδοχο.»
13 Κατά το άρθρο 8 της ΣΣΕ αριθ. 32 bis:
«Ο μεταβιβάζων και ο διάδοχος ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για την καταβολή των οφειλών που υφίστανται κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης, κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 1°, και απορρέουν από συμβάσεις εργασίας υφιστάμενες κατά την ημερομηνία αυτή […]».
14 Το άρθρο 9 της ΣΣΕ αριθ. 32 bis προβλέπει τα εξής:
«Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη δεν συνιστά αφ’ εαυτής λόγο απολύσεως για τον μεταβιβάζοντα ή τον διάδοχο.
Σε περίπτωση μεταβολής του προσώπου του εργοδότη, επιτρέπεται η απόλυση των εργαζομένων για σοβαρό λόγο ή για οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς λόγους, που συνεπάγονται αλλαγές στον τομέα της απασχόλησης.»
15 Σύμφωνα με το κεφάλαιο III της ΣΣΕ αριθ. 32 bis, δεν μεταβιβάζονται τα εταιρικά χρέη του μεταβιβάζοντος στον διάδοχο ούτε υφίσταται αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ευθύνη του διαδόχου και του μεταβιβάζοντος όταν η μεταβίβαση της επιχείρησης λαμβάνει χώρα μετά την πτώχευση.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
16 Στις 30 Ιουλίου 2020 το tribunal de l’entreprise de Gand (δικαστήριο επιχειρήσεων Γάνδης, Βέλγιο) κήρυξε την έναρξη της διαδικασίας δικαστικής αναδιάρθρωσης της WIBRA BELGIË SA, κατόπιν αιτήσεως της εταιρίας αυτής, στην οποία χορηγήθηκε αναστολή μέχρι τις 30 Οκτωβρίου 2020, σύμφωνα με τις διατάξεις του code de droit économique (κώδικα οικονομικού δικαίου, στο εξής: CDE) που διέπουν τη συγκεκριμένη διαδικασία, ως ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης της κύριας δίκης. Το δικαστήριο επιχειρήσεων διόρισε αυθημερόν τους BA, EP και RI ως δικαστικούς διαχειριστές και τους ανέθεσε την οργάνωση και τη διενέργεια της μεταβίβασης του συνόλου ή μέρους των δραστηριοτήτων της εν λόγω εταιρίας.
17 Στις 21 Σεπτεμβρίου 2020 οι τρεις δικαστικοί διαχειριστές αποδέχθηκαν την προσφορά εξαγοράς της WIBRA BELGIË SA την οποία υπέβαλε η μητρική της εταιρία, η WIBRA NEDERLAND BV, η οποία αφορούσε 36 εμπορικά καταστήματα και 183 από τους 439 εργαζομένους της WIBRA BELGIË SA.
18 Στις 30 Σεπτεμβρίου 2020 συστάθηκε η WIBRA BELGIË SRL με σκοπό να αναλάβει και να συνεχίσει μέρος των δραστηριοτήτων που ασκούσε προηγουμένως η WIBRA BELGIË SA.
19 Στις 8 Οκτωβρίου 2020 το tribunal de l’entreprise de Gand (δικαστήριο επιχειρήσεων Γάνδης) απέρριψε το αίτημα των δικαστικών διαχειριστών με αντικείμενο την επικύρωση της προσφοράς εξαγοράς περί της οποίας γίνεται λόγος στη σκέψη 17 της παρούσας απόφασης. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι η προσφορά ήταν αντίθετη προς την convention collective de travail no 102, du 5 octobre 2011, concernant le maintien des droits des travailleurs en cas de changement d’employeur du fait d’une réorganisation judiciaire par transfert sous autorité de justice (συλλογική σύμβαση εργασίας αριθ. 102, της 5ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβολής του προσώπου του εργοδότη λόγω δικαστικής αναδιάρθρωσης διά μεταβίβασης με άδεια δικαστηρίου), και προς την οδηγία 2001/23, διότι προέβλεπε ότι οι υποχρεώσεις καταβολής του «επιδόματος αδείας» και του «δώρου τέλους του έτους» των μισθωτών υπαλλήλων της WIBRA BELGIË SA που επρόκειτο να επαναπροσληφθούν, καθ’ ο μέρος αφορούσαν την παρεχόμενη εργασία τους μέχρι την επικύρωση της εν λόγω προσφοράς, θα βάρυναν, pro rata temporis, την WIBRA BELGIË SA.
20 Με άλλη απόφαση της ίδιας ημέρας, το tribunal de l’entreprise de Gand (δικαστήριο επιχειρήσεων Γάνδης) κήρυξε σε πτώχευση τη WIBRA BELGIË SA και διόρισε τους BA, EP και RI ως συνδίκους πτωχεύσεως. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι τα μέλη του προσωπικού της εταιρίας αυτής ενημερώθηκαν αμέσως για την εν λόγω δικαστική απόφαση και για την απόφαση καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους με καταβολή αποζημίωσης λόγω μη τήρησης της προθεσμίας προειδοποίησης.
21 Στις 9 Οκτωβρίου 2020 οι σύνδικοι πτωχεύσεως μεταβίβασαν μέρος των ενσώματων και των άυλων περιουσιακών στοιχείων της WIBRA BELGIË SA στη WIBRA BELGIË SRL. Από το σύνολο των 439 απολυθέντων εργαζομένων, 183 επαναπροσλήφθηκαν από τη WIBRA BELGIË SRL. Με επιστολή που απηύθυναν κατά τη διάρκεια του 2021 στον δικηγόρο ορισμένων πρώην μισθωτών υπαλλήλων της WIBRA BELGIË SA, οι σύνδικοι πτωχεύσεως διευκρίνισαν ότι δεν υπήρξε μεταβίβαση μέλους του προσωπικού ή δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας δικαστικής αναδιάρθρωσης.
22 Στις 21 Ιουνίου 2021 οι 22 ενάγοντες της κύριας δίκης, πρώην μισθωτοί υπάλληλοι της WIBRA BELGIË SA οι οποίοι δεν επαναπροσλήφθηκαν από τη WIBRA BELGIË SRL, άσκησαν αγωγή κατά αμφότερων των εταιριών ενώπιον του tribunal du travail de Liège (δικαστηρίου εργατικών διαφορών Λιέγης, Βέλγιο), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου. Στις 30 Ιουνίου 2021 ακόμη 38 εργαζόμενοι, ευρισκόμενοι στην ίδια κατάσταση, ζήτησαν να παρέμβουν στην υπόθεση της κύριας δίκης.
23 Οι 60 αυτοί εργαζόμενοι υποστηρίζουν ότι δεν τηρήθηκαν κατά τη διαδικασία δικαστικής αναδιάρθρωσης της WIBRA BELGIË SA οι υποχρεώσεις ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εργαζομένων σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων, όπερ συνιστά συμβατικό πταίσμα από το οποίο γεννάται υπέρ αυτών δικαίωμα αποζημίωσης. Επιπλέον, οι εν λόγω εργαζόμενοι εκτιμούν ότι η WIBRA BELGIË SRL πρέπει να κηρυχθεί αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ευθυνόμενη για την αποζημίωση αυτή.
24 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι το βελγικό δίκαιο προβλέπει μεν ειδική εξαίρεση όσον αφορά την τήρηση των υποχρεώσεων ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους του προσωπικού σε περίπτωση ομαδικής απόλυσης όταν η οικεία εταιρία κηρύσσεται σε πτώχευση, πλην όμως δεν προβλέπει αντίστοιχη εξαίρεση στο πλαίσιο της διαδικασίας δικαστικής αναδιάρθρωσης. Ειδικότερα, κατά το αιτούν δικαστήριο, η WIBRA BELGIË SA όφειλε, πριν από την έκδοση της απόφασης περί πτώχευσης και ανεξαρτήτως της διαδικασίας δικαστικής αναδιάρθρωσης, να θέσει σε εφαρμογή τη διαδικασία ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εκπροσώπους των εργαζομένων πριν από την επίμαχη στην κύρια δίκη ομαδική απόλυση, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Κατά συνέπεια, η WIBRA BELGIË SA υπέχει ευθύνη έναντι των 60 ενδιαφερόμενων εργαζόμενων για αποζημίωση λόγω παράβασης των υποχρεώσεών της ενημέρωσης και διαβούλευσης πριν από την ομαδική απόλυση.
25 Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν μπορεί να θεωρηθεί ότι και η WIBRA BELGIË SRL φέρει τέτοια υποχρέωση αποζημίωσης.
26 Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, κατά πρώτον, ότι η εταιρία αυτή δεν υπείχε καμία ευθύνη όσον αφορά τη λειτουργία της WIBRA BELGIË SA. Ως εκ τούτου, εκτιμά ότι η WIBRA BELGIË SRL θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί υπεύθυνη για το πταίσμα που διέπραξε η WIBRA BELGIË SA μόνον εάν είχε την ιδιότητα του διαδόχου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της WIBRA BELGIË SA στο πλαίσιο συμβατικής μεταβίβασης επιχείρησης κατά την έννοια των άρθρων 7 και 8 της ΣΣΕ αριθ. 32 bis.
27 Κατά δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, παρά τη μη δικαστική επικύρωση της προσφοράς εξαγοράς που υποβλήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας δικαστικής αναδιάρθρωσης, το σχέδιο για τη μερική μεταβίβαση της WIBRA BELGIË SA, το οποίο καταρτίστηκε κατά τη διάρκεια της προαναφερθείσας διαδικασίας, εκτελέστηκε εν τέλει την επομένη της έκδοσης της απόφασης περί πτωχεύσεως από τους ίδιους δικαστικούς διαχειριστές που είχαν προηγουμένως ζητήσει την επικύρωση της προσφοράς εξαγοράς η οποία αντιστοιχούσε στο ως άνω σχέδιο μεταβίβασης, ενεργούντες πλέον υπό την ιδιότητα του συνδίκου.
28 Κατά τρίτον, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι μια τέτοια πράξη πρέπει να χαρακτηριστεί ως «pre-pack μεταβίβαση», βάσει δε του χαρακτηρισμού αυτού θα μπορούσε ο διάδοχος να επικαλεστεί την παρέκκλιση του άρθρου 5 της οδηγίας 2001/23 εφόσον η πράξη αυτή ρυθμιζόταν από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις. Όπως, όμως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, δεν υφίσταντο τέτοιες διατάξεις στο βελγικό δίκαιο κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης.
29 Επομένως, μολονότι το προπαρασκευαστικό στάδιο της μεταβίβασης της WIBRA BELGIË SA διεξήχθη υπό την εποπτεία των δικαστικών διαχειριστών που διορίστηκαν από το αρμόδιο δικαστήριο στο πλαίσιο της διαδικασίας δικαστικής αναδιάρθρωσης και άρα μπορεί να θεωρηθεί ως ρυθμιζόμενο από νομοθετικές διατάξεις, το δεύτερο στάδιο της πράξης αυτής, ήτοι η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων και του προσωπικού, ακολούθησε αμέσως μετά την άρνηση του δικαστηρίου αυτού να επικυρώσει την προσφορά εξαγοράς που είχε καταρτιστεί στο πλαίσιο της διαδικασίας δικαστικής αναδιάρθρωσης.
30 Εντούτοις, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει επίσης ότι δεν ήταν σε ισχύ οποιοδήποτε νομικό πλαίσιο κατά την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα η επίμαχη στην κύρια δίκη μεταβίβαση, δεδομένου ότι το σχετικό πλαίσιο προστέθηκε στον CDE με τον νόμο της 21ης Μαρτίου 2021.
31 Υπό τις συνθήκες αυτές, το tribunal du travail de Liège (δικαστήριο εργατικών διαφορών Λιέγης) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας [2001/23] την έννοια ότι η προβλεπόμενη σε αυτό προϋπόθεση, κατά την οποία τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχειρήσεως όταν ο μεταβιβάζων έχει υπαχθεί σε πτωχευτική διαδικασία ή σε ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας που κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του, δεν πληρούται όταν η μεταβίβαση του συνόλου ή τμήματος της επιχειρήσεως είχε προετοιμαστεί πριν από την έναρξη πτωχευτικής διαδικασίας με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος, εν προκειμένω στο πλαίσιο διαδικασίας δικαστικής αναδιάρθρωσης που κατέληξε σε συμφωνία μεταβίβασης της οποίας την επικύρωση αρνήθηκε μεν το αρμόδιο δικαστήριο, αλλά η οποία στη συνέχεια υλοποιήθηκε, αμέσως μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως, χωρίς να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής οποιασδήποτε νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης του εθνικού δικαίου;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
32 Με το μοναδικό προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 έχει την έννοια ότι η διάταξη αυτή τυγχάνει εφαρμογής σε περίπτωση κατά την οποία διαδικασία πτώχευσης έπεται διαδικασίας δικαστικής αναδιάρθρωσης κατά τη διάρκεια της οποίας καταρτίστηκε συμφωνία για τη μερική μεταβίβαση της επιχείρησης, μη επικυρωθείσα από το αρμόδιο δικαστήριο, η οποία εκτελέστηκε αμέσως μετά την κήρυξη της πτώχευσης.
33 Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι η οδηγία 2001/23, όπως προκύπτει από την αιτιολογική της σκέψη 3, σκοπεί στην προστασία των εργαζομένων, εξασφαλίζοντας ιδίως τη διατήρηση των δικαιωμάτων τους σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα (απόφαση της 22ας Ιουνίου 2017, Federatie Nederlandse Vakvereniging κ.λπ., C‑126/16, EU:C:2017:489, σκέψη 38).
34 Προς τούτο, το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής προβλέπει ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του μεταβιβάζοντος, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφιστάμενη κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης, μεταβιβάζονται, διά της μεταβίβασης αυτής, στον διάδοχο. Το δε άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προστατεύει τους εργαζομένους έναντι κάθε απόλυσης εκ μέρους του μεταβιβάζοντος ή του διαδόχου, η οποία γίνεται βάσει της εν λόγω μεταβίβασης και μόνον (απόφαση της 22ας Ιουνίου 2017, Federatie Nederlandse Vakvereniging κ.λπ., C‑126/16, EU:C:2017:489, σκέψη 39).
35 Κατά παρέκκλιση, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 ορίζει ότι το καθεστώς προστασίας που προβλέπεται στα προμνησθέντα άρθρα 3 και 4 δεν έχει εφαρμογή στις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται υπό τις διευκρινιζόμενες στη διάταξη αυτή συνθήκες, εκτός εάν τα κράτη μέλη προβλέπουν άλλως (απόφαση της 22ας Ιουνίου 2017, Federatie Nederlandse Vakvereniging κ.λπ., C‑126/16, EU:C:2017:489, σκέψη 40).
36 Πλην όμως, το ως άνω άρθρο 5, παράγραφος 1, πρέπει κατ’ ανάγκην να ερμηνεύεται συσταλτικά, καθόσον καθιστά, κατ’ αρχήν, ανεφάρμοστο το καθεστώς προστασίας των εργαζομένων σε περίπτωση ορισμένων μεταβιβάσεων επιχείρησης, αποκλίνοντας επομένως από τον βαθύτερο κύριο σκοπό της οδηγίας 2001/23 (πρβλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 2017, Federatie Nederlandse Vakvereniging κ.λπ., C‑126/16, EU:C:2017:489, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
37 Κατά τη διάταξη αυτή, εκτός εάν τα κράτη μέλη προβλέπουν άλλως, η κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 2001/23 ταυτόχρονη μεταβίβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας συναφθείσες με τον μεταβιβάζοντα και η κατά το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας κατ’ αρχήν απαγόρευση των απολύσεων δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης όταν ο μεταβιβάζων υπόκειται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας κινηθείσα με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του και οι διαδικασίες αυτές διεξάγονται υπό την εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής.
38 Μολονότι από το ίδιο το γράμμα της πρώτης ημιπεριόδου του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια, υπό τις περιστάσεις που δικαιολογούν την εφαρμογή της διάταξης αυτής, να θέσουν σε εφαρμογή το καθεστώς προστασίας των εργαζομένων που καθιερώνουν τα άρθρα 3 και 4 της ίδιας οδηγίας, διαπιστώνεται ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το Βασίλειο του Βελγίου δεν έκανε χρήση της ευχέρειας αυτής.
39 Ως εκ τούτου, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23, στο μέτρο που επιτρέπει απόκλιση από το καθεστώς προστασίας των εργαζομένων, τυγχάνει εφαρμογής σε υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι η συγκεκριμένη διαδικασία πληροί τους όρους της διάταξης αυτής.
40 Επ’ αυτού, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 προβλέπει τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις, ήτοι, πρώτον, ότι έχει κινηθεί διαδικασία πτώχευσης ή άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας εις βάρος του μεταβιβάζοντος, δεύτερον, ότι η διαδικασία αυτή έχει κινηθεί με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος και, τρίτον, ότι η εν λόγω διαδικασία τελεί υπό την εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής (πρβλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 2017, Federatie Nederlandse Vakvereniging κ.λπ., C‑126/16, EU:C:2017:489, σκέψη 44).
41 Όσον αφορά, πρώτον, την προϋπόθεση ότι έχει κινηθεί διαδικασία πτώχευσης ή ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας εις βάρος του μεταβιβάζοντος, η προϋπόθεση αυτή, λαμβανομένης υπόψη της μνημονευόμενης στη σκέψη 36 της παρούσας απόφασης απαίτησης για συσταλτική ερμηνεία, δεν είναι δυνατόν να καταλαμβάνει πράξη προπαρασκευαστική μεν της πτώχευσης, πλην όμως μη καταλήγουσα στην πτώχευση. Αντιθέτως, πράξη μεταβίβασης η οποία, καίτοι προετοιμάστηκε πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, τέθηκε σε εφαρμογή μετά απ’ αυτήν συνεπάγεται πράγματι την πτώχευση και μπορεί, κατά συνέπεια, να εμπίπτει στην έννοια «διαδικασία πτώχευσης» κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 (πρβλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 2017, Federatie Nederlandse Vakvereniging κ.λπ., C‑126/16, EU:C:2017:489, σκέψεις 45 και 46).
42 Συναφώς, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο φαίνεται να προκύπτει ότι η κατά το βελγικό δίκαιο διαδικασία δικαστικής αναδιάρθρωσης, αφενός, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διαδικασία πτώχευσης και, αφετέρου, μπορεί μεν να καταλήξει στην πτώχευση της οικείας επιχείρησης, πλην όμως η συνέπεια αυτή δεν παρίσταται ούτε αναγκαία ούτε βέβαιη. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν προκύπτει ότι αυτή καθεαυτήν η διαδικασία δικαστικής αναδιάρθρωσης πληροί την πρώτη από τις προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 (πρβλ. απόφαση της 16ης Μαΐου 2019, Plessers, C‑509/17, EU:C:2019:424, σκέψεις 42, 43 και 48).
43 Πάντως, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο προκύπτει επίσης ότι, εν προκειμένω, οι όροι μεταβίβασης της επιχείρησης είχαν εκτεθεί σε σχέδιο υποβληθέν στο πλαίσιο της διαδικασίας δικαστικής αναδιάρθρωσης της WIBRA BELGIË SA, το οποίο προηγήθηκε της κήρυξής της σε πτώχευση, και ότι η μεταβίβαση που έλαβε χώρα μετά την κήρυξη της πτώχευσης πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τους όρους αυτούς.
44 Ως εκ τούτου, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διαπιστώσει, αφού λάβει, μεταξύ άλλων, υπόψη το εφαρμοστέο κατά την κρίσιμη περίοδο βελγικό δίκαιο, αν η κατάρτιση σχεδίου εξαγοράς στο πλαίσιο της διαδικασίας δικαστικής αναδιάρθρωσης της WIBRA BELGIË SA, αφενός, και η εφαρμογή του σχεδίου αυτού κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πτώχευσης της εταιρίας, αφετέρου, πρέπει να θεωρηθούν ως μία ενιαία πράξη η οποία συνεπάγεται, εξαρχής, την κήρυξη της εταιρίας σε πτώχευση, λόγω της αποδεδειγμένης αφερεγγυότητάς της, πριν να γίνει η μεταβίβαση της επιχείρησης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η πράξη αυτή, στο σύνολό της, θα μπορεί να θεωρηθεί ως διαδικασία πτώχευσης ή άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23. Στην αντίθετη περίπτωση, μόνον η διαδικασία πτώχευσης της WIBRA BELGIË SA θα μπορεί να εμπίπτει στη διάταξη αυτή.
45 Δεύτερον, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 απαιτεί η διαδικασία πτώχευσης ή οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας να έχει κινηθεί με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος.
46 Συναφώς, επισημαίνεται, κατά πρώτον, ότι διαδικασία αποσκοπούσα στη συνέχιση της δραστηριότητας της οικείας επιχείρησης δεν πληροί την ως άνω απαίτηση (απόφαση της 22ας Ιουνίου 2017, Federatie Nederlandse Vakvereniging κ.λπ., C‑126/16, EU:C:2017:489, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
47 Το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διευκρινίσει, όσον αφορά τις διαφορές μεταξύ διαδικασίας σκοπούσας στη συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης και διαδικασίας σκοπούσας στην εκκαθάριση των περιουσιακών της στοιχείων λόγω της αποδεδειγμένης αφερεγγυότητάς της, ότι η πρώτη διαδικασία αποσκοπεί στη διασφάλιση της λειτουργικότητας της επιχείρησης ή των βιώσιμων μονάδων της, ενώ η δεύτερη διαδικασία αποσκοπεί στη μεγιστοποίηση της συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών. Καίτοι δεν αποκλείεται ορισμένη αλληλεπικάλυψη μεταξύ των δύο αυτών σκοπών που επιδιώκει μια συγκεκριμένη διαδικασία, κύριος σκοπός μιας διαδικασίας που αποβλέπει στη συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης παραμένει σε κάθε περίπτωση η διάσωση της οικείας επιχείρησης (πρβλ. απόφαση της 22ας Ιουνίου 2017, Federatie Nederlandse Vakvereniging κ.λπ., C‑126/16, EU:C:2017:489, σκέψη 48).
48 Επομένως, διαδικασία πτώχευσης ή άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας μπορεί να σκοπεί στη μεγιστοποίηση της συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών, ακόμη και όταν, επικουρικώς, επιδιώκει τον σκοπό της μεταβίβασης λειτουργούσας επιχείρησης με διατήρηση, στο μέτρο του δυνατού, της απασχόλησης [πρβλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2022, Federatie Nederlandse Vakbeweging (Διαδικασία pre‑pack), C‑237/20, EU:C:2022:321, σκέψη 55].
49 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ακόμη ότι πρέπει να αποδειχθεί όχι μόνον ότι η διαδικασία πτώχευσης ή άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας έχει ως κύριο σκοπό να μεγιστοποιήσει τη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών, αλλά και ότι η πραγματοποίηση μιας τέτοιας μεταβίβασης καθιστά δυνατή την επίτευξη του κύριου αυτού σκοπού [πρβλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2022, Federatie Nederlandse Vakbeweging (Διαδικασία pre-pack), C‑237/20, EU:C:2022:321, σκέψη 53].
50 Ως εκ τούτου, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει, αφού λάβει υπόψη το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων, αν οι επίμαχες στην κύρια δίκη διαδοχικές διαδικασίες, εξεταζόμενες μεμονωμένως ή συνολικώς, απέβλεπαν στη μεγιστοποίηση της συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών και κατέστησαν δυνατή την επίτευξη του σκοπού αυτού, κατά την έννοια της νομολογίας που παρατέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, ή αν, αντιθέτως, απέβλεπαν, κυρίως, στη διασφάλιση της λειτουργικότητας της επιχείρησης ή των βιώσιμων μονάδων της.
51 Συναφώς, αφενός, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο φαίνεται να προκύπτει ότι, κατά το βελγικό δίκαιο, σε αντίθεση με τη διαδικασία πτώχευσης, η διασφάλιση της μέγιστης δυνατής ικανοποίησης των πιστωτών δεν αποτελεί τον κύριο σκοπό της διαδικασίας δικαστικής αναδιάρθρωσης. Εξάλλου, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, εν προκειμένω, με την απόφαση διορισμού των δικαστικών διαχειριστών, η οποία εκδόθηκε κατόπιν της αίτησης αναδιάρθρωσης που κατέθεσε η WIBRA BELGIË SA, ανατέθηκε στους διαχειριστές αυτούς η οργάνωση και η διενέργεια της μεταβίβασης του συνόλου ή μέρους των δραστηριοτήτων της εταιρίας.
52 Αφετέρου, εφόσον το αιτούν δικαστήριο κρίνει, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 44 της παρούσας απόφασης, ότι η διαδικασία δικαστικής αναδιάρθρωσης και η διαδικασία πτώχευσης της WIBRA BELGIË SA αποτέλεσαν, από κοινού, διαδικασία πτώχευσης ή άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23, το δικαστήριο αυτό οφείλει να εξετάσει αν μια τέτοια διαδικασία πληροί, αυτή καθεαυτήν, την προϋπόθεση που μνημονεύεται στη σκέψη 45 της παρούσας απόφασης, δηλαδή ότι ο κύριος σκοπός της συγκεκριμένης διαδικασίας, θεωρούμενης στο σύνολό της, συνίσταται στην επίτευξη της υψηλότερης δυνατής απόδοσης για το σύνολο των πιστωτών του μεταβιβάζοντος [πρβλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2022, Federatie Nederlandse Vakbeweging (Διαδικασία pre‑pack), C‑237/20, EU:C:2022:321, σκέψεις 52 και 53].
53 Προκειμένου να εξετάσει αν πληρούται εν προκειμένω η μνημονευόμενη στη σκέψη 45 της παρούσας απόφασης προϋπόθεση, το αιτούν δικαστήριο θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να λάβει υπόψη το ότι η WIBRA BELGIË SRL συστάθηκε με σκοπό την ανάληψη και τη συνέχιση μέρους των δραστηριοτήτων που ασκούσε κατά το παρελθόν η WIBRA BELGIË SA, καθώς και το ότι ανακοινώθηκε με δελτίο Τύπου, εκδοθέν την επομένη της κήρυξης της εταιρίας αυτής σε πτώχευση και προερχόμενο από τη «WIBRA», ότι οι σύνδικοι πτωχεύσεως που διορίστηκαν μετά την κήρυξη της πτώχευσης «ενέκριναν […] κατόπιν συνεννόησης το σχέδιο εξαγοράς της WIBRA» όσον αφορά τη μεταβίβαση της βελγικής έδρας της WIBRA BELGIË SA και 36 καταστημάτων όπως επίσης και την επαναπρόσληψη 183 υπαλλήλων, με τη διευκρίνιση ότι «[η] επανεκκίνηση αυτή θέτει τέρμα στην αβεβαιότητα σχετικά με τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της WIBRA στο Βέλγιο».
54 Κατά δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο πρέπει επίσης να βεβαιωθεί ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία πτώχευσης ή άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας διέπεται από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ικανές να διασφαλίσουν ότι η εφαρμογή της δεν δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου [πρβλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2022, Federatie Nederlandse Vakbeweging (Διαδικασία pre-pack), C‑237/20, EU:C:2022:321, σκέψεις 54 και 55].
55 Συναφώς, υπό την επιφύλαξη εξακρίβωσης από το αιτούν δικαστήριο, από τη δικογραφία που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι η διαδικασία δικαστικής αναδιάρθρωσης ή η διαδικασία πτώχευσης, όπως αυτές ρυθμίζονται στο βελγικό δίκαιο, στερούνται νομικού ή κανονιστικού πλαισίου το οποίο επαρκεί για την πλήρωση της εκτιθέμενης στην προηγούμενη σκέψη προϋπόθεσης.
56 Αντιθέτως, εφόσον το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η διαδικασία δικαστικής αναδιάρθρωσης και η διαδικασία πτώχευσης της WIBRA BELGIË SA, θεωρούμενες από κοινού, είναι δυνατό να συνιστούν διαδικασία πτώχευσης ή άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23, σ’ αυτό εναπόκειται να κρίνει αν ο διαδοχικός συνδυασμός των δύο αυτών διαδικασιών οριοθετείται επαρκώς από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις.
57 Τέλος, τρίτον, όσον αφορά την προϋπόθεση ότι η διαδικασία του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 πρέπει να τελεί υπό την εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής, υπογραμμίζεται, αφενός, ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τούτο δεν συμβαίνει όταν ο διορισθείς δικαστικός διαχειριστής είναι επιφορτισμένος με την οργάνωση και τη διενέργεια της μεταβίβασης επιχείρησης εξ ονόματος και για λογαριασμό του οφειλέτη και οφείλει να ζητεί την υποβολή προσφορών, μεριμνώντας κατά προτεραιότητα για τη διατήρηση του συνόλου ή μέρους της δραστηριότητας της επιχείρησης και λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη τα δικαιώματα των πιστωτών, όπως φαίνεται να συμβαίνει στο πλαίσιο της κατά το βελγικό δίκαιο διαδικασίας δικαστικής αναδιάρθρωσης (πρβλ. απόφαση της 16ης Μαΐου 2019, Plessers, C‑509/17, EU:C:2019:424, σκέψεις 46 και 47).
58 Αφετέρου, εφόσον το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η διαδικασία πτώχευσης ή άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23, αποτελείται, εν προκειμένω, από τον συνδυασμό των διαδικασιών δικαστικής αναδιάρθρωσης και πτώχευσης της WIBRA BELGIË SA, το δικαστήριο αυτό θα πρέπει να κρίνει αν ένας τέτοιος συνδυασμός, θεωρούμενος στο σύνολό του, υπόκειται στην εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μαρτυρούν την ύπαρξη τέτοιας εποπτείας, κατ’ αρχάς, το γεγονός ότι τα καθήκοντα των δικαστικών διαχειριστών κατά το προκαταρκτικό στάδιο του εν λόγω συνδυασμού των διαδικασιών δικαστικής αναδιάρθρωσης και πτώχευσης διορίζονται από δικαστήριο το οποίο ελέγχει την άσκηση των καθηκόντων αυτών επ’ ευκαιρία της έναρξης της διαδικασίας πτώχευσης αυτής καθεαυτήν, ακολούθως, το γεγονός ότι η μεταβίβαση της επιχείρησης πραγματοποιείται μόνον μετά την έναρξη της διαδικασίας πτώχευσης, οπότε παρέχεται στον σύνδικο η δυνατότητα να αντιταχθεί σε αυτή, και, τέλος, το γεγονός ότι οι δικαστικοί διαχειριστές οι οποίοι ενεργούν στο πλαίσιο του προπαρασκευαστικού σταδίου ευθύνονται για τις πράξεις τους όπως και οι σύνδικοι. Αντιθέτως, προκειμένου να διαπιστωθεί αν μια τέτοια διαδικασία υπόκειται στην εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής, δεν πρέπει να αποδοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι η υπογραφή της συμφωνίας μεταβίβασης λαμβάνει χώρα λίγο μετά την έναρξη της διαδικασίας πτώχευσης ή στο γεγονός ότι οι δικαστικοί διαχειριστές οι οποίοι ενήργησαν κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο της διαδικασίας αυτής δεν έχουν καμία εκ του νόμου αρμοδιότητα [πρβλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2022, Federatie Nederlandse Vakbeweging (Διαδικασία pre‑pack), C‑237/20, EU:C:2022:321, σκέψεις 59 και 62 έως 64].
59 Τέλος, προκειμένου να παρασχεθούν στο αιτούν δικαστήριο όλα τα χρήσιμα στοιχεία για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας 2001/23, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να αποφευχθεί η καταχρηστική προσφυγή σε διαδικασίες αφερεγγυότητας με σκοπό να στερηθούν οι εργαζόμενοι των δικαιωμάτων που απορρέουν από την οδηγία αυτή.
60 Εν προκειμένω, η WIBRA BELGIË SA ζήτησε την κίνηση διαδικασίας δικαστικής αναδιάρθρωσης, διεπόμενης από το βελγικό δίκαιο, η οποία παρέχει εγγυήσεις στους εργαζομένους ενόψει της προετοιμασίας της μεταβίβασης του συνόλου ή μέρους των δραστηριοτήτων της εταιρίας. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η εν λόγω εταιρία ζήτησε από το tribunal de l’entreprise de Gand (δικαστήριο επιχειρήσεων Γάνδης) να την κηρύξει σε πτώχευση μετά την άρνηση επικύρωσης από το δικαστήριο αυτό της προσφοράς εξαγοράς που είχαν αποδεχθεί οι δικαστικοί διαχειριστές οι οποίοι είχαν διοριστεί στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, και, κατά συνέπεια, κινήθηκε μια διαδικασία η οποία, κατά το βελγικό δίκαιο, παρέχει στους εργαζομένους διαφορετικές εγγυήσεις από εκείνες που προβλέπονται στο πλαίσιο της διαδικασίας δικαστικής αναδιάρθρωσης.
61 Εντούτοις, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει επίσης, αφενός, ότι η ως άνω προσφορά εξαγοράς προήλθε από εταιρία συνδεόμενη με τη WIBRA BELGIË SA, χωρίς να εκτεθούν στοιχεία σχετικά με την αναζήτηση άλλων δυνητικών αγοραστών, και ότι η άρνηση επικύρωσης της προσφοράς αιτιολογήθηκε με το σκεπτικό ότι η προσφορά αυτή ήταν αντίθετη προς διάφορες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου σχετικές με την προστασία των εργαζομένων τους οποίους δυνητικώς αφορούσε η σχεδιαζόμενη μεταβίβαση επιχείρησης.
62 Υπό τις συνθήκες αυτές, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει, υπό το πρίσμα όλων των κρίσιμων στοιχείων, την απουσία, εν προκειμένω, ενδεχόμενης καταχρηστικής προσφυγής σε διαδικασία αφερεγγυότητας με σκοπό να στερηθούν οι εργαζόμενοι της κύριας δίκης τα δικαιώματα που απορρέουν από την οδηγία 2001/23.
63 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 έχει την έννοια ότι η διάταξη αυτή τυγχάνει εφαρμογής σε περίπτωση κατά την οποία διαδικασία πτώχευσης έπεται διαδικασίας δικαστικής αναδιάρθρωσης κατά τη διάρκεια της οποίας καταρτίστηκε συμφωνία για τη μερική μεταβίβαση της επιχείρησης μη επικυρωθείσα μεν από το αρμόδιο δικαστήριο, η οποία όμως εκτελέστηκε αμέσως μετά την κήρυξη της πτώχευσης, υπό τις προϋποθέσεις ότι η κινηθείσα διαδικασία πτώχευσης ή άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας πράγματι κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος, ότι η εν λόγω διαδικασία τελεί υπό την εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής και ότι η προσφυγή σε αυτή τη διαδικασία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί καταχρηστική.
Επί των δικαστικών εξόδων
64 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων,
έχει την έννοια ότι:
η διάταξη αυτή τυγχάνει εφαρμογής σε περίπτωση κατά την οποία διαδικασία πτώχευσης έπεται διαδικασίας δικαστικής αναδιάρθρωσης κατά τη διάρκεια της οποίας καταρτίστηκε συμφωνία για τη μερική μεταβίβαση της επιχείρησης μη επικυρωθείσα μεν από το αρμόδιο δικαστήριο, η οποία όμως εκτελέστηκε αμέσως μετά την κήρυξη της πτώχευσης, υπό τις προϋποθέσεις ότι η κινηθείσα διαδικασία πτώχευσης ή άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας πράγματι κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος, ότι η εν λόγω διαδικασία τελεί υπό την εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής και ότι η προσφυγή σε αυτή τη διαδικασία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί καταχρηστική.
(υπογραφές)